BLG – Minimalistic Theme Focused on Readability

EN

Ποιο ανθρώπινο στην εποχή των μηχανών; Ρομπότ, Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση και ανθρωπιστικές επιστήμες

Γιάννης Στάμος

Τα ρομπότ μπορούν να χαρακτηριστούν ως αυτόνομα, τηλε-ελεγχόμενα, ημιαυτόνομα, συνεργατικά, βιομηχανικά, ανθρωποειδή και πολλά άλλα, ανάλογα με τη χρήση, την εμφάνιση και τον τρόπο λειτουργίας ή κατασκευής τους. Όταν κανείς, όμως, περνά πλέον από το πώς ορίζονται τα ρομπότ στο ποια είναι τα όρια και οι κατευθύνσεις της ρομποτικής σήμερα, το επίπεδο δυσκολίας ανεβαίνει. Κι ενώ η ρομποτική επιστήμη άρχισε να αναπτύσσεται μεταπολεμικά, η ίδια η ονομασία της καθώς και αυτή του αντικειμένου της εμφανίστηκε πριν και κατά τη διάρκεια του Β΄ Π. Π. εντός του λογοτεχνικού πεδίου. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 ο τσέχος Karel Čapek γράφει το θεατρικό έργο R.U.R. (Rossumovi univerzální roboti): Τα παγκόσμια ρομπότ του Ρόσσουμ. Πρόκειται για την πρώτη καταγεγραμμένη χρήση της λέξης “ρομπότ” για να δηλωθούν αυτόματες ανθρωπόμορφες μηχανές ή μηχανές με κάποιο βαθμό αυτονομίας. Είκοσι περίπου χρόνια αργότερα, ο Isaac Asimov εισήγαγε τον όρο “ρομποτική” για να περιγράψει «τη μελέτη και χρήση των ρομπότ» (1941) και διατύπωσε τους «Τρεις Νόμους της Ρομποτικής» στο διήγημά του «Runaround» (1942)[1]. Με αυτά τα στοιχεία ως υπόβαθρο, το παρόν κείμενο επικεντρώνει σε ορισμένες όψεις της αλληλεπίδρασης ρομπότ και ανθρώπων, σε τρόπους με τους οποίους η διείσδυση των ρομπότ στις ανθρώπινες κοινωνίες εκδηλώνεται ή προβλέπεται ότι θα εκδηλωθεί, καθώς και σε πολιτισμικές ανταποκρίσεις στην αυξανόμενη αυτοματοποίηση, ενώ θίγει τη συνάφεια των ανθρωπιστικών επιστημών για τις εξελίξεις στην ρομποτική. Κι οι εξελίξεις αυτές νοούνται ως θεμελιακό κομμάτι μιας “Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης”, την οποία, ίσως χωρίς πλήρη συνείδηση, διανύουμε ήδη.

Μηχανές βίας. Μία εμφανώς ανησυχητική χρήση των ρομπότ είναι ως μηχανές βίας. Το γεγονός μεν ότι αντικαθιστούν ανθρώπους σώζοντας έτσι ανθρώπινες ζωές από την πλευρά του στρατοπέδου που τα χρησιμοποιεί μπορεί να θεωρηθεί θετικό, η επικινδυνότητα και φονικότητά τους, όμως, για την αντίπαλη πλευρά είναι μάλλον αναμφισβήτητη. Ως θετικός θα μπορούσε ίσως να παρουσιαστεί και ο ρόλος τους για την προστασία των ανθρώπων στα πλαίσια των σωμάτων ασφαλείας, καθώς μπορούν όχι μόνο να απομακρύνουν τους αστυνομικούς από το επικίνδυνο πεδίο της δράσης αλλά και να επιτρέψουν σε ένστολους με αναπηρίες να παραμείνουν ενεργοί μέσω του τηλεχειρισμού ρομποτικών αστυνομικών[2].

Περισσότερα ζητήματα εγείρει η χρήση ρομπότ ενάντια σε ανθρώπους. Ειδικότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το “drone program” των ΗΠΑ, η χρήση δηλαδή τηλεκατευθυνόμενων ιπτάμενων ρομποτικών οχημάτων στα πλαίσια του συνεχιζόμενου “πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία”. Παρά τη θετική παρουσίαση του προγράμματος από την αμερικανική κυβέρνηση και μερίδα των ΜΜΕ, αρκετοί (μεταξύ των οποίων και πρώην χειριστές τέτοιων οχημάτων) επικρίνουν το πρόγραμμα για το τεράστιο κόστος σε ζωές άοπλων πολιτών που επιφέρει, για την “απανθρωποίηση” των θυμάτων, τα οποία οι χειριστές βλέπουν μέσω οθόνης σχεδόν σαν να παίζουν βιντεοπαιχνίδι, και για το γεγονός ότι φαίνεται να έχει τα αντίθετα αποτελέσματα από τα προβαλλόμενα, αφού αντί να καταπολεμά την τρομοκρατία την ενισχύει[3]. Ακόμη πιο επικίνδυνη από τα ρομποτικά αυτά όπλα που ελέγχονται από απόσταση θεωρείται η χρήση και διάδοση αυτόνομων ρομπότ στον πολεμικό τομέα. Χαρακτηριστικό είναι το πρόσφατο κάλεσμα από 1000 και πλέον επιστήμονες για την απαγόρευσή τους, καθώς και η δήλωσή τους ότι σε αντίθετη περίπτωση θα γίνουν «τα καλάσνικοφ του αύριο»[4].

