BLG – Minimalistic Theme Focused on Readability

EN

Η φουτουριστική προοπτική της εξουσίας στο «Κουρδιστό Πορτοκάλι» του Α. Burgess

Αντιγόνη Ηλιάδη

 

 

[Ε]κεί όπου υπάρχει εξουσία υπάρχει αντίσταση

και […] ωστόσο, ή μάλλον γι’ αυτό ακριβώς,

η αντίσταση δεν βρίσκεται ποτέ σε θέση εξωτερικότητας προς την εξουσία.

Θα πρέπει άραγε να πούμε ότι βρισκόμαστε αναγκαστικά «μέσα» στην εξουσία,

ότι δεν της «ξεφεύγουμε», ότι δεν υπάρχει απόλυτο έξω ως προς αυτήν,

επειδή είμαστε αναπότρεπτα υποταγμένοι στον νόμο;

M. Foucault, Ιστορία της σεξουαλικότητας, 1: Η βούληση για γνώση, 112.

 

Εισαγωγικά. Το Κουρδιστό Πορτοκάλι (Α Clockwork Orange) είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα βιβλία του 20ού αιώνα, παρά το γεγονός ότι ο Anthony Burgess δεν το θεωρεί το καλύτερό του (η συγγραφή του διήρκησε μόλις τρεις εβδομάδες[1]). Ο συγγραφέας αναλαμβάνει να το γράψει ως μία διανοητική πρόκληση, πράγμα που όντως αποτέλεσε για το λογοτεχνικό γίγνεσθαι –και όχι μόνο. Το προφητικό[2] Κουρδιστό Πορτοκάλι εκδόθηκε το 1962. Νωρίτερα, ο συγγραφέας είχε βιώσει δύο καθοριστικά για τη συγγραφή του περιστατικά, τα οποία και περιγράφονται, παραλλαγμένα και προσαρμοσμένα, στο βιβλίο του. Τα περιστατικά αυτά φανερώνουν την επιρροή που άσκησε η πραγματικότητα στον Burgess. Το πρώτο αφορά τη γυναίκα του, η οποία απέβαλε, όταν της επιτέθηκαν αμερικανοί πεζοναύτες στον δρόμο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της[3]. Το άλλο αφορά τον ίδιο τον συγγραφέα που επισκέφτηκε το 1961 τη Ρωσία και είδε τους Stilyagi[4]να περιφέρονται στους δρόμους και να προκαλούν καταστροφές σε μία αποσαθρωμένη Ρωσία που προσπαθούσε να ανασάνει μετά την λήξη του Ψυχρού Πολέμου[5].

Στη συγγραφή του Κουρδιστού Πορτοκαλιού συνέβαλαν φυσικά και άλλα γεγονότα. Ο ίδιος ο Burgess συμμετείχε σε στρατιωτικά προγράμματα της βρετανικής κυβέρνησης και διετέλεσε λοχίας, παρά την απέχθειά του για την εξουσία, βιώνοντας την καταστολή εκ των έσω. Την αίσθηση του εγκλήματος και την τάση του προς τη βία, όπως και την επιλογή των ηρώων που την ασκούν, καθώς και την κοινωνική παρατήρησή της ως φαινόμενο, όξυνε η αυστηρή καθολική διαπαιδαγώγηση που έλαβε από την οικογένειά του[6]. Ο Burgess αντιλαμβανόταν σαφώς πως η μεταπολεμική κατάσταση της Αγγλίας επέτρεπε στις ανώτερες οικονομικά τάξεις να επιβαρύνουν ολοένα τα ασθενέστερα στρώματα, τα οποία και εκμεταλλεύονταν, διευρύνοντας το αιώνιο χάσμα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς και εντείνοντας τις αξιολογικές διακρίσεις που γίνονταν, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση των ανθρώπων. Η ιστορία του βιβλίου εκτυλίσσεται σύμφωνα με την οπτική ενός παρατηρητή-αφηγητή που μοιάζει να τοποθετείται στο μέλλον, σε ένα φουτουριστικό πλαίσιο που λειτουργεί ως εργαλειακή συνθήκη για να δείξει ο Burgess τις ιστορικές κοινωνικές μεταβολές που επιτελούνται την περίοδο αυτή στη χώρα του. Ο συγγραφέας φαίνεται να ταυτίζεται με τον ήρωά του –άλλωστε, και ο ίδιος ζούσε στη Σιγκαπούρη και μετακόμισε στην Αγγλία, γύρω στα μέσα του 20ού αιώνα, οπότε βρέθηκε εκτεθειμένος σε ακραίες κοινωνικοπολιτικές αλλαγές, τις οποίες δεν είχε προετοιμαστεί να αντιμετωπίσει. Με αυτές τις επιρροές, εκλαμβάνει την κοινωνία ως ένα αποσαθρωμένο σύστημα εξουσιών και τη φτύνει[7] μέσα από το “ταλαιπωρημένο” μυθιστόρημά του[8].  

Δυστοπική και πραγματική εξουσία. Ο Burgess κάνει μία απόπειρα να απεικονίσει, κτίζοντας μία δυστοπική[9] αλλά οικεία και διαχρονικά αναγνωρίσιμη ατμόσφαιρα, τις συνθήκες που ζει η ατίθαση νεολαία στη Γηραιά Αλβιόνα. Όλα τα γεγονότα του βιβλίου λαμβάνουν χώρα σε ένα φουτουριστικό περιβάλλον. Κατά την αφήγηση της ιστορίας από τον πρωταγωνιστή, επικρατεί μία τεταμένη και ηλεκτροφόρα κατάσταση που δεν επιτρέπει την ανακούφιση. Στο παρόν του Κουρδιστού Πορτοκαλιού η τεχνολογία έχει εξελιχθεί και ήδη αναζητούνται τρόποι εξερεύνησης του διαστήματος. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι συνθήκες και τα γεγονότα στη γη να δυσχεραίνονται, τα προβλήματα να γιγαντώνονται και οι άνθρωποι που δεν είναι ευκατάστατοι να παραμελούνται και να αφήνονται στην καταδικασμένη μοίρα τους. Οι πρωταγωνιστές του βιβλίου ανήκουν σε μία συμμορία ανδρών με αντιδραστικό και αλήτικο χαρακτήρα∙ συμπεριφέρονται βάναυσα, ενώ είναι λάτρεις της βίας και της καταστροφής. Η ιστορία περιλαμβάνει τη σύλληψη του Άλεξ, μετά την προδοσία των φίλων του, και την προσπάθεια του απρόσωπου και ψυχρού κράτους να τον αναμορφώσει με βίαιο τρόπο, καθώς δεν ικανοποιεί τα κριτήρια για να είναι χρήσιμος στη φαινομενικά καλοφτιαγμένη και οργανωμένη κοινωνία.

