BLG – Minimalistic Theme Focused on Readability

EN

Χρονικό στην κόψη της κολάσεως

Λεωνίδας Μερτύρης

 

Ναι! Με το φιλί της αγάπης σε παραδίδουμε.

Με το φιλί της αγάπης σε παραδίδουμε στον εξευτελισμό, στα μαρτύρια, στο θάνατο!

Με τη φωνή της αγάπης καλούμε τους δήμιους να βγουν

από τα σκοτεινά τους λημέρια και στήνουμε το σταυρό·

και ψηλά πάνω από το σκοτάδι της γης υψώνουμε

στο σταυρό την αγάπη σταυρωμένη από την αγάπη.

Λεονίντ Αντρέγιεφ

 

 

Υπάρχει μία ιδιαίτερη ανάσα στη λέξη “ανθρώπινο” που όταν προφέρεται από τα χείλη αποκτά εξαίσια μουσικότητα και ενθουσιάζει τρυφερά τους κοχλίες των αυτιών καθώς οι νότες εισχωρούν γλυκά στον εγκεφαλικό φλοιό δημιουργώντας εξαίσιες εικόνες. Εικόνες ονειρικές. Εικόνες φανταστικές. Εικόνες ιδιαίτερες. Η διαφορετικότητα των ανθρώπων δίνει έμφαση και κύρος στη δύναμη των εγκεφαλικών κυττάρων όταν αυτά υφαίνουν τα όνειρα... Τα όνειρα για ένα καλύτερο αύριο και μια απλή ζωή γεμάτη αξιοζήλευτη αξιοπρέπεια. Οι πιο μύχιες επιθυμίες φανερώνονται τη στιγμή που ο άνθρωπος πεθαίνει φευγαλέα (βρίσκεται στην αστρική πλευρά της αρμονίας) κατά τη διάρκεια της νύχτας και ανασταίνεται (εναρμονισμένος με τη θεϊκή υπόσταση) το πρωί με μια γλυκιά ανάμνηση προσμονής. Αξίζει να προσμένει κανείς την ευημερία και τη χαρά στις έσχατες μέρες που ζούμε; Φυσικά αξίζει. Κάθε δευτερόλεπτο ζωής είναι εξαιρετικά πολύτιμο και πρέπει να ξοδευτεί ικανοποιητικά και χρήσιμα. Οι άνθρωποι που δεν κάνουν όνειρα είναι νεκροί κι ας περιφέρονται ως ζωντανοί. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα, κανένας δεν μπορεί να μας στερήσει (όταν όλα συνωμοτούν εναντίον μας, από τις δύστροπες κυβερνήσεις μέχρι και την εξουθενωτική αντανάκλαση του σύμπαντος στα τηλεσκόπια της παρακολούθησης) την ελπίδα να ζήσουμε ειρηνικά (όσα χρόνια ζωής μας απομένουν, όσα χαρούμενα λεπτά κυριαρχούν στις αισθήσεις μας) πάνω στον ταλαιπωρημένο πλανήτη μας που αποκαλούμε (με ειρωνική διάθεση) μητέρα γη. Η φράση “μητέρα γη” έχει ειδική βαρύτητα, όμως οι άνθρωποι για λόγους που οι ίδιοι γνωρίζουν (εκμετάλλευσης και κακίας πρωτίστως) λατρεύουν συνεχώς να τη δαγκώνουν, να τη βιάζουν και να την τεμαχίζουν.

Εφόσον δεν θα κάναμε ποτέ κακό στη βιολογική μας μητέρα (δυστυχώς εξακολουθούν να υπάρχουν απεχθείς μητροκτόνοι), τότε γιατί καθημερινά τα ακονισμένα σπαθιά μας μπήγονται ακόμη πιο βαθιά στη μήτρα της γης; Γιατί δεν αντιστεκόμαστε στην αδυσώπητη οργή που μολύνει το αίμα μας απαιτώντας την κάθαρση με άλλο αίμα; Γιατί επικροτούμε τη βίαιη συμπεριφορά παρά την ανθρώπινη; Γιατί ξεχάσαμε το αιματοβαμμένο παρελθόν της ανθρωπότητας και θέλουμε να λουζόμαστε συνεχώς με μελλοντικό αίμα; Γιατί οι άνθρωποι δελεάζονται να σκοτώνουν άλλους ανθρώπους; Θέλουμε τις ιδιαίτερες ανάσες που αναβλύζουν από τη λέξη “ανθρώπινο”· χρειάζονται όσο ποτέ άλλοτε για να επουλωθεί πλήρως η πληγωμένη μας συνείδηση και να συνεχίσουμε να χαμογελάμε πραγματικά ελεύθεροι δίχως φόβο αλλά με πάθος. Η ηρωίδα του βιβλίου Η χρονιά της ερήμου (El año del desierto [2005]· μτφ. Β. Κνήτου. Αθήνα: Πόλις 2010) του Πέδρο Μαϊράλ, Μαρία Βαλντές Νέιλαν, αποτελεί φωτεινό παράδειγμα ενός ανθρώπου που διατήρησε ακέραιη την ανθρωπιά και την αξιοπρέπειά του μέσα στην εφιαλτική δυσοσμία της κόλασης και επέζησε από το κράμα του θανάτου και της βίας που την καταδίωκε συνεχώς. Όταν η λογοτεχνία συναντά τη ζωή (και αντίστροφα) το αποτέλεσμα είναι απολαυστικό· η ζωή είναι τέχνη και η τέχνη είναι ζωή.

