BLG – Minimalistic Theme Focused on Readability

EN

Ο ευυπόληπτος πότης του Hans Fallada

Αλεξάνδρα Γερακίνη

«Για να μη νιώθετε το φριχτό φορτίο τού Χρόνου/ που σπάζει τους ώμους σας και σας γέρνει στη γη,/ πρέπει να μεθάτε αδιάκοπα. Αλλά με τι;/ Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως σας αρέσει./ Αλλά μεθύστε», έγραφε ο Μπωντλαίρ στο ποίημα του «Μεθύστε»τον 19ο αιώνα, χωρίς να αισθάνεται τον παραμικρό δισταγμό. Ίσως γιατί η ψυχική ευφορία που χαρίζει με απίστευτη γενναιοδωρία το ποτό φαίνεται να έχει βαθιά και ουσιαστική σχέση με τον άνθρωπο και ο πολιτισμός «οφείλει πολλά στους μεθυσμένους (από δημιουργία, πάθος, ίμερο ή το συνεπαρμό)»[1]. Σ’ έναν μεθυσμένο λοιπόν, στον Hans Fallada, που πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του σε φυλακές και άσυλα, οφείλουμε το βιβλίο Ο πότης, που ξεκίνησε να γράφεται το 1944, όταν ο συγγραφέας ήταν έγκλειστος σε ένα ναζιστικό ίδρυμα, και εκδόθηκε το 1950, μετά τον θάνατό του από το αλκοόλ και την κατάχρηση μορφίνης.

Ο Έρβιν Ζόμερ είναι ο πρωταγωνιστής: «Κεντρικό θέμα του μυθιστορήματος δεν είναι στην πραγματικότητα ο αλκοολισμός, όσο η αδυναμία του χαρακτήρα, η οποία συνιστά το υπόβαθρο κάθε εξάρτησης»[2] και στην οποία εστιάζει η παρούσα εργασία. Ο σαραντάχρονος Έρβιν Ζόμερ φαίνεται να έχει τα πάντα: ένα όμορφο σπίτι, σύζυγο, υπηρέτρια και μία επιχείρηση που εμπορεύεται αγροτικά προϊόντα και είναι οικονομικά εύρωστη, εξασφαλίζοντας τους έτσι μία άνετη ζωή. Όμως από την πρώτη κιόλας σελίδα του μυθιστορήματος δηλώνεται το βασικό μειονέκτημα του Έρβιν: αν και όλοι στον κοινωνικό του περίγυρο πίστευαν ότι ήταν ένας άνθρωπος με αυτοπεποίθηση, ο ίδιος ήταν «εκ φύσεως χαρακτήρας αδύναμος» και «είχ[ε] ανάγκη να [τον] συμπαθούν» και να τον αναγνωρίζουν αλλά προσπαθούσε να κρύβει επιμελώς την αδυναμία του αυτή (9).

Τα πρώτα προβλήματα παρουσιάζονται στη σχέση του με τη σύζυγό του και κάποιοι μικροδιαξιφισμοί γίνονται η αφορμή να φέρει το ξεχασμένο κόκκινο κρασί από το κελάρι και να πιει, ενώ σιχαινόταν το ποτό, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος στις πρώτες γραμμές του βιβλίου. Και τότε συνειδητοποιεί την επίδραση που μπορεί να έχει το αλκοόλ στην ψυχολογία του ανθρώπου: «το αλκοόλ έφερε μέσα [τ]ου τα πάνω-κάτω», τον έπεισε εύκολα ότι όλα πήγαιναν καλά και τον απομάκρυνε από τις προσωπικές και επαγγελματικές του σκοτούρες (14).