Η θεραπεία που ακολουθείται λειτουργεί με ταινίες πολύ έντονης βίας, τις οποίες ο Άλεξ επιβάλλεται να βλέπει με φρικιαστικές μεθόδους, ενώ συνδυαστικά του χορηγούνται φάρμακα ασθένειας και πρόκλησης εμετού: «ένα βέσκι που δεν μου άρεσε καθόλου ήταν όταν μου έβαλαν κάτι σαν πιαστράκια στο δέρμα στο μέτωπό μου, έτσι που τα βλέφαρά μου τραβήχτηκαν πάνω πάνω και δεν μπορούσα να κλείσω τα γκλάζια μου, όσο κι αν προσπαθούσα. […] Και μου φόρεσαν κάτι σαν καπέλο στην γκλάβα μ’ ένα σωρό καλώδια και μου κόλλησαν κάτι σα βεντούζα στην κοιλιά κι άλλη μια πάνω στην παλιοτικιτάκα και βίνταρα ότι κι αυτές είχαν καλώδια. […] Και μετά, ω αδελφοί μου, το έργο άρχισε […]. […] [Β]ίνταρα ένα γέρο να κατηφορίζει το δρόμο, έναν πολύ στάρικο βέκη, και ύστερα δυο μάλτσικους να πηδάνε πάνω του, ντυμένοι με την τελευταία λέξη της μόδας […] και άρχισαν να φιλάρουν μαζί του. Σλούσαρα τις κραυγές και τα βογκητά του, όλα πολύ ρεαλιστικά […]. Τον έκαναν λιώμα τον στάρικο το βέκη, κοπανώντας τον, κρακ κρακ κρακ, με τις γροθιές τους, έπειτα του έσκισαν τα πλάτια και τέλειωσαν κλοτσώντας το ναγκόικο πλότι του (το οποίο κειτόταν κατακόκκινο από το κρόβι στην γκράζνικη λάσπη στο χαντάκι του δρόμου) και στη συνέχεια έτρεξαν μακριά πολύ σκόρικα» (122-124).

Παράλληλα, ο Άλεξ ακούει κλασική μουσική που είναι και η αγαπημένη του. Το προσδοκώμενο αποτέλεσμα αυτής της αναμορφωτικής διαδικασίας, που βασίζεται στις αρχές της συμπεριφοριστικής ψυχολογίας, είναι να αρχίσει να συσχετίζει την οποιαδήποτε μορφή βίας με την ασθένεια και τη μουσική. Στην πραγματικότητα, όλη αυτή η εφαρμογή της ποινής οδηγεί στην άμεση παρέμβαση στην ελεύθερη βούληση του. Κρίνεται από το πρόγραμμα της αναμόρφωσής του πως δεν μπορεί να αποφασίζει ο ίδιος τι είναι σωστό και τι όχι για αυτόν. Η τιθάσευσή του, που είναι και ο επιδιωκόμενος κρατικός σκοπός, επιτελείται, όμως, σε τέτοιο βαθμό που οδηγεί στην οριστική αλλοτρίωση της ταυτότητας και της προσωπικότητάς του. Ο Άλεξ δεν είναι πια ο ίδιος μετά την παρέμβαση των σωφρονιστικών υπηρεσιών του κράτους.

Το κράτος του Κουρδιστού Πορτοκαλιού, όπως φαίνεται, προτιμάει άβουλα και υπάκουα όντα που δεν φέρονται βίαια και δεν αντιδρούν στην κανονικότητα, ούτε  διαταράσσουν τη συστηματική ισορροπία. Ο Burgess θέλησε να δείξει πως η βιαιότητα είναι καλύτερη από μία άβουλη και στυγνή ανθρώπινη κατάσταση που εκπηγάζει από την πλύση εγκεφάλου. Φέρνει το παράδειγμα της ψυχολογίας του Skinner και περιγράφει πώς οι άνθρωποι μπορούν να χειραγωγηθούν με συγκεκριμένες μεθόδους που παρουσιάζονται ως θεραπευτικές και να έχουν την άδικη και βάναυση μοίρα των πειραματόζωων[10].

Από τη μία πλευρά, είναι δεδομένο πως ο Άλεξ είναι ταραχοποιός και εγκληματίας. Φαίνεται πως η συμπεριφορά του διέπεται από ετερόκλητα στοιχεία –αφού είναι λάτρης της κλασικής μουσικής, πράγμα που ίσως δείχνει μία σχετική καλλιτεχνική ευαισθησία– και ότι οι πράξεις του πηγάζουν από έναν επιθετικό, αλαζονικό, απάνθρωπο, αντιδραστικό σε ό,τι βλέπει γύρω του χαρακτήρα. Από την άλλη πλευρά, η απαντητική συμπεριφορά του κράτους με τον διεστραμμένο, παβλοφικό τρόπο σωφρονισμού ενέχει διάσπαρτα στοιχεία βίας. Εντούτοις, η βία από την πλευρά του κράτους φαίνεται να είναι αφομοιωμένη από τους μηχανισμούς του και ηθικά μη επιλήψιμη, αφού είναι συμβατή με την κανονικότητα, καθώς εκπηγάζει από τον ίδιο τον φορέα της ηθικής. Η ηθική του κράτους διαποτίζεται από το καθολικό στοιχείο της ανατροφής του συγγραφέα που προβάλλει τη βία σαν την έσχατη ποινή, αφού στον καθολικό[11] παράδεισο αντιτίθεται μία αρρωστημένη κόλαση.