Όταν ένας άνθρωπος σπάει τη σιωπή του μετά από αρκετά χρόνια, πρέπει να τον ακούσουμε ταπεινά καθώς περιγράφει (άλλοτε έντονα και άλλοτε αργά) τις εμπειρίες του και να μην διακόψουμε για κανέναν λόγο (ερωτήσεις, περιέργεια) τη ροή της αφήγησής του. Πρέπει να του κρατήσουμε σιωπηλά το χέρι, να τον κοιτάζουμε έντονα στα μάτια μέχρι να γευτούμε ευλαβικά τα συγκινητικά δάκρυά του. Με αυτόν τον τρόπο γινόμαστε κοινωνοί της ψυχής του. Μιας ψυχής βασανισμένης, που ο διακαής πόθος της είναι να λυτρωθεί μέσω των λέξεων και της κατανόησης. Ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε την ευμετάβλητη φύση της ανθρώπινης ύπαρξης. Όταν μπορούμε να βοηθήσουμε έναν συνάνθρωπό μας πρέπει να το κάνουμε ανιδιοτελώς. Είναι συγκινητικό να βλέπεις τον άνθρωπο ως άνθρωπο (να μοιράζεσαι τον πόνο του) και όχι ως αποταμιευτική μηχανή σαγήνης. Επιτέλους, ας καταστραφούν οι δικλείδες ασφαλείας της καρδιάς (που κρατάνε φυλακισμένα τα συναισθήματά μας) κι ας γίνουμε μία ελπιδοφόρα λάμψη που θα χαράξει ασυγκράτητα τον ουρανό απ’ άκρη σ’ άκρη. Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, «Χάρτες», μας κατατοπίζει ως προς ό,τι πρόκειται να ακολουθήσει. Όμως, ας μην μιλάω άλλο εγώ (θα το κάνω όταν χρειαστεί), ας μιλήσει η γλυκιά φωνή της Μαρίας. 

«Χτυπάει το κουδούνι των δώδεκα και η βιβλιοθήκη αδειάζει. Τελειώνω με την τακτοποίηση των βιβλίων, βάζω τις καρέκλες στη θέση τους και πηγαίνω στο δωμάτιο όπου φυλάνε τους χάρτες. Ξεδιπλώνω τους παλιούς χάρτες πάνω στο τραπέζι, κοιτάζω τα μέρη, τα ονόματα, τις λεωφόρους. Διατρέχω με το δάχτυλο τους σταθμούς του τρένου και τους δρόμους, προσπαθώ να θυμηθώ κάποιες γωνίες, κάποια τετράγωνα ή πλατείες αυτού του τεράστιου, ανύπαρκτου πια τρελοκομείου. Οι δρόμοι της πόλης όπου ζω τώρα δεν είναι τόσο τακτοποιημένοι και συμμετρικοί, μοιάζουν με λαβύρινθο. […] Μου αρέσει αυτή η δουλειά. Μου αρέσει η σιωπή. Πέρασα πέντε χρόνια στη σιωπή, μέχρι που οι λέξεις επέστρεψαν, πρώτα στα αγγλικά, λίγο λίγο, ύστερα στα καστιλιάνικα, ξαφνικά, με φράσεις και επιτονισμούς που μου ξανάφεραν στο νου πρόσωπα και διαλόγους» (7-8).

Πόσο πολύτιμη είναι η μοναξιά για έναν άνθρωπο... Η μοναξιά (στα επιτρεπτά της όρια) έχει την ικανότητα να προσδιορίσει ξανά (κυρίως μέσω των λέξεων και μετά των εικόνων) την υπόσταση μιας προσωπικότητας που, μολονότι πέρασε εξαιρετικά δύσκολα (οι συνθήκες διαβίωσης και κυρίως οι ψυχικές μεταπτώσεις την μετέτρεψαν σε κάτι διαφορετικό), επανέρχεται ξανά στη ζωή με περίσσια δύναμη και κουράγιο. Ο ρόλος των λέξεων (του κυρίαρχου μέσου επικοινωνίας) είναι σημαντικός. Η διάθεση για επανασύνδεση με το παρελθόν (ασχέτως αν αυτό είναι ζοφερό και σκοτεινό), για την ταυτοποίηση του “ποιος ήμουν;” και του “ποιος είμαι;”, είναι αναγκαία για να συνεχίσει κανείς να ζει. Η δύναμη του ανθρώπινου νου είναι πολύτιμη και ο ρόλος του υποσυνείδητου είναι το βασικό κλειδί για να ξεκλειδώσουν τα συρτάρια της μνήμης όπου οι αναμνήσεις έχουν κρυφτεί έκδηλα τρομαγμένες. Η Μαρία μετά από πέντε χρόνια περιπλάνησης και αλλάζοντας συνεχώς ως άνθρωπος (ελέω των καταστάσεων) βρίσκεται ασφαλής σε κάποια χώρα της Ευρώπης και, μέσα από τη βιβλιοθήκη όπου εργάζεται και της παρέχει αμέριστη ζεστασιά και φροντίδα, επιστρέφει (νοερά) στο σπίτι της στο Μπουένος Άιρες λίγο πριν η Κοσμοχαλασιά πλήξει τη χώρα. Σε ποιον δεν αρέσει να γυρίζει στο σπίτι του έστω και έτσι; Σε ποιον δεν αρέσει να σκαλίζει εικόνες αθωότητας και ανεμελιάς; Πώς είναι δυνατόν να ξεχάσεις το σπίτι όπου μεγάλωσες, εκεί όπου τα όνειρα μετατράπηκαν σε επιθυμίες και οι επιθυμίες μετατράπηκαν σε πράξεις; Θα ήταν πολύ ωραίο αν μπορούσαμε να γίνουμε και πάλι παιδιά, τότε που ο κόσμος φάνταζε στα αθώα μάτια μας σαν μια υπέροχη ζωγραφιά που κανείς δεν ήθελε να σβήσει ούτε έναν κόκκο χρώματος για να μην χαθεί το υπέροχο νόημά της.