Ο Κ. Παπαγιώργης διατυπώνει με σαφήνεια τον διαχωρισμό ανάμεσα στον πότη και τον μέθυσο: το ποτό συμβαδίζει με τη ζωή, ενώ η μέθη είναι εχθρός της και ο πότης ενισχύει το εγώ του και τις σχέσεις του, σε αντίθεση με τον μέθυσο που υποσκάπτει τόσο τον εαυτό του όσο και αυτούς με τους οποίους συναναστρέφεται[3]. Ο Τζακ Λόντον πάλι κάνει λόγο για πότες δύο κατηγοριών: στην πρώτη ανήκει ο τύπος «του ηλίθιου», «χωρίς φαντασία», που πέφτει συχνά στις λακκούβες και «προσφέρει υλικό για γελοιογραφίες στις χιουμοριστικές εφημερίδες», ενώ στη δεύτερη ανήκει ο πότης που «έχει φαντασία, έχει κάποιο όραμα» και ακόμα και τις φορές που το μεθύσι «τον κάνει εύθυμο, περπατάει κορδωτός και φυσιολογικά· ποτέ δε σκουντουφλάει κι ούτε πέφτει, ενώ ξέρει πολύ καλά πού βρίσκεται και τι κάνει»[4]. Παρόμοια περιγραφή του πότη θα συναντήσουμε και στο εμβληματικό Κάτω από το ηφαίστειο του Μάλκολμ Λόουρυ. Ο αξιότιμος Τζόφρεϋ Φέρμιν φαίνεται να μην είναι ποτέ μεθυσμένος και ας έχει συνέχεια ένα ποτήρι αλκοόλ στο χέρι. Ήταν γνωστό πως, τουλάχιστον φαινομενικά, «κανείς δεν μπορούσε να ξεχωρίσει πότε ήταν μεθυσμένος», ούτε καν η πρώην σύζυγος του, αφού δεν ήταν «το είδος του ανθρώπου που παραπατάει στους δρόμους»[5].

Ο Έρβιν Ζόμερ, με σύντομη “θητεία” στο ποτό, φέρει χαρακτηριστικά και από τις δύο κατηγορίες. Ο αναγνώστης τον παρακολουθεί στο πρώτο μέρος του βιβλίου να ζει διάφορες ευτράπελες καταστάσεις, να γελοιοποιείται, να τρεκλίζει, να χάνει την ισορροπία του προσπαθώντας να σκαρφαλώσει στο πανδοχείο στο οποίο εργάζεται η τέλεια –όπως πιστεύει– γυναίκα με την οποία θα ήθελε να ζήσει την υπόλοιπη ζωή του, να γίνεται υποχείριο στα χέρια ενός παμπόνηρου και διεφθαρμένου Πολωνού απατεώνα. Ταυτόχρονα το ποτό του χαρίζει κάποιες αναλαμπές, στη διάρκεια των οποίων διατυπώνει εύστοχα σχόλια και παρατηρήσεις για την κατάσταση που βιώνει, κάνει χιούμορ, ονειρεύεται και σχεδιάζει το μέλλον.

Η πορεία του Έρβιν Ζόμερ προς την εξάρτηση και την αυτοκαταστροφή είναι σύντομη: ένας μήνας είναι αρκετός για να οδηγηθεί στη φυλακή και στο άσυλο. Η αρχή γίνεται όταν η δραστήρια σύζυγος του, Μάγδα, αποσύρεται από την επαγγελματική τους ζωή και αναλαμβάνει αυτός τα ηνία της επιχείρησης, ο τζίρος της οποίας συρρικνώνεται δραματικά λόγω της αδράνειας και της αβουλίας του. Ο Έρβιν αποτυγχάνει να κερδίσει τον διαγωνισμό για την προμήθεια τροφίμων για τις φυλακές και αποφεύγει να πάει στο σπίτι και να ενημερώσει τη σύζυγό του. Το ποτό φαντάζει σαν η μόνη λύση πριν έρθει αντιμέτωπος με την αντίδραση της Μάγδας. Ως άνθρωπος που αισθάνεται ότι έχει υπογραφεί η καταδίκη του, αναγκάζει το «καυστικό, οξύ» υγρό να διαπεράσει τον οργανισμό του. Τα συναισθήματα είναι πρωτόγνωρα και αντιφατικά: θέρμη και τρέμουλο, αναγούλα και απόλαυση, κάψιμο και ανακούφιση (27).