Δηλαδή: υπάρχει κάποιος για να καταστείλει τον Άλεξ και να τον παραμορφώσει απάνθρωπα, αλλά δεν υπάρχει κανείς για να αλλάξει τις –θεωρητικά μόνο– αναμορφωτικές λειτουργίες των κυβερνητικών υπηρεσιών, διότι η οποιαδήποτε προσπάθεια αντίδρασης σε αυτές, θα οδηγήσει στην άμεση και βίαιη καταστολή των ατόμων που καταδικάζονται να έχουν την ίδια αντιμετώπιση με τον Άλεξ. Το κράτος που κυβερνάει παίρνει τη μορφή δικτάτορα ή θεού τιμωρού και δεν δίνει καμία ελεύθερη επιλογή, όσο κι αν φαίνεται ότι όλα γίνονται στο όνομα της κοινής ησυχίας, τάξης και ισορροπίας. Ουσιαστικά, ζητάει από τους πολίτες του να ζούνε με συγκεκριμένους τρόπους, καλλιεργώντας μόνο την ενδόμυχη επιθετικότητά τους. Η βία των πολιτών παράγεται ως αντίδραση στην υποδόρια βαθιά ριζωμένη βία της κοινωνίας. Οι κοινωνιολόγοι παρατηρούν[12] πως η αίτηση να παραμένουν οι πολίτες αδρανείς, να μην κάνουν τίποτα διαφορετικό από το κανονικό, το τακτικό, που προσδιορίζεται ως μία σειρά μηχανικών υπάκουων πράξεων που θα συμβάλλουν στην εύρυθμη λειτουργία του μεγάλου μηχανισμού, αυξάνει τις αντιστασιακές πράξεις. Το κανονικό αναφέρεται σε μία απάνθρωπη καταναγκαστική τυποποίηση, από την οποία δεν φαίνεται να υπάρχει τρόπος διαφυγής.

Στο Κουρδιστό Πορτοκάλι η εκτελεστική και η νομοθετική εξουσία βρίσκονται στα ίδια άψυχα χέρια που αποφασίζουν να τιμωρήσουν τον Άλεξ. Αναπόφευκτα, εγείρεται μία σειρά από ερωτήματα φιλοσοφικής φύσεως που αφορούν τη δομή της εξουσίας και της ηθικής μέσα σε ένα κράτος: Εφόσον το κράτος συμπεριφέρεται έτσι σε τέτοιες καταστάσεις και καλείται να κρίνει τον ίδιο τον εαυτό του, τότε πώς μπορεί να έχει την απαίτηση από τη νεολαία που μεγαλώνει μέσα στο κρατικό καταπιεστικό και τρομοκρατικό σκέπαστρο να μπορεί να φερθεί “ορθά”; Επιτρέπει η τιθάσευση της αλήθειας των χαρακτήρων, που πραγματοποιείται με την επιβεβλημένη αλλοτρίωσή τους, την ανάπτυξη της ελεύθερης βούλησης τους;

Το ζήτημα είναι ότι η κυβέρνηση στο βιβλίο του Burgess δεν είναι μόνο μία απροσδιόριστη ηθικά δύναμη, αλλά μία συναρμογή απόλυτων και ψυχρών ατόμων που εργάζονται μέσω διάφορων φορέων και υπηρεσιών και επιδιώκουν να εξουσιάσουν και να ασκήσουν βία στις κατώτερες τάξεις που δεν συμμορφώνονται. Οι εξουσιαστικές δυνάμεις, στο όνομα της επίπλαστης κοινωνικής γαλήνης, διατηρούν την ισχύ στα υψηλά στρώματα και εξουδετερώνουν την οποιαδήποτε δυνατότητα για ανάληψη ευθύνης από τα χαμηλότερα. Οι κρατικοί εκπρόσωποι που λειτουργούν στις υπηρεσίες και αναλαμβάνουν αυτή τη δουλειά δεν αποτελούν αυθύπαρκτες, αλλά ήδη εξαρτημένες και κανονιστικά ομαλές και υπάκουες οντότητες που όμως δεν φαίνεται να έχουν διακριτούς χαρακτήρες. Παραμένουν απρόσωποι υπάλληλοι και λειτουργούν άγρια και απάνθρωπα, σαν καρικατούρες της ανεξέλεγκτης τάσης για εξουσία, που αποπειρώνται να καθυποτάξουν τους απολωλότες αμνούς, να εξημερώσουν τα κτήνη[13]. Δεν παρουσιάζονται ως σωφρονιστές, δεν δείχνουν να έχουν καμία ανθρώπινη πλευρά και δεν ενδιαφέρονται καθόλου για την τερατώδη και παραμορφωτική επίδρασή τους, ούτε την εκλαμβάνουν ως τέτοια. Το ίδιο το κράτος στο Κουρδιστό Πορτοκάλι είναι μία αποπροσανατολιστική, εντελώς β ί α ι η και ολοκληρωτική μορφή εξουσίας που χρησιμοποιεί ως πρόσχημα τη φασιστική επιβολή του καλού ενάντια στο κακό (το θεωρητικά καλό αυτοαναιρείται με αυτόν τον τρόπο και παύει να διαφοροποιείται από το υποτιθέμενο κακό), αξιοποιώντας ένα παρωχημένο πολιτικό σχήμα της εποχής του 1960[14].

Ενώ εκ πρώτης όψεως φαίνεται πως ο Άλεξ είναι το κατάφορα διεφθαρμένο κοινωνικό στοιχείο, με την αντιμετώπιση που του επιφυλάσσουν οι κρατικοί φορείς αποδεικνύεται πως, στην πραγματικότητα, το σωφρονιστικό σύστημα και οι δομές είναι ικανά να προκαλέσουν ισχυρότερα συναισθήματα απέχθειας από τις βίαιες πράξεις του αντι-ήρωα. Οι υπηρεσίες σωφρονισμού ασκούν βίαια την εξουσία τους, με αποτέλεσμα να τον καταστήσουν ένα εξαρτημένο υποκείμενο, χωρίς ατομική βούληση, που θα δρα με συγκεκριμένα αντανακλαστικά, αφού δεν μπόρεσε να συμβιβαστεί και να ανταπεξέλθει στις κοινωνικές απαιτήσεις, ώστε να λειτουργεί σύμφωνα με τους άλλους εξομοιωμένους ανθρώπους και με τους νόμους.  