Αργεντινή, Δεκέμβρης 2001. Η οικονομική και πολιτική κατάσταση της χώρας έχει φτάσει στο τέλος της διαδρομής. Μιας διαδρομής που ακολούθησε πιστά τις τακτικές του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, με αποτέλεσμα να χρεοκοπήσει η χώρα και οι κάτοικοί της από φιλήσυχοι πολίτες να μετατραπούν σε εκδικητικά εμφύλια κτήνη για να επιβιώσουν μέσα σε αυτό το απύθμενο χάος της πείνας, της εξαθλίωσης, της ισοπέδωσης των κοινωνικών θεσμών, της απόγνωσης και της οργής που δημιούργησε ένας νόμιμος οργανισμός, που πρωταρχική σκέψη του είναι το χρήμα και όχι η ανθρώπινη ζωή. Ο νόμος των ισχυρών σε όλο του το μεγαλείο και τη δόξα. Η Μαρία ξετυλίγει το κουβάρι των αναμνήσεων της από τον χώρο εργασίας της (δουλεύει ως γραμματέας σε μεγάλη χρηματοοικονομική εταιρία), όπου η κρίση είναι εμφανής καθώς η δουλειά προχωράει πολύ αργά, ενώ στην ουσία τίποτα δεν λειτουργεί: «Κάποιες φορές, μου έδιναν να μεταφράσω κάτι και το έκανα μεταξύ των τηλεφωνημάτων, αν και τώρα προχωρούσα πιο αργά γιατί έπρεπε να χρησιμοποιώ την ηλεκτρική γραφομηχανή, μια πράσινη IBM που έμοιαζε με τανκ. Χρειάστηκε να συνηθίσουμε να γράφουμε τα πάντα πρώτα στο χέρι, έτσι που να μπορούμε να διορθώνουμε όλο το κείμενο και ύστερα να το περνάμε στη γραφομηχανή, γιατί αν έκανες έστω και ένα λάθος θα έπρεπε να το πιάσεις πάλι όλο απ’ την αρχή» (12-13).

Η Μαρία είναι χαρούμενη με τη δουλειά της, η τυπικότητα και η επιμέλεια είναι τα ιδιαίτερα προσόντα της, νιώθει χρήσιμη και ικανή, μολονότι η ολική καταστροφή απέχει ελάχιστα εκατοστά από τις ζωές των εργαζομένων. Αυτή η “ανάμνηση ζωής” φανερώνει έναν άνθρωπο που η αθωότητα των παιδικών του χρόνων και τα καθοριστικά βιώματα έχουν στιγματίσει για πάντα: «Ύστερα από λίγο, καθώς άδειαζα κάτι κουτιά ντυμένα με χαρτί εφημερίδας, είδα μια φωτογραφία της μαμάς. […] Η στιγμή που μου ανακοινώθηκε πως η μαμά είχε πεθάνει ξύπνησε μέσα μου ολοζώντανη» (σ. 24)· «Και ξάφνου οι Σάλας μού φάνηκαν σαν καταπατητές. Αυτό ήταν το δικό μου σπίτι. Ήταν η μαμά και η απουσία της συγχρόνως» (42).

Μέσα στη “λειτουργική στοργή” των αναμνήσεων που κατά κάποιον τρόπο χαροποιούν την καρδιά της Μαρίας υπάρχει και ο Αλεχάντρο, ο όμορφος υπάλληλος μιας εταιρίας κούριερ με τον οποίο διατηρεί ερωτική σχέση. Η απλότητα του δεσμού τους φανερώνεται όταν ένα πολύ απλό δώρο χαροποιεί την ψυχή της Μαρίας. Ένα «ασημένιο δαχτυλίδι με μια οβάλ ακουαμαρίνα» από το «παζάρι του Πάρκε Σεντενάριο» (11), και όχι ένα πολυτελές διαμέρισμα (για να ισορροπήσει υποκριτικά η αγάπη), ένα πανάκριβο αυτοκίνητο (για να καρποφορήσει μονόπλευρα η αγάπη), ένα ταξίδι σ’ έναν εξωτικό προορισμό (για να οριστικοποιηθεί ψεύτικα η αγάπη). Η Μαρία είναι τόσο απλή, που ένας περίπατος και μια βόλτα με τη μηχανή του αγαπημένου της Αλεχάντρο είναι ικανά να της προσφέρουν όλο τον κόσμο: «Έκλεινα τα μάτια μου κι ένιωθα μόνο την επιτάχυνση της μηχανής που μ’ έπαιρνε μακριά από κείνο το μέρος, που με ταξίδευε, μια δύναμη, μια κίνηση που μπερδευόταν με την τάση μου για φυγή, με τη διάθεσή μου ν’ αλλάξω περιβάλλον» (16-17). Άλλωστε, για να ευδοκιμήσει η αγάπη χρειάζεται απλότητα. Η πολυπλοκότητα είναι για εκείνους που νομίζουν πως με το χρήμα μπορούν να τα έχουν όλα (μπορούν όμως να εξαγοράσουν τον θάνατο;). Η κυρίαρχη επιλογή στη ζωή θα έπρεπε να είναι η αγάπη και όχι το χρήμα που είναι (ιδανικά) ένα μέσο για να καλύπτει κανείς τις στοιχειώδεις ανάγκες του, όχι για να υπερηφανεύεται, να οικτίρει, να εκμεταλλεύεται τους συνανθρώπους του. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να αξιοποιείς τον πόνο των άλλων προς δικός σου όφελος. Η αγάπη είναι η ίδια η ζωή. Ποιος μπορεί να ζήσει χωρίς αγάπη;

Την ημέρα που η Μαρία έχει τα γενέθλιά της, η Κοσμοχαλασιά έχει ήδη αρχίσει να καταστρέφει οτιδήποτε βρίσκει στο πέρασμά της και να θριαμβεύει με ιαχές ενάντια στους ανθρώπους που προσπαθούν να καταλάβουν τι έχει συμβεί και πώς θα το αντιμετωπίσουν: «Ο δρόμος ήταν στρωμένος με φέιγ βολάν. Έσκυψα και πήρα ένα. Έλεγε: “Η Κοσμοχαλασιά που η κυβέρνηση αρνείται να δει”. Είχαν φωτογραφίες από ένα τετράγωνο πριν και μετά την Κοσμοχαλασιά. Στο “πριν” έβλεπες τα σπίτια το ένα δίπλα στ’ άλλο, ενώ στο “μετά” φαίνονταν μόνο άδειες αλάνες. […] Κάτι τύποι έσερναν ταμπέλες που έγραφαν “Εκτελούνται έργα”, προκειμένου να στήσουν ένα οδόφραγμα. Κάποιοι άλλοι προσπαθούσαν να σπάσουν μια βιτρίνα αλλά δεν μπορούσαν· τα κοτρόνια και τα κομμάτια απ’ τις σπασμένες πλάκες αναπηδούσαν στο γυαλί, κάνοντας τις αντανακλάσεις πάνω του να κυματίζουν, λες και ήταν νερό» (17).