Μηχανές εργασίας. Η σχέση των ρομπότ με την εργασία εντοπίζεται σε πολλά επίπεδα, ακόμη και στο ετυμολογικό (η λέξη είναι από το τσεχικό robota που εισήχθη και στα αγγλικά ως robot από τον Čapek· η ρίζα είναι σλαβική και δηλώνει την περίοδο εργασίας ενός δουλοπάροικου ή τη σκληρή δουλειά και τον μόχθο γενικότερα), σε σημείο μάλιστα που όροι του τύπου “ρομποτικός εργάτης” αγγίζουν τα όρια της ταυτολογίας. Τέτοιοι όροι χρησιμοποιούνται, όμως, εδώ για να υποδηλώσουν κυρίως τα ρομπότ που απασχολούνται στον γενικότερο τομέα της χειρωνακτικής ή υπαλληλικής εργασίας, μιας και θα μπορούσε να πει κανείς ότι κάθε είδους ρομπότ (εκτός από όσα είναι μόνο για μελέτη ή πειραματισμό) κατασκευάζεται για να επιτελέσει κάποια εργασία.

Ως συμπλήρωμα και βοήθημα του ανθρώπου, οι μηχανές εργασίας λειτουργούν αναμφίβολα θετικά, ο ρόλος τους, όμως, ως υποκατάστατα ή αντικαταστάτες ανθρώπων είναι μάλλον διφορούμενος. Από τη μία, η κύρια αιτιολόγηση χρήσης ρομποτικών εργατών συνοψίζεται στο “τριπλό D” (“Dull-Dirty-Dangerous”): για δουλειές, δηλαδή, που είναι ανιαρές, βρώμικες ή επικίνδυνες, είναι προτιμητέα η χρήση ρομπότ, ούτως ώστε και η ψυχολογική και σωματική ακεραιότητα του ανθρώπου να διασφαλίζεται, αλλά και να κατευθύνεται το ανθρώπινο εργατικό δυναμικό προς “σημαντικότερες” εργασίες ή προς δουλειές όπου ο ανθρώπινος παράγοντας (ακόμη) θεωρείται είτε απαραίτητος είτε πιο αποτελεσματικός. Από την άλλη, η αυξανόμενη διείσδυση ρομπότ στην παραγωγική διαδικασία φαίνεται να θέτει σε κίνδυνο το εργατικό μέλλον όλο και περισσότερων ανθρώπων και ήδη ποσοτικές έρευνες έχουν δείξει ότι η κοινή γνώμη βλέπει μάλλον θετικά τη χρήση των ρομπότ-εργατών «μαζί με ανθρώπους παρά στη θέση ανθρώπων»[5]. Ταυτόχρονα, αρκετά δυσοίωνες προβλέψεις έχουν γίνει για τον αριθμό και τα είδη των εργατικών πόστων που θα χαθούν μέσα στην προσεχή εικοσαετία ακόμη και από μεγάλες μορφές και σημαντικά όργανα του διεθνούς καπιταλισμού και νεοφιλελευθερισμού, όπως ο Bill Gates και το περιοδικό The Economist[6].

Πρόσφατα, η αμερικανική σατιρική και χιουμοριστική ιστοσελίδα The Onion δημοσίευσε μια παρωδία ειδησεογραφικού άρθρου σχετικά με το θέμα της αυξανόμενης εισχώρησης ρομπότ στην παραγωγική διαδικασία μέσα στα σύγχρονα συμφραζόμενα της μακροχρόνιας ανεργίας. Η εν λόγω παρωδία, με όπλο κυρίως το σαρκασμό, σκιαγραφεί μια εικόνα αλλόκοτα ρεαλιστική και συγχρόνως εύγλωττα τοποθετεί το θέμα σε άλλες βάσεις από αυτές στις οποίες τίθεται από την πλευρά του μεγάλου κεφαλαίου. Οι βάσεις αυτές, αντίθετα από εκείνες που προβάλλονται από κεφαλαιοκράτες, δεν συγκρούονται, αλλά συνάδουν με την ιστορική γνώση της πορείας της αυτοματοποίησης, τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της εποχής, και τον τρόπο λειτουργίας του καπιταλισμού. Από τη  μία, το κείμενο ακολουθεί ώς την άκρα συνέπειά της τη νεοφιλελεύθερη μυθολογία περί άμεσης σύνδεσης της εξασφάλισης εργασίας με την προσωπική παραγωγικότητα (και της ανεργίας με την προσωπική ευθύνη). Από την άλλη, σατιρίζει έμμεσα τη δοξασία περί αέναης αναπλήρωσης των πόστων εργασίας που κάθε περαιτέρω αυτοματοποίηση της παραγωγής επιφέρει[7]. Και μπορεί μέχρι τώρα τα γεγονότα να συντείνουν προς αυτό το φαινόμενο της εργασιακής αναπλήρωσης, το πρόβλημα είναι, όμως, ότι προβάλλεται ως αδιαμφισβήτητο αξίωμα από ορισμένους κύκλους, ενώ έχει αγγίξει πλέον τα όριά του[8]. Αυτό που προβάλλεται, δηλαδή, ως γεγονός αιώνιας σχεδόν ισχύος είναι ότι για κάθε δουλειά που χάνεται, μια άλλη δημιουργείται.