Ο Burgess ασκεί βαθιά κριτική στις συστηματικές δομές της Βρετανίας και καταγγέλλει το σωφρονιστικό σύστημα ως χειρότερο και πιο διεστραμμένο εγκληματία από τον κοινό εγκληματία του δρόμου, προμηνύοντας τις μελλοντικές αναλύσεις του Φουκώ για την εξουσία που ασκείται μέσα από τους σωφρονιστικούς μηχανισμούς[15]. Είναι προφανές πως για το κράτος, όπως αυτό παρουσιάζεται στο Κουρδιστό Πορτοκάλι, σημασία έχει το ίδιο το κράτος και η εύρυθμη λειτουργία του και όχι ο ήρωας και η συμμορία στην οποία ανήκει. Ο Άλεξ και οι ντρούγκηδές του κατέχουν τους ρόλους των έκπτωτων και άσωτων –ή όχι και τόσο– αντιδραστικών στοιχείων που αναλαμβάνουν δράση, καθώς απωθούνται από το σύστημα.

Η διαδικασία επιμόρφωσης του Άλεξ γίνεται με την εθελοντική συμμετοχή του –αφού είναι θεωρητικά αθώος, λόγω της νεαρής του ηλικίας, και δεν καταλαβαίνει σε τι ακριβώς λαμβάνει μέρος[16]– σε πρόγραμμα της κυβέρνησης που αναζητά λύση στο πρόβλημα της παρεκτροπής από το κοινωνικό κατεστημένο με βίαιες πράξεις και τις ρίζες της ίδιας της εγκληματικότητας. Το ψυχολογικό πείραμα που εφαρμόζει το κράτος στον Άλεξ είναι αποτρόπαιο και παρουσιάζεται με έναν έντονα σαρκαστικό, τραγελαφικό τρόπο, τόσο που οι ρόλοι αντιστρέφονται –ή, πάντως, αλλάζουν. Ο Άλεξ γίνεται σωστός και ευσυνείδητος πολίτης∙ εντούτοις η κυβέρνηση αναδεικνύεται ως η πηγή της υπέρτατης βίας και εξουσίας, της καταστολής και του απόλυτου ελέγχου και μπορεί να χρησιμοποιεί όποιες μεθόδους επιλέξει, όσο απάνθρωπες κι αν είναι, καθώς η ηθική τους και η αξιολόγησή τους εναπόκεινται σε αυτήν και σε κανέναν εξωτερικό φορέα ή κριτή. Τα άτομα μετατρέπονται αναπόφευκτα σε απόλυτα υποχείρια των απολυταρχικών εξουσιαστικών δυνάμεων.

Δεν είναι παράξενο ότι το βιβλίο θεωρήθηκε στην αρχή πολύ ακραίο και προκλητικό για να γίνει ταινία, παρότι ο ίδιος ο Burgess το επιθυμούσε αυτό. Ο λόγος ήταν ότι θα μπορούσε να προτρέψει τους νέους σε βίαιες πράξεις που θα οδηγούσαν πιθανώς στην ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης. Ο Burgess άσκησε κριτική στο κράτος της εποχής του. Πρακτικά, όσα περιέγραψε στο βιβλίο του επιβεβαιώθηκαν. Η δημιουργία της ταινίας δεν ήταν εύκολη στο συντηρητικό και κοινωνικά δεσμευτικό περιβάλλον της τότε Αγγλίας. Η εξουσία πανικοβάλλεται με κάθε προσπάθεια αναμόχλευσής της και προσπαθεί με κάθε τρόπο να ασκεί έλεγχο∙ έλεγχο στην τέχνη και στην ελευθερία λόγου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για έλεγχο στην τέχνη που ασκεί κριτική στην εξουσία, οπότε ίσως γίνεται αντιληπτός ένας ενδόμυχος φόβος ανατροπής της. Κάθε εξουσία θέλει να διαιωνίζεται και να πολλαπλασιάζεται, οπότε μάχεται για να παραμείνει ως έχει. Το έργο του Burgess είναι ανατρεπτικό, γιατί ακριβώς δεν είναι επιθυμητό από τις συστηματικές δομές της τέχνης[17]∙ και αντιστρόφως.

Το Κουρδιστό πορτοκάλι καταδεικνύει τον εν δυνάμει κατακρημνιστικό ρόλο της τέχνης, μεταξύ άλλων. Εκ των πραγμάτων, η τέχνη δεν μπορεί να αποκοπεί εύκολα από την κανονικοποίηση και να λειτουργήσει αντισυστηματικά ή εξωσυστηματικά. Ως μέρος του ανθρώπινου πολιτισμού, βρίσκεται σε έναν κλοιό κοινωνικοπολιτικής συστηματικότητας. Ο Burgess δείχνει να προσπαθεί να κατανοήσει το κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχής του, ώστε να αντιληφθεί τις σχέσεις εξουσίας, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρούν τα άτομα, σύμφωνα με αυτές. Με αυτόν τον τρόπο στο αποτέλεσμα της δημιουργίας του καθρεφτίζεται η απόπειρά του να σωθεί ή ακόμα και η ίδια η λυτρωτική σωτηρία και απεμπολή του –εάν αυτή θεωρηθεί επιτεύξιμη. Το Κουρδιστό Πορτοκάλι παραήταν επικίνδυνο για την εποχή του και πολεμήθηκε σε όλες του τις μορφές.