Η Μαρία φοβάται για τη ζωή της, αλλά δεν παύει να σκέφτεται τον αγαπημένο της. Άραγε, πού να βρίσκεται; Μήπως είναι νεκρός; Αυτή η ανησυχία (που από τη μία την εξοργίζει και από την άλλη την κάνει να ανησυχεί πολύ) δείχνει πόσο νοιάζεται γι’ αυτόν. Η Μαρία έχει πάρει αγάπη στη ζωή της κι έτσι είναι απόλυτα ικανή να αγαπήσει. Ολόγυρά της η πρωτεύουσα της χώρας καταστρέφεται, λεηλατείται, αλλά αυτή θα ήθελε μόνο να ήταν εκεί μαζί της ο Αλεχάντρο. Η έννοια της αγάπης συμπεριλαμβάνει και τη συντροφικότητα. Ένα χάδι, ένα φιλί, μια αγκαλιά από τον αγαπημένο της είναι ό,τι χρειάζεται για να διώξει τον φόβο μακριά. Ο Αλεχάντρο είναι ο προστάτης της, δίχως αυτόν νιώθει μόνη και απροστάτευτη. Μετά από μερικές μέρες (αγωνίας και μύχιων ερωτημάτων) μαθαίνει πού βρίσκεται ο Αλεχάντρο από τον αδερφό του. Οι δυνάμεις του καθεστώτος τον έχουν στρατολογήσει (βρίσκεται στο Κάμπο ντε Μάγιο), καθώς η στρατιωτική θητεία είναι πλέον υποχρεωτική.

Ο άνθρωπος που αγαπάει είναι έγκλειστος σ’ ένα στρατόπεδο και της έχει απομείνει μόνο ο πατέρας της. Ο πατέρας της που βρίσκεται κλεισμένος στο διαμέρισμά τους παρέα με άλλους ανθρώπους (καταπατητές του οικογενειακού ασύλου), καθώς όλοι αναζητούν ένα καταφύγιο για να σωθούν από τον όλεθρο. Η μόνη του ασχολία είναι να παρακολουθεί σε μια παλιά ασπρόμαυρη τηλεόραση (κρατώντας το τηλεκοντρόλ της καινούργιας) μαγνητοσκοπημένα προγράμματα από το αρχείο της (ταινίες και σαπουνόπερες). Οι κάτοικοι που ζουν στην πολυκατοικία της Μαρίας αρχίζουν να την θωρακίζουν. Φράζονται τα ανοίγματα των ισογείων και ενισχύονται οι σκοπιές. Τα οικοδομικά τετράγωνα επικοινωνούν μεταξύ τους με υποτυπώδεις εναέριες γέφυρες και υπόγεια τούνελ (καθώς οι άνθρωποι αρνούνται να κατεβούν στους δρόμους που περπατούσαν). Η κατάσταση έχει ξεφύγει από κάθε όριο και η δυσπιστία έχει γεμίσει με μίσος τις καρδιές των ανθρώπων. Ο στρατός και οι αμυντικές δυνάμεις των πολιτών δεν κατάφεραν να αναχαιτίσουν τις γραμμές της Επαρχίας, επαναστατικές δυνάμεις έχουν εισχωρήσει στο Μπουένος Άιρες. Οι άνθρωποι αρχίζουν να φανερώνουν τα βίαια ένστικτά τους δολοφονώντας εν ψυχρώ συνανθρώπους τους με απεχθείς τρόπους: «Αναποδογύρισαν το αυτοκίνητο και του ’βαλαν φωτιά μ’ εκείνον μέσα. Ήταν αρχιτέκτονας. […] Κι εκεί πέρα, προς τη λεωφόρο Λας Έρας, είναι δυο κρεμασμένοι που αιωρούνται από ’να μπαλκόνι» (67)· «Είχαν στραγγαλίσει τον Πρόεδρο των Διαχειριστών με το καλώδιο ενός αποχυμωτή» (78).

Οι εσώκλειστοι (υγιείς ακόμη στο μυαλό...) κάτοικοι αποφασίζουν «να γίνονται καύσεις νεκρών και φτιάχνεται η πρώτη φυλακή» (73). Η Μαρία νιώθει αφάνταστα μόνη και η δουλειά που κάνει ως συλλέκτρια σκουπιδιών τής έχει καταρρακώσει το ηθικό. Η κατάσταση υγείας του πατέρα της χειροτερεύει από μέρα σε μέρα, και η ψυχική πίεση των ευθυνών που ασκείται στη Μαρία τής φανερώνει τη “γοητεία” να ελευθερωθεί από όλα αυτά: «Τάιζα τον μπαμπά μου κάθε είδους πουρέδες. Έπρεπε να τον καθαρίζω και να τον πλένω. [...] Κάποιες φορές […] του μιλούσα και προσπαθούσα να τον ξυπνήσω, μα εκείνος δεν αντιδρούσε. Απ’ τη μια ήθελα να ξυπνήσει, απ’ την άλλη όμως σκεφτόμουν ότι, αν συνέχιζε έτσι η κατάσταση, ας συνέχιζε να κοιμάται, για να αποφεύγει όλη εκείνη την πραγματικότητα. Μου ’ρθε στο νου η σκέψη ότι ήξερε ή διαισθανόταν τι συνέβαινε και προτιμούσε να μην ξυπνήσει. Έφτασα ώς και να τον ζηλεύω που μπορούσε να περνάει τη ζωή του έτσι, κοιμισμένος, δίχως ιδέα για όλα εκείνα τα βάσανα. [...] Ήθελα να είμαι ελεύθερη από κάθε ευθύνη όπως οι τρελοί, ν’ αφήσω τα ηνία, να παραιτηθώ, και κάποιος άλλος ν’ αναλάβει τα πάντα, τον μπαμπά, το καθάρισμα, το μαγείρεμα, το φόβο, το ντύσιμο, το φαγητό» (60).