Αυτό το αξίωμα αρχίζει να φαίνεται σχεδόν τόσο διάτρητο όσο και ο μύθος περί αυτόματης ρύθμισης της ελεύθερης αγοράς, η οποία, αν αφεθεί ανεπηρέαστη, βρίσκει το ιδεατό σημείο ισορροπίας που ικανοποιεί τους πάντες, κεφαλαιούχους και εργαζόμενους, παραγωγούς και καταναλωτές. Αυτή η δήθεν αυταπόδεικτη αρχή παραβλέπει πρώτα από όλα το γεγονός ότι το αίτιο της διαρκώς αυξανόμενης αυτοματοποίησης δεν είναι μόνο η αύξηση της παραγωγικότητας, αλλά και η μείωση των εργατικών εξόδων, κι άρα η διεύρυνση της χρήσης ρομπότ στην παραγωγή λαμβάνει ακριβώς υπόψη το αν η αντικατάσταση ανθρώπων-εργατών από ρομπότ-εργάτες κοστίζει λιγότερο, έστω μακροχρόνια. Παραβλέπει, επίσης, τη συναφή τάση του μεγάλου κεφαλαίου να εξοστρακίσει από το χώρο λειτουργίας του τον ανθρώπινο παράγοντα, που είναι απρόβλεπτος και δυνάμει επικίνδυνος. Κι αυτή η τάση είναι απόλυτα σχετική με την “αυτοματοποίηση” του ίδιου του ανθρώπινου εργατικού δυναμικού: Όσο ευκολότερο, φθηνότερο, παραγωγικότερο κ.λπ. γίνεται για την εργοδοσία να χρησιμοποιήσει ρομπότ αντί για ανθρώπους, τόσο περισσότερο ο τύπος του απολιτίκ εργάτη “ρομπότ”, που δουλεύει μηχανικά χωρίς να αντιδρά, να διεκδικεί ή να αυτο-οργανώνεται, εδραιώνεται ως το ιδανικό για το εργατικό δυναμικό του σήμερα και του αύριο. Το σύγχρονο πρόσταγμα είναι να δουλεύεις πολύ και να σκέφτεσαι ή να αυτενεργείς λίγο.

Το μέλλον, λοιπόν, των εργατικών δικαιωμάτων και διεκδικήσεων –και εν τέλει το πόστο των εργαζομένων καθώς και το ίδιο το δικαίωμα στην εργασία– είναι επισφαλές μέσα σ’ αυτά τα συμφραζόμενα, όπως δείχνει λ.χ. και το πρόσφατο παράδειγμα της εταιρείας Target στην Αμερική[9]. Επιπρόσθετα, όμως, το παραπάνω αξίωμα της εργασιακής αναπλήρωσης δε λαμβάνει υπόψη τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες μέσα στις οποίες κινείται η πλειοψηφία των ανειδίκευτων εργατών, οι οποίοι είναι και αυτοί που ευκολότερα μπορούν να αντικατασταθούν από ρομπότ. Σήμερα, σε πολλές χώρες που έχουν πληγεί σε κάποιο βαθμό από την κρίση ή ακόμη και σε κάποιες που έχουν αντιθέτως ωφεληθεί από αυτή, οι μειώσεις ή το πάγωμα μισθών, τα εξουθενωτικά ωράρια και οι απλήρωτες υπερωρίες, δικαιολογούνται ως προαπαιτούμενα ανταγωνιστικότητας της εκάστοτε εθνικής οικονομίας στα πλαίσια μιας παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Στο μέλλον παρόμοια μέτρα στη Δύση μπορούν να εφαρμόζονται και με το “φόβητρο” των ρομπότ. Επιπροσθέτως, οι ανειδίκευτοι εργάτες προέρχονται συχνά από τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα και δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να σπουδάσουν ή να καταρτιστούν σε αυτά τα αντικείμενα που θα τους επέτρεπαν να απασχοληθούν στο είδος των θέσεων εργασίας που οι εξελίξεις στον τομέα της ρομποτικής και της αυτοματοποίησης δημιουργούν. Ως εκ τούτου, η περαιτέρω αυτοματοποίηση καταδικάζει ένα μεγάλο ποσοστό σε χρόνια ανεργία και προλεταριοποίηση. Τέλος, η σχέση των ρομποτικών εργατών με τους ανθρώπους αφορμάται και από το γεγονός ότι οι πρώτοι παράγουν για τους δεύτερους, πράγμα που οδηγεί σε ερωτήματα περί της διαχείρισης και διανομής του παραγόμενου πλούτου[10].