Διάλεκτοι και συμβολισμός. Ο Burgess έχει ποικίλες ιδιότητες. Εκτός από συγγραφέας είναι και ποιητής, συνθέτης και, μεταξύ πολλών άλλων, γλωσσολόγος. Εκμεταλλεύεται την ιδιότητα του γλωσσολόγου και επινοεί μία νέα διάλεκτο στο βιβλίο που διαμορφώνεται έτσι ώστε να αναδεικνύει πλήρως το περιεχόμενο της ψυχοσύνθεσης του εξωδιηγητικού-ομοδιηγητικού, δραματοποιημένου αφηγητή και πρωταγωνιστή της ιστορίας, Άλεξ. Με τη μοναδικότητα αυτού του πρωτόγνωρου γλωσσολογικού δημιουργήματος αναδεικνύεται πραγματιστικά από τον συγγραφέα η αντίδραση και η απειθαρχία του πρωταγωνιστή απέναντι στους κανόνες της κοινωνίας με ένα καυστικό λεξιλόγιο που τσιτώνει τις εγκεφαλικές συνάψεις κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Ο συγγραφέας, αποδίδοντας, παράλληλα, μνεία στις γλωσσικές περιπτύξεις που χαρακτηρίζουν τη συγγραφή του James Joyce –για τον οποίο έχει γράψει και δύο σχετικές γλωσσολογικές μελέτες (ReJoyce και Joysprick: An Introduction to the Language of James Joyce)[18]– αποπειράται, με πολύ ιδιαίτερο τρόπο, να τονίσει τις πτυχές της υποκουλτούρας των ηρώων του βιβλίου και να δείξει πόσο διαφορετική ήταν αυτή από οποιαδήποτε επικρατούσα κοινωνική και πολιτική τάση. Καλεί τους αναγνώστες να βυθιστούν σε μία σκοτεινή περιπλάνηση στις σκέψεις του ήρωα που μορφοποιούνται γλωσσικά. Το βιβλίο είναι γραμμένο σε αγγλικά ανάμεικτα με μία ρώσικη αργκό, τη Νάντσατ (Nadsat)[19],στην οποία ο Burgess ανακατεύει και το τσιγγάνικο ιδίωμα, στοιχεία από τη γερμανική γλώσσα, ομόφωνες λέξεις, ομοιοκαταληξίες και αναγραμματισμούς, αλλά και ένα συναίσθημα αντίδρασης και προπαγάνδας που ενέχει αφενός μία απόπειρα υποσυνείδητης διείσδυσης στη σκέψη του αναγνώστη και αφετέρου μία επιθυμία για ταύτιση με τις σκέψεις του ήρωα: «Μετά σλουσάραμε τις σειρήνες και καταλάβαμε ότι ήταν οι μιλισέντηδες που πλησίαζαν, με τις πούσκες τους οπλισμένες να σημαδεύουν από τα παράθυρα του μπατσοάμαξου. Δίχως αμφιβολία τους είχε ειδοποιήσει η μαλένκα κλαψιάρικη ντεβότσκα» (26-27).

Επίσης, ο πολύγλωσσος Burgess, πέρα από την ψυχογράφηση των ηρώων που επιτυγχάνει καίρια με αυτό το, εξαιρετικά δομημένο, γλωσσολογικό υβρίδιο που παράγει, αξιοποιεί τη γλώσσα για να αναλύσει την ίδια τη γλώσσα, τη ροή και την ευκινησία της. Οι αναγνώστες του βιβλίου καλούνται να μηχανευτούν έναν τρόπο αναγνώρισης και κατανόησης/ εσωτερικής μετάφρασης της παράξενης γλώσσας με τη βοήθεια ενός λεξικού που παρατίθεται στο τέλος της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου (235). Η μόνη δυνατή προσέγγιση είναι να καταστεί και η γλώσσα υποκείμενο του έργου και της πλοκής, μέσα από τον αφηγητή Άλεξ, ώστε να μπορέσει ο αναγνώστης να συναισθανθεί τις καταστάσεις και να την εσωτερικεύσει πιο εύκολα: «Εκείνη την Κυριακή λοιπόν ο τσαρλής διάβασε από το βιβλίο για τους τσελοβέκηδες που σλούσαραν τη σλόβα και δεν κατάλαβαν μία, μια που έμοιαζαν με ντόμια χτισμένα πάνω στην άμμο, και μετά η βροχή άρχισε να πέφτει δυνατά και οι παλιοκεραυνοί άνοιξαν τον ουρανό στα δύο και πάει το ντόμι, έγινε σκόνη και μπάζα» (98).

Ο τίτλος Το Κουρδιστό Πορτοκάλι συμβολίζει το οργανωμένο σύστημα που είναι κουρδισμένο να λειτουργεί σωστά, χωρίς να ανέχεται παρεμβολές, αλλά παρεμβαίνοντας το ίδιο μηχανιστικά στον ζωντανό άνθρωπο και προσπαθώντας να τον μεταρρυθμίσει με έναν τρόπο που περιγράφεται από τον Burgess καυστικά και ιλαροτραγικά[20]. Μία ακόμα ερμηνεία υποστηρίζει ότι ο συγγραφέας αναφέρεται σε έναν μεγάλο κουρδιστό, σουρεαλιστικό και επινοημένο, κόσμο που λειτουργεί σύμφωνα με ένα ισχυρό και υπεροπτικό σύστημα. Από την άλλη, το σύστημα χρειάζεται τα γρανάζια του για να μπορεί να λειτουργήσει σωστά και να αποδώσει. Αν το σύστημα απεικονίζεται ως το μεγάλο Κουρδιστό Πορτοκάλι –ως ένας άλλος οργουελικός αδελφός που επιβλέπει και καταστέλλει τα πάντα, τότε ο νους του Άλεξ, που υπόκειται σε μια βαθιά μεταστροφή, αποτελεί το μικρότερο Κουρδιστό Πορτοκάλι και γρανάζι. Την ίδια στιγμή συναπαρτίζει τη μηχανική κοινωνία και πρέπει να λειτουργεί όπως αυτή, ώστε να μην υπάρχει διάλυση και παύση της παραγωγικής διαδικασίας. Αυτή θα μπορούσε να είναι μία πιο ελεύθερη ερμηνευτική εκδοχή του τίτλου που θα έδινε προεκτάσεις στην αρχική επιθυμία του συγγραφέα για την περιγραφή μιας αγγλικής πρόσληψης της ιδιορρυθμίας, as queer as a clockwork orange[21].