Μέσα σε όλο αυτό το παράλογο σκηνικό τρόμου ένα γράμμα του Αλεχάντρο τής δίνει ξανά ελπίδες ζωής. Της γράφει, ανάμεσα σε άλλα, ότι επειδή λιποτάκτησε ο ίδιος σκότωσαν τον αδερφό του, διαχωρίζει το “εμείς” από το “εκείνοι” δείχνοντας πως ανήκει μάλλον στις ομάδες της Επαρχίας, μιλάει για τεράστιους τάφους «στα φρεάτια που άλλοτε ήταν πισίνες κολύμβησης» (88), λέει πως μερικοί έφαγαν τα βουβάλια και τις γαζέλες από τον ζωολογικό κήπο. Λόγω της μακριάς του κόμης δεν θα τον αναγνώριζε, της γράφει. Στο τέλος, αναφέρεται στο τραγούδι του Χέντριξ The Wind Cries Mary (ο ίδιος αποκαλεί πάντα Μέρι τη Μαρία) και λέει πως όταν όλα τελειώσουν μπορούν να πάνε να ζήσουν στην Κόρδοβα: Γαντζώνεται από το όνειρο που μοιράζεται μαζί της (την επανένωσή τους) κι απ’ την αγάπη του νεκρού αδερφού του (89). Το γράμμα ενώνει έστω και για λίγο τη Μαρία και τον Αλεχάντρο, μέσω των ονειρικών διαδρομών που επινοεί το υποσυνείδητο όταν θέλει να ενώσει δύο ανθρώπους (που αγαπιούνται πραγματικά). Τα όνειρα έχουν τη δύναμη να δώσουν ζωή ακόμη και σε έσχατες καταστάσεις παρηγορώντας την ψυχή με θετικές πνοές: «Κοιμήθηκα με το γράμμα στην αγκαλιά μου κι ονειρεύτηκα ότι εκείνος είχε έρθει, ότι άγγιζα τα γένια του και ότι τα μαλλιά του ήταν μακριά, μαύρα και πυκνά, μα δεν ένιωθα σίγουρη ότι ήταν όντως αυτός» (90).

Η χαρά της Μαρίας, όπως κάθε όμορφο όνειρο, διαρκεί για λίγο, επειδή ο πατέρας της χάνει το αντανακλαστικό της κατάποσης και τον μεταφέρει μ’ έναν γείτονα στο νοσοκομείο. Το νοσοκομείο είναι κυριολεκτικά υπό διάλυση αφού φάρμακα και ιατρικά εργαλεία δεν υπάρχουν. Οι νοσοκόμες και οι γιατροί κάνουν ό,τι μπορούν για να απαλύνουν τον πόνο των ασθενών, αλλά ο θάνατος έχει απλώσει κι εκεί τα φτερά του κρύβοντας κάτω από τις σκιές του ψυχές ανθρώπων: «Μου ήταν δύσκολο να σκληρύνω, να βρω τη δύναμη ν’ αντέξω την αηδία που μου προκαλούσαν όλ’ αυτά» (102). Η Μαρία εξακολουθεί να διατηρεί ακέραιες τις ευαισθησίες της, πονάει με τον πόνο των συνανθρώπων της και προσφέρει τις υπηρεσίες της στο κοινωνικό σύνολο (ήδη η προϊσταμένη τής έχει μάθει αρκετά πράγματα για τη φροντίδα των ασθενών). Τη στιγμή που αποτεφρώνουν τον πατέρα της στην ταράτσα ενός κτιρίου, γυρίζει πίσω στον χρόνο και για κλάσματα δευτερολέπτων θυμάται ευχάριστες στιγμές που πέρασε μαζί του: «Το μόνο που ήξερα για μένα ήταν πως είχα μείνει ορφανή. Παρόλο που μέχρι τότε εγώ ήμουν εκείνη που φρόντιζε τον μπαμπά, τώρα, χωρίς αυτόν, ένιωθα περισσότερο απροστάτευτη, περισσότερο αδύναμη. Έπρεπε απλώς να παραμείνω σε κίνηση, δίχως ν’ αναρωτιέμαι για τόσα πράγματα» (111). Τα λόγια αυτά φανερώνουν αποκαλυπτικά στα μάτια μας ότι η ζωή της Μαρίας θα γίνει ακόμη πιο σκληρή τις επόμενες μέρες (προφανώς η ηρωίδα διαισθάνεται τις εξελίξεις στη ζωή της) και γι’ αυτό πρέπει να εξοικειωθεί με την προστασία του εαυτού της μέσα στον πυρήνα του κακού που συνεχίζει ακάθεκτο να καταστρέφει.

Όταν το νοσοκομείο μετατρέπεται σε εστία μόλυνσης και δεκάδες άνθρωποι πεθαίνουν ημερησίως, η άρρωστη προϊσταμένη λέει στη Μαρία να φύγει για να μην βρει κι αυτή τραγικό τέλος. Πλέον, ο δρόμος είναι το σπίτι της Μαρίας και οι νύχτες είναι αρκετά σκληρές. Η περιπλάνησή της την οδηγεί σ’ ένα ξενοδοχείο όπου γνωρίζει την Καταλίνα και εργάζονται ως καθαρίστριες με αντίτιμο ένα πιάτο φαγητό και ένα κρεβάτι για να κοιμηθούν. Κάποια μέρα η Καταλίνα δεν βρίσκεται στο πόστο της και η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου αφού βρίζει τη Μαρία την απολύει. Η Μαρία έχει για συντροφιά μια μικρή σκυλίτσα (τη Μαυρούλα) που βρήκε στο δρόμο και δεν την αποχωρίζεται ποτέ. Ο πιστός φίλος του ανθρώπου υπό άσχημες συνθήκες παραμένει πιστός φίλος. Η Μαρία βρίσκει ξανά τα ίχνη της Καταλίνα που εργάζεται ως ιερόδουλη στο Ocean Bar και καθώς δεν υπάρχει άλλη ελπίδα διαφυγής, αναγκάζεται, υπό το αυστηρό βλέμμα και το φόβο που προκαλεί και στις υπόλοιπες κοπέλες ο Επίσκοπος, να κάνει κι αυτή την ιερόδουλη: «Ο σιχαμερός εκείνος άνθρωπος με στρίμωξε στη γωνία και μου είπε: “Δείξε μου το αίμα”. Εγώ τον κοίταξα με μίσος και λυπήθηκα που δεν είχα μαζί μου το μαχαίρι μου. Μ’ έπιασε απ’ το λαιμό και μου το ξανάπε. Αν και πονούσαν οι ωοθήκες μου, δεν ήμουν σίγουρη αν είχα κανονικά αίμα, αλλά έχωσα το δάχτυλο στο εσώρουχό μου και ζωγράφισα ένα σταυρό στο πρόσωπό μου με τα ίδια μου τα υγρά. “Αυτή τη φορά, τη γλίτωσες”, μου είπε και μ’ άφησε κι έφυγε» (178).