Μηχανές σεξ. Μπορεί ρομποτικά κατασκευάσματα να χρησιμοποιούνται ήδη σε κάποιο βαθμό για τη διεξαγωγή στρατιωτικών ή αστυνομικών επιχειρήσεων και για τη διεκπεραίωση βιομηχανικών εργασιών, είναι άλλος, όμως, ο τομέας όπου η ένταξή τους στην αγορά μοιάζει πιο επικείμενη. Σύμφωνα με το μηχανικό και ρομποτιστή Alan Winfield, «φαίνεται θλιβερά πιθανό ότι η πρώτη μαζική αγορά για ανθρωποειδή ρομπότ θα είναι ως σεξουαλικά παιχνίδια ή σεξουαλικοί σύντροφοι». Ο Winfield επισημαίνει τους βραχυπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους κινδύνους μιας τέτοιας εξέλιξης, τοποθετώντας στην πρώτη κατηγορία ζητήματα ασφάλειας και σωματικής ακεραιότητας του χρήστη και στη δεύτερη μια «ευρεία γκάμα δύσκολων κοινωνικών, ψυχολογικών και ηθικών θεμάτων». Χωρίς να μπαίνει σε ιδιαίτερες λεπτομέρειες ως προς τη δεύτερη κατηγορία ζητημάτων, ο Winfield καταλήγει στην εξής θέση σχετικά με το ζήτημα της «αυθεντικότητας των συναισθηματικών αντιδράσεων ενός ρομπότ»: «Πολλοί θα ισχυρίζονταν ότι ένα ρομπότ που μόνο συμπεριφέρεται σαν να έχει συναισθήματα δε θα μπορούσε ποτέ να είναι γνήσιος σύντροφος σε συναισθηματικό επίπεδο. Διαφωνώ· πιστεύω ότι, αν μπορείς να εμπιστευτείς ένα ρομπότ, τότε, για ένα επαρκώς ανεπτυγμένο ρομπότ, το επιχείρημα αυτό εξαφανίζεται»[11].

Η θέση αυτή είναι χαρακτηριστική μιας μάλλον ατομικιστικής νοοτροπίας και ενός ελλείμματος ανθρωπιστικής παιδείας που επικρατεί στους κύκλους των ρομποτιστών. Τα συναισθήματα αντιμετωπίζονται απλώς ως κάτι που αφορά το άτομο που τα προσλαμβάνει κι όχι αυτόν που τα εκφράζει. Στην προκείμενη περίπτωση, δηλαδή, τα συναισθήματα είναι ζήτημα του ανθρώπινου υποκειμένου που χρησιμοποιεί το ρομπότ-“σύντροφο”, κι αν το υποκείμενο αυτό θεωρεί το ρομπότ αξιόπιστο, τότε δεν υπάρχει λόγος να ενδιαφερθεί για το τεχνητό των συναισθημάτων του ρομπότ ή για το ότι πρόκειται κατ’ ουσίαν για αναπαράσταση συναισθημάτων κατά παραγγελία. Εξάλλου, αυτό που δε λέγεται εδώ από τον Winfield είναι ότι ο χρήστης τέτοιων ρομπότ πιθανότατα δε θα πρέπει να οριστεί ως τίποτα άλλο παρά ως καταναλωτής, κι ως τέτοιος δεν μπορεί παρά να ζητάει να καταναλώσει συναισθήματα και συγκινήσεις. Επομένως, αυτό που μετράει εν προκειμένω είναι η αληθοφάνεια των συναισθηματικών εκδηλώσεων κι όχι η πραγματική τους ουσία, κάτι που υποκρύπτεται πίσω ακόμη και από την ίδια τη χρήση του (πολιτικώς ορθού) όρου σεξουαλικός “σύντροφος”[12].

Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία αναφορικά με αυτού του είδους τη χρήση ρομπότ είναι ότι, αν μεν χρησιμοποιηθούν ως “βοηθήματα” ή “παιχνίδια”, η σχέση των ανθρώπων μαζί τους μπορεί να παραμείνει απλά εργαλειακή και συμπληρωματική, ως σεξουαλικοί “σύντροφοι”, όμως, λειτουργούν ως αντικαταστάτες και υποκατάστατα ανθρώπων, και ως εκ τούτου μπορεί να έχουν ψυχολογικές/ ψυχοπαθολογικές επιπτώσεις στο χρήστη (ανάπτυξη συναισθημάτων προς το ρομπότ, αντικοινωνική συμπεριφορά κ.λπ.). Κι όσο, βέβαια, η αγορά σεξουαλικών ρομπότ θα διευρύνεται και η χρήση τους θα φυσικοποιείται, τόσο οι ψυχολογικές συνέπειες θα ενσταλάζουν σε ψυχοκοινωνικές. Επιπλέον, μια τέτοια εξέλιξη θα έχει πιθανές επιπτώσεις στην αγορά του σεξ. Από τη μία, νέοι “παίκτες” θα λάβουν ολοένα αυξανόμενο μερίδιο της αγοράς από τους “επιχειρηματίες του σεξ”. Μάλιστα, σε αντίθεση με τους τελευταίους, μπορεί να έχουν λιγότερα κωλύματα με το νόμο, καθώς δεν εμπορεύονται ανθρώπινα όντα. Από την άλλη, ενδέχεται να οδηγήσει σε μείωση της ζήτησης για επαγγελματίες του σεξ, που με τη σειρά της ενδέχεται μεν να μειώσει τον αριθμό των ατόμων που πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης από εμπόρους λευκής σαρκός, να ρίξει δε τις τιμές έκδοσης, τροφοδοτώντας έτσι μια τάση που φαίνεται να επιταχύνεται με την κρίση, ιδίως σε χώρες όπως η Ελλάδα.