Συμπεράσματα. Το μυθιστόρημα του Burgess αποτελεί μία σατιρική και εξαιρετικά καλοφτιαγμένη σπουδή πάνω στη βία, στις συμμορίες, στην ανυπακοή απέναντι στο κράτος και στο σωφρονιστικό σύστημα, στη σεξουαλικότητα και τον έλεγχο. Θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό ως αντιπροσωπευτικό της υποκουλτούρας της εξτρεμιστικής βίας ή των βίαιων και αντισυστηματικών πράξεων των νέων. Εντούτοις, αυτή θα ήταν μία πρόχειρη και επιφανειακή ανάγνωσή του. Το Κουρδιστό Πορτοκάλι αναφέρεται στη βρετανική κοινωνία του ’60. Αφενός, ο Burgess περιγράφει μία έκρηξη βίας από την πλευρά του νέου ανθρώπου που εκτείνεται σε κλοπές, βανδαλισμούς, βιασμούς. Ο νέος άνθρωπος της αστικής κουλτούρας βρίσκεται περιορισμένος και αμήχανος να αντιδράσει αλλιώς, πανικόβλητος σαν ποντίκι στον λαβύρινθο, δρα όπως του επιτάσσει η κατάσταση, η ηλικία του, το χαμηλό βιοτικό του επίπεδο. Έχει εκπαιδευτεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο από το κράτος και αποφασίζει να αντιδράσει στον έντονα επιτακτικό και επιβλητικό χαρακτήρα του. Δρα ανεξέλεγκτα, προσωποποιώντας το στιλ της αστικής βίας, ώσπου οι αρχές συλλαμβάνουν τον αρχηγό της συμμορίας και προσπαθούν να του αλλάξουν τον τρόπο σκέψης.

Κι εδώ παρουσιάζεται μία ενδιαφέρουσα πλευρά του βιβλίου που είναι ίσως και η πιο σημαντική. Οι εγκληματίες εγκληματούν, αλλά γιατί; Ο Burgess προβάλλει μία εκχυδαϊσμένη και αρρωστημένη αντιμετώπιση του εγκληματικού ήρωα. Ο άνθρωπος φαίνεται να είναι πιο τέρας από ποτέ, όταν εγκληματεί, αλλά όταν γίνεται μέλος μιας στατικής και απρόσωπης κρατικής υπηρεσίας που λειτουργεί στο όνομα της συμμόρφωσης και της ηθικότητας, τότε προκύπτει το ερώτημα ποιος είναι το μεγάλο τέρας που δημιουργεί ή εμπνέει και υποσκελίζει τα μικρότερα. Το τέρας εν τέλει, για τον Burgess μπορεί και να είναι το ίδιο το κράτος, ως ένας άρρωστος μηχανισμός που απαρτίζεται από αλλοτριωμένους ανθρώπους. Όπως και να έχει, κατά βάθος, ο πυρήνας του Κουρδιστού Πορτοκαλιού είναι οι ίδιοι άνθρωποι που έχουν οργανώσει και δημιουργήσει τερατώδη συστήματα για να χαλιναγωγήσουν –να περιθωριοποιήσουν έως και να εξαντλήσουν– μέσα σε αυτά τον δαιδαλώδη ψυχισμό των παρεκκλινόντων από τη νόρμα ατόμων. Το πιο σημαντικό είναι ότι το Κουρδιστό Πορτοκάλι αποτελεί ανθρώπινο ξεκάθαρα δημιούργημα.

Στο βιβλίο του Burgess περιγράφεται ένας φαύλος κύκλος βίας. Όσο και να εξελιχθούν τα πράγματα, οι άνθρωποι αντιδρούν βίαια στην καταπίεση και στην επιβολή. Οι βρετανικές αρχές κάνουν προσπάθεια να καταστείλουν τα ταραχοποιά ατίθασα στοιχεία. Οι υπηρεσίες που αναλαμβάνουν να συμμορφώσουν τους εγκληματίες καταλήγουν ουσιαστικά στην προνομιακή υπερβία, η οποία πηγάζει από το κράτος που θεσμικά έχει το δικαίωμα να ασκεί εξουσία, να ελέγχει και να καθυποτάσσει τους πολίτες στους κανόνες –να τους συμμορφώνει με οποιονδήποτε τρόπο κρίνει ηθικό και ταυτόχρονα να επικυρώνει τον εαυτό του και την ορθότητα των κρατικών πράξεων. Γιατί το κράτος θεσμοθετεί τους νόμους και αξιολογεί την ηθική τους πλευρά, επιβάλλει τους κανόνες λειτουργίας και τιμωρεί την παράβασή τους. Οι κρατικοί λειτουργοί φαίνεται να μην έχουν ούτε οι ίδιοι ελεύθερη βούληση και μοιάζουν με κακοφτιαγμένα ρομπότ, αφού εκτελούν εντολές, χωρίς να ασκούν κριτική και να διερωτούνται αν αυτό που κάνουν είναι σωστό ή λάθος ή τι επιπτώσεις έχει στον άνθρωπο: «Είχα προσπαθήσει να καθίσω ήσυχα ήσυχα, χαμογελαστός σα μάλτσικος σκέτο έργο τρόμου συνεργάσιμος στην καρέκλα των βασανιστηρίων, καθώς μου έδειχναν απαίσια κομμάτια υπερβίας στην οθόνη, με τα γκλάζια μου στερεωμένα ορθάνοιχτα έτσι που να βιντάρω τα πάντα, με το πλότι, τα ρούκια και τα νόγκια μου δεμένα στην καρέκλα έτσι που να μην μπορώ να κουνηθώ» (135).

Στο τέλος της θεραπείας, στην επικρατούσα εκδοχή του μυθιστορήματος αλλά και της ταινίας, ο Άλεξ δεν “αποτοξινώνεται”. Δεν γίνεται σωστός άνθρωπος. Η βία νικάει και η θεραπεία δεν πετυχαίνει. Το κακό υπερισχύει, γιατί είναι πολύ δυνατό και ελκυστικό. Αναδύεται μέσα από το κυβερνητικό περίβλημα. Η βία φαίνεται πως δεν βοηθάει, ακόμα κι όταν ενδύεται ψυχολογικούς κώδικες, ακόμα κι όταν ο φορέας της είναι η κατεστημένη κυβερνητική υπηρεσία.