Το αίσθημα αδυναμίας και κατωτερότητας που νιώθει απέναντι στη σύζυγό του είναι τόσο δυνατό που συνταράζει συθέμελα την ύπαρξή του και αποσυντονίζει ακόμη περισσότερο την ασταθή και ταραγμένη του σκέψη, κατακρημνίζοντας τον σε μια ανελέητη άβυσσο με μόνη παρηγοριά το αλκοόλ. Οι σκέψεις που διατυπώνει για τη Μάγδα είναι σπαρακτικές και ενδεικτικές του αδύναμου χαρακτήρα του: «Αχ, Μάγδα! Είσαι τόσο ικανή, τόσο δυνατή –σας είδα στο μαγαζί με τον Χιντσπέτερ σκυμμένους πάνω απ’ τα βιβλία, κάνατε ισολογισμό· ξέρω, ξέρω ξεκαθάρισες τα πάντα, όπως πάντα, γι’ αυτό κι εγώ σε φοβόμουνα πάντα! […] Εντάξει, βρε Μάγδα, δεν τα κατάφερα να πάρω την προμήθεια της φυλακής, τι να κάνουμε! Άλλωστε, δεν πειράζει, θα τα φτιάξεις τώρα εσύ. Είσαι δυνατή εσύ, Μάγδα, είσαι τόσο ανελέητα δυνατή· κι εγώ έζησα πάντα στη σκιά σου»(52-53).

Σύμφωνα με έρευνες, τις τελευταίες δεκαετίες έχει γίνει προφανές ότι η εξάρτηση από το αλκοόλ έχει πολλαπλές αιτίες. Αφενός υπάρχουν οι «προδιαθεσικοί αιτιολογικοί παράγοντες», που μπορεί να είναι βιολογικοί (π.χ. γενετική προδιάθεση), ψυχολογικοί (άγχος, κατάθλιψη κ.ά.), κοινωνικοί (συγκρούσεις στην οικογένεια ή στην εργασία κ.ά.). Αφετέρου υπάρχουν οι «εκλυτικοί παράγοντες»: σημαντικές περίοδοι αλλαγής στη ζωή (π.χ. εφηβεία), τραυματικά γεγονότα (πένθος κ.ά.), προβλήματα σε προσωπικές σχέσεις, εργασιακά προβλήματα[6].

Η αδυναμία του Έρβιν Ζόμερ να πατήσει γερά στα πόδια του, να πάρει τη ζωή στα χέρια του και να αντιμετωπίσει επί ίσοις όροις την αψεγάδιαστη σύζυγο του, τον οδηγεί στο αίσθημα της καταπίεσης και στην κοινωνική του σύνθλιψη από τα γρανάζια ενός απρόσωπου και ανελέητου κοινωνικού μηχανισμού. Πράγματι, στη ναζιστική Γερμανία του 1930 δεν έχουν θέση και λόγο ύπαρξης οι αδύναμοι και ασταθείς χαρακτήρες. Η αποδοχή ενός ατόμου εξαρτάται από τη θέση του στον αστικό ιστό και την εργασιακή του κατάσταση. Μόνο οι δυνατοί, σκληροί και ανώτεροι μπορούν να επιβιώσουν σε μια τέτοια κοινωνία. Οι υπόλοιποι εξοβελίζονται ως απόκληροι και αποσυνάγωγοι μιας κοινωνίας που απορρίπτει το διαφορετικό, το αδύναμο, το ευάλωτο. Η σκληρή πειθαρχία και ο εγκλεισμός φαίνεται να είναι η μοναδική θεραπευτική μέθοδος για τους ανθρώπους εκείνους που αδυνατούν να αντισταθούν στα πάθη τους και υποκύπτουν στο σφάλμα της εξάρτησης[7].

Η πορεία κατάπτωσης του μυθιστορηματικού ήρωα του Hans Fallada δίνεται μέσα από μια πειστική και ρεαλιστική αναπαράσταση. Ο συγγραφέας υιοθετεί τις αρχές του ρεύματος της Νέας Αντικειμενικότητας που απορρίπτει τις υπερβολές του εξπρεσιονισμού και προκρίνει τη ρεαλιστική απόδοση της πραγματικότητας. Βασικές θέσεις της Νέας Αντικειμενικότητας είναι η στροφή του βλέμματος σε καθετί πεζό και καθημερινό, η απομάκρυνση από συναισθηματισμούς, η τάση για σκεπτικισμό και η θέαση των φαινομένων όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστικά και χωρίς προκαταλήψεις[8].