Μηχανές περίθαλψης και φροντίδας. Η εργαλειακή χρήση ρομποτικής τεχνολογίας μέσα στα πλαίσια της ιατρικής ανοίγει στις μέρες μας νέους δρόμους, ειδικά στον τομέα της χειρουργικής. Αντιθέτως, τα οφέλη της αντικατάστασης ανθρώπων από ρομπότ σε επαγγέλματα φροντίδας και περίθαλψης φαίνονται συζητήσιμα. Όχι μόνο γιατί η αντικατάσταση εργαζομένων αποτελεί ένα ζήτημα από μόνη της, αλλά και γιατί αυτά τα επαγγέλματα απαιτούν διάδραση με ανθρώπους και κάποιου είδους κοινωνική επαφή. Βέβαια, αυτό ισχύει σε ένα βαθμό και για κάποιες από τις περιπτώσεις που συζητήσαμε παραπάνω, ωστόσο, εδώ η κατάσταση είναι πιο περίπλοκη. Αφ’ ενός, οι μορφές αλληλεπίδρασης και επικοινωνίας μεταξύ ρομπότ και ανθρώπων είναι πιο προσωπικές και εκτεταμένες, και, αφ’ ετέρου, η εξάρτηση του περιθαλπόμενου ανθρώπου από το ρομπότ-φροντιστή μεγαλύτερη και πιο συναισθηματική από αυτήν του εργάτη από το ρομπότ-“συνάδελφο”, επί παραδείγματι. Επίσης, αντίθετα με τους χρήστες σεξουαλικών ρομπότ, αυτοί στους οποίους απευθύνονται οι ρομποτικοί φροντιστές ή παιδαγωγοί ανήκουν σε ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες και πιθανώς δεν είναι σε θέση να επιλέξουν αν θέλουν να τους αναλάβει μία μηχανή.

Τα προβλήματα που ανακύπτουν σε σχέση με τη χρήση ρομπότ στο πεδίο της παιδικής φροντίδας συνοψίζονται ως εξής: Τα παιδιά είναι πιο επιρρεπή στην ταύτιση του φαίνεσθαι με το είναι και άρα ευκολότερα θεωρούν μηχανές που μοιάζουν με ή/ και φέρονται σαν τους ανθρώπους ως πραγματικά υποκείμενα με συνείδηση. Έπειτα, τα παιδιά μαθαίνουν μέσω της μίμησης, και με ρομποτικούς παιδαγωγούς θα είναι δύσκολο να μάθουν λ.χ. πώς να δείχνουν συμπόνια. Σχετική με αυτό είναι και η αδυναμία ενός ρομπότ να καλύψει την ανθρώπινη ανάγκη, που είναι ίσως πιο έντονη σε παιδική ηλικία, για συναισθηματική κατανόηση. Επιπρόσθετα, ενδεχόμενη μελλοντική χρήση εξελιγμένων και αξιόπιστων ρομποτικών παιδαγωγών ή/ και “νταντάδων” μπορεί να εντείνει φαινόμενα παραμέλησης των παιδιών από την πλευρά των γονέων. Ένα τελευταίο θέμα που θέτει η χρησιμοποίηση των ρομπότ σε αυτό το πεδίο είναι αυτό του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής του παιδιού (ειδικά για μεγαλύτερα σε ηλικία παιδιά). Με ρομπότ που έχουν τη δυνατότητα να καταγράψουν κάθε στιγμή του παιδιού και να μεταφέρουν τις πληροφορίες αυτές σε επιβλέποντες ενήλικες, το παιδί ίσως πιστέψει λανθασμένα ότι είναι μόνο του και έχει τον ιδιωτικό του χώρο και χρόνο. Χειρότερη από αυτήν την προοπτική, όμως, είναι μια άλλη, όπου τα παιδιά είναι ενήμερα ότι παρακολουθούνται διαρκώς και «εκπαιδεύονται» έτσι από μικρή ηλικία να θεωρούν φυσιολογικό έναν οργουελιανό κόσμο όπου τα πάντα παρακολουθούνται και καταγράφονται. Σε κάθε περίπτωση, αν η χρήση ρομπότ για τη φροντίδα παιδιών επεκταθεί, θα ήταν ίσως προτιμότερο η προσέγγιση να είναι και πάλι εργαλειακή και τα ρομπότ να αντιμετωπιστούν ως διαδραστικά βοηθήματα[13].

Το άλλο σχετικό πεδίο είναι αυτό της φροντίδας ηλικιωμένων, όπου τα ρομπότ μπορούν πρώτα απ’ όλα να ελαφρύνουν τους ανθρώπους μεγάλης ηλικίας από το φορτίο κάποιων σωματικών εργασιών (π.χ. οικιακών), που μπορεί να επιβαρύνουν την υγεία τους. Συγχρόνως, αυξάνεται έτσι η ανεξαρτησία των ηλικιωμένων, οι οποίοι μπορούν ευκολότερα να μείνουν μόνοι. Ωστόσο, η χρήση ρομπότ για την περίθαλψη ηλικιωμένων που σχετίζεται με την κοινωνική επαφή και την ανθρώπινη επικοινωνία μάλλον δεν είναι η καλύτερη επιλογή. Επίσης, παρόμοια με την περίπτωση της παιδικής φροντίδας παραπάνω, η χρήση ρομπότ μπορεί να αποτελέσει συνειδητή ή ασύνειδη αιτία για να μειωθεί η ανθρώπινη επικοινωνία και αλληλεπίδραση με τους ηλικιωμένους (από την πλευρά των συγγενών ή από αυτήν των ανθρώπων-φροντιστών, αν πρόκειται για ηλικιωμένους σε οίκο ευγηρίας). Ενώ η επέκταση της χρήσης ρομπότ σ’ αυτόν τον τομέα ενδέχεται να προκριθεί, γιατί πιθανώς θα μειώσει εν τέλει το κόστος γηροκόμησης, το ζήτημα είναι κυρίως ότι τα ίδια τα προβλήματα που πολλοί ηλικιωμένοι σε γηροκομεία αντιμετωπίζουν (λ.χ. γεροντική άνοια), στην πραγματικότητα επιδεινώνονται με τη μοναξιά και την απουσία ανθρώπινης επαφής[14].