Είναι ολοφάνερο πως η Μαρία έχει αρχίσει να σκληραίνει. Η αχρεία συμπεριφορά αυτού του ανθρώπου προς την ίδια και τις υπόλοιπες γυναίκες (οι συνθήκες διαβίωσης και υγιεινής είναι απαράδεκτες) εξωθεί το μυαλό της σε άσχημες σκέψεις. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή της που σκέφτεται να σκοτώσει έναν άνθρωπο. Έτσι, μια μέρα που ο Επίσκοπος την ξυλοκοπάει με σκοπό να τη βιάσει, εκείνη (με τη βοήθεια της Καταλίνα) τον πνίγει. Μετά από αυτό το συμβάν (και την δικαιολογημένη πράξη της Μαρίας, εφόσον κινδύνευε η σωματική της ακεραιότητα), η διάθεση για ζωή γίνεται ορατή και η φυγή από την πρωτεύουσα με ένα κάρο (μαζί με την Καταλίνα, τον Γκαμπριέλ και τη Λούμα) είναι επιτακτική. Η Μαρία, μολονότι είναι χτυπημένη και σε κάθε τράνταγμα του κάρου ο πόνος υπενθυμίζει τα χτυπήματα που δέχθηκε από τον Επίσκοπο, κάνει όνειρα για κάτι καλύτερο. Εξακολουθεί να ελπίζει ότι μέσα σε αυτόν τον συρφετό απόγνωσης και θανάτου υπάρχει μια ελπίδα ζωής. Μια ελπίδα που μπορεί να γονιμοποιήσει κι άλλες ελπίδες. Είναι ολοφάνερο ότι η Μαρία πιστεύει στους ανθρώπους. Στους ανθρώπους που η καρδιά τους έχει μέσα υπολείμματα αγνής συμπεριφοράς προς τον συνάνθρωπο: «Εγώ ήθελα τόσο πολύ να φύγω μακριά απ’ το Μπάχο, που η ίδια η κίνηση, όσο αργή και αδέξια κι αν ήταν, μου προξενούσε χαρά. Στο νου μου είχα το κέντρο της πόλης. Κάθε γωνιά του μου προκαλούσε αγωνία. Ήθελα να φύγω από κει πέρα, να βγω απ’ αυτό το δίχτυ των οδών με τα χίλια ονόματα και να βρεθώ επιτέλους στην ύπαιθρο» (225-226).

Ενώ το κάρο συνεχίζει την πορεία του προς την ύπαιθρο, η Μαρία θυμάται τους νεκρούς γονείς της και η νοσταλγία αυτή την οδηγεί στο κοιμητήριο όπου είναι θαμμένη η μητέρα της μαζί με τους γονείς της (αδειάζει εκεί τις στάχτες του πατέρα της): «Σκούπισα τα δάκρυά μου κι ακούμπησα το άδειο δοχείο πλάι στην πλάκα, μήπως και κατάφερνα να ξανάρθω κάποια μέρα και να τους φέρω λουλούδια» (230). Η Μαρία που έχει περιπλανηθεί στους δρόμους. Η Μαρία που έγινε ιερόδουλη. Η Μαρία που σκότωσε έναν άνθρωπο. Η πράξη που κάνει (ο φόρος τιμής στους γονείς της) φανερώνει τις πιο μύχιες σκέψεις της (εξακολουθούν να υπάρχουν μέσα της καλά στοιχεία) και τα δάκρυα που προσφέρει σαν ύστατο χαίρε είναι ένα είδος συγγνώμης και λύτρωσης προς τους ανθρώπους που την έφεραν στον κόσμο και τις δίδαξαν τις αξίες της ζωής. Η τραυματισμένη της ψυχή εξακολουθεί να αναπνέει και μαζί με αυτήν, το μυαλό της παραμένει υγιές και έτοιμο να αντιμετωπίσει (μαζί με το σώμα της) τις αντιξοότητες που θα συναντήσει στη συνέχεια.

Η άφιξή τους στο αγρόκτημα Λα Περεγκρίνα τους χαροποιεί, καθώς εκεί μπορούν να δουλέψουν. Εγκαθίστανται σε ένα παλιό σχολείο που σιγά-σιγά το επισκευάζουν. Οι δουλειές είναι αρκετά σκληρές, όμως η Μαρία ανταπεξέρχεται στις υποχρεώσεις της. Χαίρεται που της επιτρέπουν να διδάξει τα παιδιά, αλλά ένας προδότης φανερώνει το “αμαρτωλό” παρελθόν της, και ξαφνικά όλη η κοινότητα στρέφεται εναντίον αυτής και των φίλων της, που αναγκάζονται να αποχωρίσουν. Οι άνθρωποι επιδιώκουν το κακό. Δεν έχουν μάθει να συγχωρούν, λες και όσοι απαρτίζουν την κοινότητα είναι ενάρετοι και άσπιλοι. Καθώς περνάνε με το κάρο από την Μερσέντες, δέχονται επίθεση από μια ομάδα ιθαγενών. Ο Γκαμπριέλ και η Καταλίνα βρίσκουν καταφύγιο σ’ ένα σπίτι ενώ η Μαρία πέφτει θύμα απαγωγής. Ακόμη και τότε, τη στιγμή του απόλυτου πανικού, η Μαρία σκέφτεται το μέλλον των φίλων της: «Δεν τους ξαναείδα ποτέ πια. Ελπίζω να επέζησαν και να βρίσκονται κάπου μαζί με το παιδί τους. Την έλεγαν Καταλίνα Οκάνια. Ήταν η φίλη μου, η αδερφή μου, η προστάτιδά μου. Το επίθετο του Γκαμπριέλ δεν το θυμάμαι» (278).