Είναι τέτοια η δύναμη και η ενάργεια της αφήγησης που ο αναγνώστης δυσκολεύεται να καταλάβει πού σταματάει ο αυτοβιογραφικός λόγος και πού ξεκινάει η μυθοπλασία. Το πραγματικό με το φανταστικό συμπλέκονται αξεδιάλυτα σ’ ένα συνταρακτικό κείμενο που αποτελεί το ψυχογράφημα ενός αλκοολικού ο οποίος αισθάνεται τον κοινωνικό κλοιό να σφίγγει γύρω του σαν ένας σιδερένιος κύκλος και να τον πνίγει μέρα με τη μέρα. Γρήγορα διαπιστώνει με τρόμο την πορεία που ακολουθείκαι συνειδητοποιεί ότι ήταν κυριολεκτικά χαμένος από τη στιγμή που παρέδωσε «ψυχή και σώμα» στο ποτό. Του ήταν πια αδιάφορο αν θα μπορούσε να διατηρήσει για λίγο ακόμη «τα τελευταία υπολείμματα της αξιοπρέπειάς» του και φαντάζεται τη σύζυγό του να τον αντικρίζει μ’ ένα μπουκάλι στο χέρι και να της πετάει κατάμουτρα ότι ο ακατανίκητος δυναμισμός της ήταν αυτός που τον οδήγησε στο χείλος του γκρεμού (66-67).

Η μορφή της συζύγου του βρίσκεται πάντα σε πρώτο πλάνο στο πρώτο μέρος του βιβλίου και από κάποιο σημείο και ύστερα το αίσθημα της μειονεξίας φορτίζεται επικίνδυνα από συναισθήματα κακίας, μίσους και εκδικητικότητας για το πρόσωπό της. Φαντάζεται τον εαυτό του μεθυσμένο μπροστά στην πάντοτε νηφάλια και ικανή σύζυγό του και ηδονίζεται με τη σκέψη ότι της μιλάει πρόστυχα και ότι μπορεί να την παρασύρει μαζί του στον βούρκο στον οποίο έχει βυθιστεί (69).

Δεν είναι όμως μόνο η μορφή της συζύγου του που τον κατατρέχει. Είναι και ο οικογενειακός γιατρός που προσπαθεί να τον παγιδεύσει ανεπιτυχώς και η αφέλεια του Έρβιν Ζόμερ ότι έχει την αυτοκυριαρχία του και μπορεί να ξεφύγει από όλους και όλα. Το ένα λάθος διαδέχεται το άλλο και δεν αργεί να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης του Πολωνού απατεώνα Πολακόφσκι, που απομυζεί και την τελευταία του ικμάδα: επιχειρεί να ληστέψει το σπίτι της συζύγου του και κατηγορείται για απόπειρα δολοφονίας εναντίον της. Η παραβατική συμπεριφορά του είναι πλέον γεγονός και παίρνει τον δρόμο της φυλακής αρχικά και του ασύλου στη συνέχεια για να καταλάβει κάποια στιγμή ότι αυτός ο δρόμος είναι χωρίς επιστροφή: «δεν πίστευα πια πως θα τη γλιτώσω ούτε με αυτό το μικρό πταίσμα κι άρχισα να σκέφτομαι πως τώρα πια όλα ήταν πιθανά, κι ένιωθα παραδομένος στο έλεος δυνάμεων ισχυρών, ανάλγητων, ανελέητων, δυνάμεων απάνθρωπων, που δεν γνωρίζουν τι θα πει συμπόνια. Ήμουνα παγιδευμένος σε μια τεράστια μηχανή και δεν είχε πια σημασία τι έκανα ή τι ένιωθα· η μηχανή είχε πάρει για τα καλά μπροστά, και δούλευε ασταμάτητα –ερήμην μου» (218).