Το ρομποτικό μέλλον: Ουτοπία ή δυστοπία; Τα ρομπότ μπορεί να είναι ένα τεχνολογικό επίτευγμα του 20ού αιώνα, αλλά στη λογοτεχνία ο τύπος του “Αυτόματου” ήταν ήδη διαδεδομένος κατά το 19ο. Ο όρος “Αυτόματο(ν)” αναφέρεται σε κάποιου είδους τεχνητό σώμα μηχανικής βάσης που μπορεί να κινηθεί και να πράξει (όχι αναγκαστικά ιδιαίτερα αυτόνομα). Αποτέλεσε ένα λογοτεχνικό μοτίβο προσφιλές στο Ρομαντισμό και σχετικό με ερωτήματα για τη φύση του ανθρώπου αλλά και με την αντίδραση στη ραγδαία εκβιομηχάνιση και τις τεχνολογικές εξελίξεις. Συμπλέχθηκε με τον επιστημονικό λόγο και τα πορίσματα της εποχής, με πολιτικές στοχεύσεις ή και με θρησκευτικές, μαγικές ή πνευματικές παραδόσεις και ζητήσεις, αλλά σε κάθε περίπτωση αποστασιοποιήθηκε από τις αναπαραστάσεις αυτομάτων της εποχής του Διαφωτισμού, που ήταν δείγματα μιας ισχυρής πίστης στον ορθολογισμό και τις δυνατότητές του[15].

Ένα από τα πιο διάσημα παραδείγματα μεταξύ των συγγραφέων της εποχής συνιστά ο E. T. A. Hoffmann, με έργα όπως το «Die Automate» (1819) και ειδικά με το «Der Sandmann» (1816). Όπως και άλλοι συγγραφείς των ρομαντικών χρόνων, λ.χ. η Mary Shelley στον Frankenstein (1818), o Hoffmann πραγματεύεται μέσω της φιγούρας του ρομπότ το ζήτημα της δυνατότητας δημιουργίας «τεχνητών ανθρώπων» και τις πιθανές επιπτώσεις που η εισαγωγή τους στην κοινωνία θα έχει για τους πραγματικούς ανθρώπους. Επιπλέον, τίθενται στην ουσία ερωτήματα σχετικά με τα όρια του ανθρώπου και της φύσης αλλά και σχετικά με το θεμιτό ή μη της υπέρβασής τους. Είναι ενδεικτικό ότι, ακολουθώντας μια γενικότερη τάση σε έργα παρόμοιας θεματικής της περιόδου, προς το τέλος του αφηγήματος το αυτόματο σχεδόν καταστρέφεται από τους δύο δημιουργούς του κατά τη διάρκεια ενός καβγά περί του σε ποιον πραγματικά ανήκει (σε άλλες περιπτώσεις ρομαντικών και συμβολιστικών έργων τα αυτόματα καταστρέφονταν από φυσικά φαινόμενα, με τη φύση να είναι, βέβαια, ο δημιουργός par excellence). Εξάλλου, το έργο τελειώνει με την αυτοκτονία του πρωταγωνιστή, τη μορφή του οποίου διάσπαρτες κειμενικές ενδείξεις μάς επιτρέπουν να διαβάσουμε και ως ένα εν αγνοία του αυτόματο. Το έργο είναι επίσης σχετικό με τη ρομαντική αναψηλάφηση των παραδόσεων και παραμυθιών –ο Hoffmann θεωρείται γενικότερα καλλιεργητής του λεγόμενου «καλλιτεχνικού παραμυθιού» (Kunstmärchen)– όπου μέρος του μυθικού στοιχείου αντικαθίσταται από το τεχνολογικό/ μηχανικό, ενώ έχει αναλυθεί εκτενώς και από ψυχαναλυτική άποψη στην κλασική μελέτη του Freud για το ανοίκειο (Das Unheimliche, 1919)[16].