Η Μαρία βρίσκεται αιχμάλωτη (από ιθαγενείς της προκολομβιανής φυλής) και είναι ξανά υπό τις διαταγές ενός άγριου άντρα με το όνομα Ποντικμούρ. Κι ενώ αυτός τη θέλει για ερωτική σκλάβα (για μισό λεπτό την ημέρα, καθώς εκσπερματώνει πρόωρα) εκείνες που την βασανίζουν πραγματικά είναι «οι γυναίκες του και οι γριές» (286): «Εκείνο που έπρεπε να κάνω ήταν ν’ αλέσω καλαμπόκι, κοπανώντας το μέσα στο γουδί επί ώρες, μ’ ένα πολύ βαρύ γουδοχέρι που μου έγδερνε τα χέρια, διέλυε τα μπράτσα, τους ώμους, τον αυχένα, την πλάτη μου. Έφτανα να κλαίω απ’ την κούραση και τον πόνο. Αναγκάστηκα ακόμη να μάθω να σφάζω και να τεμαχίζω κρέας» (287). Μολονότι η κυριαρχία των αντρών δεν αμφισβητείται (αυτοί θέλουν κυρίως να βιάζουν τις γυναίκες), οι γυναίκες της φυλής είναι εκείνες που φέρονται απάνθρωπα στις αιχμάλωτες καθώς η σωματική και ψυχολογική βία που ασκείται σε αυτές είναι ανεξέλεγκτη. Η Μαρία υπομένει όλα τα μαρτύρια που της κάνουν και παίρνει την εκδίκησή της με διάφορα τεχνάσματα: «Τους έστηνα μικροπαγίδες: έβαζα ένα φύλλο από ομπού κομμένο κομματάκια μέσα στο μάτε τους για να τις πιάνει διάρροια, χαλάρωνα λιγάκι τις πέτρες της εισόδου για να γλιστρούν στη λάσπη, τους έβαζα ψύλλους στα ρούχα και στα στρώματα όπου κοιμούνταν» (290).

Κι ενώ όλα δείχνουν ότι η Μαρία θα μείνει για πάντα αιχμάλωτη αυτής της φυλής, εμφανίζεται στον καταυλισμό ένας φίλος του Αλεχάντρο, ο Βίκτορ. Ο Βίκτορ είναι επικεφαλής μιας επαναστατικής ομάδας και αποκαλύπτει στη Μαρία ότι ο  Αλεχάντρο είναι νεκρός. Η είδηση αυτή καταρρακώνει τη Μαρία, όμως πρέπει να φανεί δυνατή επειδή η ζωή συνεχίζεται. Παρακαλεί τον Βίκτορ να την πάρει μαζί του και αυτός διαπραγματεύεται με έναν από τους αρχηγούς της φυλής για την τύχη της. Τελικά, τρεις γκαστρωμένες φοράδες είναι το αντίτιμο ελευθερίας για τη Μαρία που συνεχίζει την περιπλάνησή της με τους άντρες της επαναστατικής ομάδας στο αχανές τοπίο: «Διασχίσαμε εκτάσεις μαύρες απ’ τη στάχτη, χωράφια που είχαν καεί κι έναν κάμπο με ξεραμένη λάσπη, διαβρωμένο και τσαλαπατημένο, που δεν καταλάβαινα τι ήταν, μέχρι που είδα το χνάρι ενός απελπισμένου χεριού. Ήταν ένας αχταρμάς από ανθρώπινες πατημασιές και ίχνη αλόγων που δεν οδηγούσαν πουθενά. Ήταν λες και μέσα τους διατηρούσαν ακόμα τον αχό μιας μάχης» (318).

Ώσπου σ’ ένα ξέφωτο η επαναστατική ομάδα περικυκλώνεται από Ινδιάνους Ου. Οι Ου ήταν σε πόλεμο με μια άλλη φυλή, τους Γκουατό, και η επαναστατική ομάδα (επειδή χρωστούσε χάρη στους Ου) θα πολεμούσε στο πλευρό τους. Η Μαρία πηγαίνει ξανά σε νέο καταυλισμό, όμως αυτή τη φορά η ζωή της δεν βρίσκεται σε κίνδυνο. Αφού βοηθάει να θεραπευτεί ένας πολεμιστής, οι Ου την τιμούν, και σε μια νέα μάχη με τους Γκουατό τη χρησιμοποιούν (λόγω των κόκκινων μαλλιών της βάφουν και το σώμα της κόκκινο) ως τη Μεγάλη Μάγισσα της Κόκκινης Ευλογιάς και κρατούν μακριά τους εχθρούς τους. Η Μαρία έχει συνάψει ερωτικές σχέσεις με τον δεκαεπτάχρονο Μαϊνουμπί (ο οποίος της φέρεται τρυφερά) και σύντομα ανακαλύπτει ότι έχει μείνει έγκυος, όμως αποβάλλει: «Είμαι σχεδόν σίγουρη ότι είχα μείνει έγκυος απ’ τον Μαϊνουμπί, μετά από κάποιο διάστημα όμως απέβαλα. […] Θα μου άρεσε να είχα μια κόρη ή έναν γιο απ’ τον Μαϊνουμπί» (338).