Στον Πότη του Hans Fallada το ποτήρι φαίνεται «να αδειάζει και να ξαναγεμίζει» όχι με αλκοόλ αλλά με τον τρόπο με τον οποίο ένας ήσυχος και φαινομενικά ευτυχισμένος άνθρωπος «απελπίζεται από την αίσθηση μειονεξίας, διολισθαίνει από την κανονικότητα, […] απαρνιέται τη ζωή […] και μαθαίνει να ζει […] ως το απόλυτο τίποτα»[9]. Κι όμως ο Έρβιν Ζόμερ δεν είναι το απόλυτα τίποτα. Το μαρτυρούν στο δεύτερο μέρος του βιβλίου οι σκέψεις του και οι οξυδερκείς παρατηρήσεις και αναλύσεις για τα πρόσωπα με τα οποία είναι αναγκασμένος να συναναστρέφεται κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη φυλακή και στο άσυλο. Είναι όμως τόσο εύπιστος, τόσο αφελής που εμπιστεύεται τη ζωή και την τύχη του στα πιο ακατάλληλα πρόσωπα και ονειροπολεί για το μέλλον. Ο μυθιστορηματικός ήρωας του Fallada κινείται στα όρια που θέτει η μετριότητα, βαδίζει σε τεντωμένο σχοινί ισορροπώντας επικίνδυνα ανάμεσα σε αυτό που ονειρεύεται να είναι και σε αυτό που αναπόφευκτα είναι και στο τέλος καταστρέφεται, αφού εξανεμίζονται και οι τελευταίες του ελπίδες που η ίδια η μετριότητα του του επέτρεπε να διατηρεί[10].

Με μικρή εμπειρία στο ποτό, ο πότης του Hans Fallada, αδυνατεί να διαμορφώσει μια συγκεκριμένη στάση και θέση όσον αφορά τη σχέση του με το αλκοόλ. Το μόνο που ξέρει είναι ότι το αλκοόλ του χαρίζει με έναν απίστευτο, γοητευτικό και μαγικό τρόπο όλα αυτά που θα ήθελε να είναι και να έχει. Τρέφει αυταπάτες ότι το αλκοόλ δεν είναι παρά κάτι περαστικό από τη ζωή του, κάτι που θα μπορούσε να το σταματήσει και να το ελέγξει όποτε αυτός αποφάσιζε. Βλέπει το αλκοόλ να τσακίζει την ψυχή και το σώμα του, να τον δηλητηριάζει και όμως αισθάνεται πανικό και μόνο στη σκέψη πως θα μπορούσε να το αποχωριστεί (97-98).

Ο Έρβιν Ζόμερ δεν είναι ο Τζόφρεϋ Φέρμιν του Μάλκομ Λόουρυ που παίζει με την τρέλα και τον θάνατο και γνωρίζει ότι χρωστάει στο ποτό την ψυχική του ανωτερότητα[11]. Δεν είναι ούτε ο αλκοολικός του Τζακ Λόντον του οποίου η σχέση με το ποτό αρχίζει από τα παιδικά του χρόνια και παραμένει αμφίσημη και αντιφατική μέχρι το τέλος του βιβλίου: αναγνωρίζει μεν τον δρόμο του θανάτου και της καταστροφής στον οποίο τον οδηγεί ο Τζων Μπάρλυκορν[12], καταδικάζει το αλκοόλ απερίφραστα, αφήνεται όμως στην ολέθρια και ηδονική σχέση που αναπτύσσει μ’ αυτό.

Ο Έρβιν Ζόμερ είναι ένας άνθρωπος ήσυχος, αφανής, χωρίς θέληση που μετατρέπεται σ’ έναν ευυπόληπτο πότη, αναζητώντας τη δύναμη που δεν έχει. «Τούτη η δύναμη που προσφέρει ο Τζων Μπάρλυκορν δεν είναι φούσκες, είναι πραγματική. Το εννοώ αυτό. Όμως φτιάχνεται πέρα από τις πηγές της δύναμης και στο τέλος πρέπει να αγοραστεί και μάλιστα πληρώνοντας και τόκο. Ποια όμως κουρασμένη ψυχή θα ενδιαφερθεί να δει το πράγμα στο βάθος του; Δέχεται αυτή τη θαυματουργή ανάκτηση δύναμης όπως του προσφέρεται. Και δεν είναι λίγοι εκείνοι, όπως επιχειρηματίες, επαγγελματίες και τυχαίοι κοινοί εργάτες, που πήραν τον δρόμο του θανάτου του Τζων Μπάρλυκορν εξαιτίας αυτού εδώ του λάθους»[13].