Αν και σε πολύ μικρότερη έκταση (λόγω προφανώς και του χαμηλού βαθμού και ρυθμού βιομηχανοποίησης), τα ρομαντικά και μετα-ρομαντικά αυτά μοτίβα πέρασαν και στην Ελλάδα του 20ού αιώνα. Ενδεικτική περίπτωση αποτελεί ο Γιάννης Σκαρίμπας, που ενσωματώνει ούτως ή άλλως στο έργο του πολλά από τα θέματα που απασχόλησαν τη λογοτεχνία του 19ου αιώνα στη Δύση. Η μορφή του ρομπότ ή του ρομαντικού αυτόματου εμφανίζεται σε διάφορα σημεία του πεζογραφικού και ποιητικού έργου του Σκαρίμπα, από το Μεσοπόλεμο μέχρι τα ύστερα έργα του. Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η διπλή παρουσία του ποιήματος «Τα Ρομπότ» στο σκαριμπικό έργο: πρώτα στην ποιητική συλλογή Εαυτούληδες το 1950 και έπειτα στο «Petroleum é Dijelmen Company» στη συλλογή διηγημάτων Τρεις άδειες καρέκλες το 1976. Το διήγημα επικεντρώνει σε ένα ρομπότ-υπηρέτη το οποίο, έπειτα από παράκληση της ιδιοκτήτριάς του, αρχίζει να απαγγέλει στίχους, που δεν είναι άλλοι από το ποίημα «Τα Ρομπότ»[17]. Η παρουσία αυτού του διηγήματος και του εγκιβωτισμένου ποιήματος στη συγκεκριμένη συλλογή του Σκαρίμπα είναι ιδιάζουσας βαρύτητας, καθώς, όπως σημειώνει η επιμελήτρια της νέας έκδοσης, «συνοψίζει τους βασικούς θεματικούς άξονες του αφηγηματικού του σύμπαντος»[18].  Ίσως κανείς να συνέδεε τέτοια μοτίβα στο έργο του Σκαρίμπα με το ενδιαφέρον του Υπερρεαλισμού για τη σύγχρονη τεχνολογία και το μηχανικό, αλλά ο τρόπος που τα χρησιμοποιεί και τα ζητήματα που θίγει ή τα ερωτήματα που θέτει μέσω αυτών αντλούν μάλλον από την παράδοση του Ρομαντισμού. Οι αυτόνομες ή αυτόματες μηχανικές μορφές στο έργο του ανήκουν στην ίδια συνομοταξία με άλλες (ρομαντικογενείς) ανθρωπόμορφες φιγούρες, όπως κούκλες, μαριονέτες και κλώνοι ή ακόμη πιερότοι και κλόουν, οι οποίες, βέβαια, κάνουν την εμφάνισή τους και στο Μοντερνισμό[19]. Μέσω αυτών των μορφών, τα κείμενα του Σκαρίμπα πραγματεύονται ερωτήματα σχετικά με τη λογοτεχνία και το ρόλο του λογοτέχνη, θέματα «συνδεδεμένα με τα όρια της ανθρώπινης φύσης», αλλά και ζητήματα ταυτότητας γενικότερα. Καθώς μάλιστα σημειώνει η Μαρίνα Χριστοδούλου, όλα αυτά τα ανδρείκελα και ρομπότ ο συγγραφέας τα παρουσιάζει ως «ανθρωπόμορφα προκειμένου να σατιρίσει την ανθρώπινη φύση καθώς και την “ανθρωπινότητα”»[20].

Όσο για το διεθνή κινηματογράφο, τα ρομπότ αποτελούν διαδεδομένο θέμα που εμφανίζεται σε ταινίες διαφόρων ειδών, από φιλμ επιστημονικής φαντασίας, θρίλερ και περιπέτειες μέχρι κωμωδίες και κοινωνικά δράματα. Μάλιστα, το 2004 μια mainstream ταινία που βασιζόταν αρκετά χαλαρά στο λογοτεχνικό έργο του Asimov (από συλλογή διηγημάτων του οποίου αντέγραψε και τον τίτλο της) ήρθε στις κινηματογραφικές αίθουσες: το I, Robot. Ως μια ακόμα χολιγουντιανή παραγωγή που εστιάζει στη δράση, τα ειδικά εφέ και την ερωτική ατμόσφαιρα και ένταση μεταξύ των δύο (ανθρώπινων) πρωταγωνιστών, η ταινία δεν έχει να πει πολλά, ενώ και οι ερμηνείες (ιδίως αυτή της πρωταγωνίστριας) είναι συχνά απογοητευτικές. Είναι ενδιαφέρον, όμως, ότι φέρνει το ευρύ κοινό σε επαφή όχι απλώς με ορισμένες τάσεις της σύγχρονης τεχνολογίας που αναδεικνύονται μέσω των αποτελεσμάτων που υποτίθεται ότι φέρουν στο μελλοντικό σκηνικό της ταινίας (όπως η εξελικτική ρομποτική), αλλά κυρίως με μερικά βασικά ερωτήματα που σχετίζονται με τη διαπλοκή ανθρώπινου και ρομποτικού. Το ξετύλιγμα της πλοκής αφορμάται στην ουσία από το θάνατο ενός κορυφαίου ρομποτιστή, ο οποίος παρουσιάζεται σε κάποιο βαθμό ως alter ego του ίδιου του Asimov, καθώς υποτίθεται πως έχει διατυπώσει τους Τρεις Νόμους της Ρομποτικής. Το αρχικό πόρισμα είναι πως πρόκειται περί αυτοκτονίας και στις ενστάσεις του πρωταγωνιστή (που είναι αστυνομικός) πως πρόκειται για δολοφονία διαπραχθείσα από ρομπότ, ο ιδιοκτήτης της κατασκευαστικής εταιρείας αντιτάσσει όχι απλώς πως οι Τρεις Νόμοι, οι οποίοι είναι φορτωμένοι στο λογισμικό κάθε ρομπότ, δεν τους επιτρέπουν να βλάψουν ανθρώπους, αλλά ότι ακόμη κι αν κάτι τέτοιο συνέβαινε λόγω κάποιας βλάβης ή δυσλειτουργίας, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί στη χειρότερη περίπτωση ως «βιομηχανικό ατύχημα». Αυτό είναι σχετικό με ηθικά και νομικά ζητήματα που η διάδοση της χρήσης εξελιγμένων ρομπότ (και δη ανθρωποειδών) μπορεί να θέσει πράγματι στο μέλλον, σύμφωνα με ρομποτιστές[21].