Για αυτό ακριβώς, πρόκειται για έναν φαύλο και αέναο κύκλο βίας. Στο Κουρδιστό Πορτοκάλι, και ίσως όχι μόνο σε αυτό, ο άνθρωπος εκφράζεται ελεύθερα, αλλά αυτή η ελευθερία του έχει αρνητικές επιπτώσεις στην έννομη τάξη, καθώς χαρακτηρίζεται από βία, οπότε και θα πρέπει να κατασταλεί, στο όνομα της διατήρησης της συστηματικής ισορροπίας. Όμως ο τρόπος που επιλέγεται για να κατευναστεί η αήθης συμπεριφορά του Άλεξ είναι με τη χρήση της βίας, έμμεσα και ψυχολογικά. Η καταστολή της ελευθερίας γίνεται με τον καταναγκασμό και τον επιτακτικό σωφρονισμό που μπορεί να επηρεάζει σε δραματικό βαθμό τον άνθρωπο και να τον αποξενώνει από την ανθρώπινη πλευρά του. Δεν είναι παράξενο που ο ήρωας στο τέλος του βιβλίου, στη μία περίπτωση βρίσκεται σαν ζόμπι έτοιμο να κάνει ό,τι του πούνε και στην άλλη περίπτωση, επιστρέφει στη βία που αποτελεί τον μοναδικό τρόπο έκφρασης αυτών που αισθάνεται. Καμία από αυτές τις εκδοχές δεν είναι ευχάριστη ή επιθυμητή. Φαίνεται να μην υπάρχει κάποια ορατή πραγματιστική λύση στο Κουρδιστό Πορτοκάλι που να οδηγεί ουσιαστικά στην καταπράυνση της ανθρώπινης εξουσιαστικής ροπής και των βίαιων τάσεων. Η υπερβία είναι το παν, η αρχή και το τέλος, η πηγή του καλού και του κακού στο Κουρδιστό Πορτοκάλι. Η υπερβία είναι η λύση. Για αυτό ο εκδότης λογόκρινε αρχικά τον Burgess. Γιατί αποπειράθηκε ουσιαστικά να καταδείξει την αλυσίδα των βίαιων πράξεων και το γεγονός πως είναι αδύνατον να ξεφύγει κάποιος από την κρατική προπαγάνδα και από αυτόν τον κύκλο βίας, εντός του παράλληλου σουρεαλιστικού κόσμου που παρουσιάζεται ως μία μελλοντική πιθανή εκδοχή της Αγγλίας της εποχής του Burgess και ξεδιπλώνεται στη σαγηνευτικά δοσμένη αντι-ουτοπία[22] του Κουρδιστού Πορτοκαλιού.

 

Η Αντιγόνη Ηλιάδη είναι Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια Φιλοσοφίας του Α.Π.Θ.

 

 


[1] Α. Βιστωνίτης, «Η τιμωρία ενός αντισυστηματικού νεαρού», Το Βήμα, 14/10/2012, http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=479151 (πρόσβαση: 24/11/2015).

[2] Λ. Κουζέλη, «Δέκα κλασικά κείμενα του φανταστικού», Το Βήμα, 10/07/2013, http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=521561 (πρόσβαση: 24/11/2015).

[3] I. Welsh, «The Savage Greatness of A Clockwork Orange», The Telegraph, 1/10/2014, http://www.telegraph.co.uk/culture/books/11129134/Irvine-Welsh-the-savage-greatness-of-A-Clockwork-Orange.html (πρόσβαση: 1/9/2015).

[4] Ονομασία με υποτιμητικό χαρακτήρα για τα μέλη της νεολαίας που προσπαθούσαν να αντιταχτούν στιλιστικά στο κομμουνιστικό καθεστώς, έχοντας βιώσει τις δυσκολίες της οικονομικής κρίσης και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι Stilyagi φορούσαν έντονα και κραυγαλέα χρωματιστά ρούχα και ήταν επηρεασμένοι από τη δυτική κουλτούρα και μόδα, με αποτέλεσμα να αποτελούν ένα συνονθύλευμα από τη μία των υπογείων ρευμάτων και από την άλλη της επικρατούσας νόρμας στον δυτικό κόσμο· βλ., σχετικά: I. Zemtsov, Encyclopedia of Soviet Life. New Brunswick: Transaction Publishers 22001, 322 κ.ε. 

[5] Λ. Κατσίκας, «Ξεφλουδίζοντας το “Κουρδιστό Πορτοκάλι”», Ελευθεροτυπία, 15/5/2011, http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=274688 (πρόσβαση: 24/11/2015).

[6] Βλ. I. Welsh, «The Savage Greatness of A Clockwork Orange».

[7] Το κουρδιστό πορτοκάλι μεταφράστηκε πρώτη φορά ολόκληρο στην ελληνική γλώσσα από τον Β. Αθανασιάδη (εκδ. Anubis) μόλις το 2010. Στο σημείωμα που παρατίθεται στο τέλος αυτής της έκδοσης (231), ο Burgess γράφει: «Αφήνω αυτό που έγραψα με εκείνο που ο Dr. Johnson θα αποκαλούσε παγερή αδιαφορία, στην κρίση εκείνου του 0,00000001 του αμερικανικού πληθυσμού που νοιάζεται για τέτοια πράγματα. Καταπιείτε αυτό το γλυκερό κομμάτι ή φτύστε το. Είστε ελεύθεροι».

[8] Το βιβλίο ήταν αρχικά διαιρεμένο σε τρία μέρη, καθένα από τα οποία είχε επτά κεφάλαια, όμως το εικοστό πρώτο κεφάλαιό του λογοκρίθηκε. Στις σύγχρονες εκδόσεις έχει προστεθεί και αυτό. Ο ίδιος ο Burgess γράφει στο σημείωμά του (226): «Το βιβλίο που έγραψα χωρίζεται σε τρία μέρη των επτά κεφαλαίων. Βγάλτε το κομπιουτεράκι σας και θα βρείτε ότι αυτό μας δίνει ένα σύνολο των είκοσι ενός κεφαλαίων. Το 21 είναι το σύμβολο της ωριμότητας για τους ανθρώπους ή ήταν παλιότερα, εφόσον στα είκοσι ένα αποκτά κανείς δικαίωμα ψήφου και αναλαμβάνει υποχρεώσεις ενηλίκων. Ό,τι κι αν συμβολίζει, ο αριθμός 21 είναι αυτός με τον οποίο ξεκίνησα». 