Μετά από τόσες κακουχίες και την εναλλαγή έντονων συναισθημάτων μεταξύ ζωής και θανάτου, η Μαρία φανερώνει ξανά το μεγαλείο της ψυχής της καθώς μέσα σε όλη αυτή τη δίνη του κακού θα ήθελε να φέρει ένα παιδί στον κόσμο, ασχέτως αν οι άνθρωποι αυτού του κόσμου (με μερικές εξαιρέσεις) της φέρθηκαν απάνθρωπα. Η Μαυρούλα πάντα στέκεται στο πλευρό της σαν φύλακας άγγελος. Ένας περίεργος ξένος ονόματι Νιούφλο εμφανίζεται στον καταυλισμό (περιπλανιέται αρκετούς μήνες με τον σκελετό ενός φίλου του στην πλάτη) και οι Ου τού επιτρέπουν να στήσει ένα πρόχειρο κατάλυμα μέχρι να επανέλθουν οι δυνάμεις του για να γυρίσει στο Μπουένος Άιρες. Μια βροχερή μέρα μέσα στο δάσος ο Νιούφλο λέει στη Μαρία ότι είναι Χριστούγεννα, και απορεί πώς η Μαρία δεν καταλαβαίνει ότι όλα γύρω τους είναι ένας τεράστιος καθεδρικός, ένας πανύψηλος πράσινος ναός που όλα είναι Χριστός, τα δέντρα είναι Χριστός, όλοι μας είμαστε Χριστός, κάθε ζώο και κάθε σταγόνα της βροχής είναι ο Βασιλεύς Χριστός που πέφτει στη γη μαζί με το νερό για να μας αγκαλιάσει (340). Τα λόγια πίστεως αυτού του ανθρώπου προς τη Μαρία είναι μια τονωτική ψυχική ένεση που θα την ταρακουνήσει καθώς έχει ξεχάσει τον Ιησού Χριστό και τη σταυρική του θυσία για να χαρίσει την αιωνιότητα στους ανθρώπους. Ο Νιούφλο είναι εκείνος που σπέρνει ξανά τον σπόρο της πίστεως στην καρδιά της. Όταν της προτείνει να πάει μαζί του στο Μπουένος Άιρες εκείνη αρνείται κατηγορηματικά καθώς μια νέα ζωή έχει καθρεπτιστεί κρυστάλλινη στα μάτια της: «Ο χρόνος γέμιζε καινούργια πράγματα. Το παρελθόν δεν με πονούσε πια. Μπορούσα να ζήσω μέσα σ’ εκείνη την παράξενη αιωνιότητα» (341).

Οι αρχηγοί της φυλής (αφού της επιτρέπουν να ζήσει μαζί τους) αναγκάζουν τη Μαρία να συνοδεύσει μια ομάδα πολεμιστών στο Μπουένος Άιρες για να δουν τι έχει απομείνει από την πόλη. Αυτή αρνείται (από ένστικτο) να πάει μαζί τους, όμως θέλουν να την χρησιμοποιήσουν ως διερμηνέα. Το κακό δεν αργεί να συμβεί. Μέσα από το κτίριο όπου κάποτε δούλευε η Μαρία, πυροβολούν εναντίον της ομάδας και τραυματίζουν εκείνη και τον Μαϊνουμπί: «Με γράπωσαν απ’ το πόδι και τότε ούρλιαξα απ’ τον πόνο. Κάμποσοι πασπάτεψαν τα στήθη μου κι ένας μου ψιθύρισε στο αυτί: «Θα σε φάμε ζωντανή, παλιοπουτάνα» (347). Τη στιγμή που σκοτώνουν μπροστά της βάναυσα τον Μαϊνουμπί η Μαρία χάνει την ομιλία της: «Είχε σβηστεί απ’ το νου μου η ικανότητα της ομιλίας σε οποιαδήποτε γλώσσα» (348). Για καλή της τύχη (πριν τη σκοτώσουν και αυτήν) την αναγνωρίζει ο συνέταιρος του πρώην αφεντικού της. Της φοράει ένα γαλάζιο φόρεμα (349· βλ. και 8, 30, 131, 350-351) και σταματούν να της επιτίθενται. Μέσα στο ερειπωμένο κτίριο βρίσκονται και άλλοι άνθρωποι που περιμένουν τη σωτηρία μέσω θαλάσσης. Τα βάσανα της Μαρίας (είναι τραυματισμένη από σφαίρες στο πόδι) σταματούν οριστικά όταν τη μεταφέρουν σε μια βάρκα (ενώ η Μαυρούλα τής γαυγίζει από την ακτή) που την οδηγεί σ’ ένα πλοίο και επιτέλους σαλπάρουν από την θανατερή κόλαση μαζί με άλλους επιζώντες προς τον παράδεισο της σωτηρίας.

Οι άνθρωποι έχουν την ικανότητα να καταστρέφουν τη ζωή με πολυποίκιλους  τρόπους. Να μην παρεξηγηθώ εδώ, οι άνθρωποι που κατέχουν την εξουσία (διοικούν λοβοτομημένους στρατούς που σπέρνουν τον όλεθρο) και λατρεύουν να αιματοκυλούν τον πλανήτη γη με διάφορες τεχνικές όπως είναι ο πόλεμος, τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, η οικονομική πολιτική, οι αρρώστιες που επινοούν, η έλλειψη τροφής και νερού. Τα λάθη του παρελθόντος δεν δίδαξαν στους ανθρώπους πως το να ζεις ελεύθερος (με ηθικές αρχές και δικαιοσύνη) είναι το ύψιστο δικαίωμα. Οι “προσωρινοί ηγέτες” των διοικούντων κρατών (που νομίζουν ότι είναι θεοί) θα ήταν καλό να κοιτάξουν αλλιώς τους ανθρώπους. Ας σταματήσουν επιτέλους να υπηρετούν σκοτεινές δυνάμεις και ας αφήσουν το άσπιλο φως του Ιησού Χριστού να απλωθεί στην καρδιά τους, όπως θα πρότεινε ο Νιούφλο. Ο Θεός είναι αγάπη και αυτή την αγάπη πρέπει να επαναφέρουμε στο μέλλον αν θέλουμε να μην συμβεί στην ανθρωπότητα κάτι παρόμοιο με τη Χρονιά της ερήμου. Οφείλουμε πολλά ευχαριστώ στη Μαρία που περπάτησε στην κόψη της κολάσεως και βγήκε αλώβητη από τις δοκιμασίες. Ελπίζω στη νέα της ζωή ως βιβλιοθηκονόμος να αγαπήθηκε πολύ από τον σύζυγό της, και τα παιδιά της να τη θυμούνται πάντα με αγάπη (μετά τον θάνατό της από βαθιά γεράματα), καθώς η μητέρα τους υπήρξε μια σπουδαία και γενναία γυναίκα.

 

Ο Λεωνίδας Μερτύρης είναι ποιητής.