 

Η Αλεξάνδρα Γερακίνη είναι Φιλόλογος, κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης στις Σπουδές Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας και Πολιτισμού από το Α.Π.Θ.

 

 


[1] Κ. Παπαγιώργης, Περί μέθης. Αθήνα: Καστανιώτη 122014, 13.

[2] Έ. Βαϊκούση, «Χανς Χάλλαντα. Πολλές ζωές σε μία», επίμετρο στο: Ο πότης, μτφ. Έ. Βαϊκούση. Αθήνα: Κίχλη 2012, 379-399, 393. Στο εξής οι παραπομπές στο συγκεκριμένο βιβλίο θα γίνονται με παρενθέσεις μες στο κείμενο.

[3] Βλ. Κ. Παπαγιώργης, Περί μέθης, 17.

[4] Τ. Λόντον, Ο αλκοολικός, μτφ. Γ. Γιάνναρης. Αθήνα: Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος 1989, 21-22.

[5] Μ. Λόουρυ, Κάτω από το ηφαίστειο, μτφ. Μ. Λώμη. Αθήνα: Αστάρτη 1983, 95.

[6] Οι πληροφορίες αντλούνται από τα «Ανοιχτά ακαδημαϊκά μαθήματα του Πανεπιστημίου Κρήτης», 2015 (Καθηγητής: Ι. Μουζάς, μάθημα: Κλινική Αλκοολογία, ενότητα: Εξάρτηση από το Αλκοόλ. Σύνδρομο στερήσεως και η αντιμετώπισή του), http://bit.ly/2hxBki3 (πρόσβαση: 30/07/2017).

[7] G. Eghigian, «When Discipline Was the Therapy: Hans Fallada’s The Drinker», Psychiatric Times, 2011, http://www.psychiatrictimes.com/articles/when-discipline-was-therapy-hans-fallada%E2%80%99s-drinker (πρόσβαση: 25/07/2017).

[8] «Πρόκειται για ένα ρεύμα που εμφανίζεται κυρίως στη ζωγραφική και στη λογοτεχνία της περιόδου της Βαϊμάρης, το οποίο αντιτάσσει τη ρεαλιστική αποτύπωση της πραγματικότητας στις υπερβολές και στην εκζήτηση του εξπρεσιονισμού. Οι μεγαλόστομες, εμφατικές διατυπώσεις παραχωρούν τη θέση τους σε μια στάση νηφάλια, συχνά αποστασιοποιημένη απέναντι στα πράγματα. Η περιγραφή της κοινωνίας, φαινομενικά χωρίς συναίσθημα, έχει ακρίβεια ντοκουμέντου. Ο όρος “Νέα Αντικειμενικότητα” παραπέμπει στον διαχωρισμό του ρεύματος αυτού από τον ρεαλισμό, που είχε προηγηθεί χρονικά» (Έ. Βαϊκούση, «Χανς Χάλλαντα. Πολλές ζωές σε μία», 385-386, σημ.).

[9] Λ. Σκουζάκης, «Η μέθη του εθισμένου, η μεταμόρφωση του ανεπιθύμητου», Πανδοχείο, 25/08/2013, https://pandoxeio.com/2013/08/25/fallada/ (πρόσβαση: 20/08/2017).

[10] Ι. Ανυφαντάκης, «Ένας άνθρωπος ούτε αρκετά καλός, ούτε αρκετά κακός», Η Εφημερίδα των Συντακτών, 18/05/2013, http://archive.efsyn.gr/?p=51639 (πρόσβαση: 15/07/2017).

[11] Βλ. Κ. Παπαγιώργης, Περί μέθης, 147.

[12] Μάρκα κάποιου ουίσκι της εποχής, το οποίο ο Λόντον μεταμορφώνει σε πρόσωπο και αντιπροσωπεύει οτιδήποτε έχει σχέση με το αλκοόλ.

[13] Βλ. Λόντον, Ο αλκοολικός, 237.