[9] Το Κουρδιστό Πορτοκάλι αποτελεί μία από τις πιο γνωστές δυστοπίες στη σύγχρονη λογοτεχνία. Το αρνητικό του κλίμα βασίζεται σε μία απολυταρχική μορφή κοινωνίας στην οποία οι πολίτες φαίνεται να λειτουργούν ως δυστυχισμένα και υπαρξιακά κενά ρομπότ, υποταγμένα στο βάναυσο καπιταλιστικό κράτος. Ο Burgess χρησιμοποιεί πραγματικά στοιχεία για να ασκήσει, μέσω της λογοτεχνίας, πολιτική κριτική στη συντηρητική Αγγλία.

[10] A. Burgess, «The Clockwork Condition. The Author Comments on His Most Famous Book, in 1973», The New Yorker, 4/6/2012, http://www.newyorker.com/magazine/2012/06/04/the-clockwork-condition (πρόσβαση: 1/9/2015).

[11] A. Burgess, «The Clockwork Condition. The Author Comments on His Most Famous Book, in 1973».

[12] Γ. Βαϊλάκης, «Η μετατροπή του ανθρώπου σε “κουρδιστό πορτοκάλι”», Ημερησία, 21/5/2011, http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=27721&subid=2&pubid=111235352 (πρόσβαση: 24/11/2015).

[13]  Βλ. σχετικά, Μ. Πανώριος, «Το κουρδιστό πορτοκάλι».

[14] Σ. Τριανταφύλλου, «Από τι είναι φτιαγμένα τ’ αγοράκια;», 08/06/2011, http://www.bookpress.gr/stiles/pillow-books/orange (πρόσβαση: 24/11/2015).

[15] Βλ. σχετικά τα ακόλουθα βιβλία του Μ. Φουκώ: Εξουσία, γνώση και ηθική, μτφ. Ζ. Σαρίκας. Αθήνα: Ύψιλον 1987· Η μικροφυσική της εξουσίας, μτφ. Λ.Τρουλινού. Αθήνα: Ύψιλον 1991· Ιστορία της σεξουαλικότητας, Ι: Η βούληση για γνώση, μτφ. Τ. Μπέτζελος. Αθήνα: Πλέθρον 2011. Για μια συνεξέταση της σκέψης του Φουκώ με το (κινηματογραφικό) Κουρδιστό πορτοκάλι, βλ. P. J. Gehrke, «Deviant Subjects in Foucault and A Clockwork Orange: Criminological Constructions of Subjectivity», στο: G. Cocks, J. Diedrick & G, Perusek (επιμ.), Depth of Field: Stanley Kubrick, Film and the Uses of History. Madison: The University of Wisconsin Press 2006, 146-164.

[16] A. Burgess, «The clockwork condition. The author comments on his most famous book, in 1973».

[17] Ακόμα κι όταν ο κινηματογραφιστής Stanley Kubrick το μετέφερε με γενναιότητα στο σινεμά παράγοντας ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα, η ταινία λογοκρίθηκε και κατακρίθηκε από τον βρετανικό τύπο, για το ιδεολογικό και ηθικό της φορτίο, και θεωρήθηκε πως αποτελεί έντονα αρνητική επιρροή, όπως και το βιβλίο. Για αυτό ο Kubrick απαγόρευσε την αναπαραγωγή της και η προβολή της επιτράπηκε αφού πέθανε ο σκηνοθέτης· βλ., σχετικά, Δ. Στεργίου, «Κουρδιστό πορτοκάλι: Μια ταινία για τη βία που γεννά η βία», The art of crime 27, 2015, http://www.theartofcrime.gr/index.php?pgtp=1&aid=1427873779 (πρόσβαση: 8/12/2015). Ο Kubrick λειτούργησε όσο πιο δραστικά γινόταν, κάνοντας τη ριψοκίνδυνη κίνηση να μετατρέψει το ανατρεπτικό Κουρδιστό πορτοκάλι σε ένα κινηματογραφικά άρτιο αριστούργημα που μάλιστα εμπεριέχει το αρχικό τέλος που είχε δώσει ο Burgess στο βιβλίο. Μια εκτενέστερη αναφορά στην ταινία είναι έξω από τη στόχευση αυτής της μελέτης. Για μια κριτική εμβάθυνση, προτείνουμε ενδεικτικά τα εξής: S. Y. Mc Dougal (επιμ.), Stanley Kubricks A Clockwork Orange. New York: Cambridge University Press 2003· E. Pezzotta, Stanley Kubrick: Adapting the Sublime. Jackson, MS: University Press of Mississippi 2013· D. Shaw, «Nihilism and Freedom in the Films of Stanley Kubrick», στο: J. J. Abrams (επιμ.), The Philosophy of Stanley Kubrick. Lexington: The University Press of Kentucky 2007, 221-234.

[18] S. Y. Mc Dougal, «“What’s It Going to Be Then, Eh?”: Questioning Kubrick’s Clockwork», στο: Stanley Kubrick’s A Clockwork Orange, 1-18: 9.

[19] Στο σημείωμά του ο Burgess γράφει (230): «Η νάντσατ, μία εκδοχή της αγγλικής γλώσσας με πολλά στοιχεία ρωσικής, είχε σκοπό να πνίξει την ωμή αντίδραση που περιμένουμε από την πορνογραφία. Μετατρέπει το βιβλίο σε μία γλωσσολογική περιπέτεια. Ο κόσμος προτιμά την ταινία γιατί φοβάται, δικαίως, τη γλώσσα».

[20] Βλ. και το σημείωμα του συγγραφέα, 230.

[21] A. Burgess, «The Clockwork Condition. The Author Comments on His Most Famous Book, in 1973».

[22] Μ. Πανώριος, «Το κουρδιστό πορτοκάλι».