Εντούτοις, το ενδιαφέρον στον κινηματογράφο ήταν πολύ παλαιότερο, αλλά εκκινούσε κι αυτό κατά κάποιον τρόπο από τη λογοτεχνία και δη από τη λογοτεχνική παράδοση του Ρομαντισμού. Μια κλασική ταινία του είδους είναι η γερμανική παραγωγή του 1927 Metropolis (Fritz Lang), η ιστορία της οποίας, όπως στη φανταστική λογοτεχνία των αρχών του 19ου αιώνα που θεματοποιεί τα αυτόματα, διαπνέεται από στοιχεία που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως μια «επανεπένδυση των [τεχνολογικών] καινοτομιών του αιώνα […] με αρχαίο μύθο»[22]. Αξίζει να επικεντρώσει κανείς σε μια σκηνή στο πρώτο μισό της ταινίας όπου, μετά από ένα ατύχημα σε εργοστάσιο που μοιάζει με τεράστιο ρομποτικό «ον» στο εσωτερικό του οποίου άνθρωποι εργάζονται για να το κρατήσουν στη ζωή, το εργοστάσιο μεταμορφώνεται σε δαιμονικό τέρας και η λέξη «Μολώχ» εμφανίζεται στην οθόνη. Όπως και η αρχαία αυτή θεότητα της Μέσης Ανατολής, το εργοστάσιο απαιτεί σιωπηρά θυσίες και ο άνθρωπος καταβροχθίζεται από τη μηχανή. Πριν φάει τη σάρκα του, η μηχανή έχει, ωστόσο, ήδη διαβρώσει το πνεύμα του, όπως φαίνεται από τον τρόπο που οι εργάτες βαδίζουν προς τον χαμό τους μηχανικά και οργανωμένα, κατ’ αντιδιαστολή με τους σκλάβους άλλων εποχών που θυσιάζονταν στον Μολώχ, και οι οποίοι εξαναγκάζονται βίαια να προπορευτούν στην πορεία προς το μηχανικό θυσιαστήριο. Η κατάσταση της εργατικής τάξης παρουσιάζεται έτσι ως σύγχρονη δουλεία, που δε στηρίζεται στον εξαναγκασμό, αλλά στην παθητικοποίηση (ενδεχομένως στην προπαγάνδα και “κατήχηση” ή στον εθελούσιο εξανδραποδισμό). Το συμπέρασμα είναι ότι η τεχνολογική “πρόοδος” οδηγεί στην απώλεια της ατομικότητας και απαιτεί ομοιογενείς μάζες που είναι αναλώσιμες. Σε ένα άλλο επίπεδο, θα μπορούσε κανείς να πει ότι «ως τροφείς των μηχανών και τροφή τους συνάμα, έχουμε γίνει οι ίδιοι αυτόματα», και «τα αυτόματα δεν είναι πραγματικά νεκρά· απλώς αποτυγχάνουν να ζήσουν μια ουσιαστική ζωή»[23].

Σε χώρες όπου η ενσωμάτωση ανθρωποειδών ρομπότ στην αγορά και εν συνεχεία στην κοινωνία φαίνεται πιο κοντά από ό,τι στην Ελλάδα, το ζήτημα έχει θεματοποιηθεί και από τηλεοπτικές σειρές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το Humans του Channel 4 στη Βρετανία, που βασίζεται στη σουηδική σειρά Äkta människor. Το σουηδικό πρωτότυπο προβλήθηκε το 2012-2014 σε δύο κύκλους επεισοδίων, ενώ η βρετανική “διασκευή” προβλήθηκε το καλοκαίρι του 2015 και αναμένεται δεύτερος κύκλος μέσα στο 2016. Η πλοκή περιστρέφεται γύρω από “οικογενειακά ανδροειδή” που χρησιμοποιούνται για τις δουλειές του σπιτιού, την φροντίδα των παιδιών ή τη φροντίδα και περίθαλψη των ηλικιωμένων στα πλαίσια ενός εναλλακτικού εγγύς μέλλοντος, και ήδη ο τίτλος της προβληματοποιεί την έννοια του ανθρώπινου (ο αγγλικός και σουηδικός τίτλος σημαίνουν αντίστοιχα Άνθρωποι και Πραγματικοί άνθρωποι). Μάλλον σ’ αυτά τα διαπροσωπικά και ψυχολογικά ζητήματα που θίγει κι όχι αποκλειστικά στο στοιχείο της επιστημονικής φαντασίας οφείλεται και η μεγάλη δημοφιλία της σειράς, που είχε σαν αποτέλεσμα όχι μόνο να πωληθούν τα δικαιώματα για την προβολή της σουηδικής εκδοχής σε πάνω από 50 χώρες αλλά και να γίνει η αγγλική εκδοχή η πιο επιτυχημένη δραματική σειρά του Channel 4 από το 1992[24].

Η σειρά έχει τουλάχιστον μία πεντάδα από σχεδόν παράλληλα αφηγηματικά νήματα που σε σημεία συμπλέκονται μέσω της εμφάνισης σε αυτά μελών μιας μικρής ομάδας εξελιγμένων ανδροειδών, που υπερβαίνουν το σημείο της τεχνολογικής “μοναδικότητας” (singularity). Βέβαια, το στοιχείο που στην πραγματικότητα συνδέεται περισσότερο με αυτήν την έννοια της “μοναδικότητας” είναι μάλλον η κατασκευή με τεχνικά μέσα μιας υπερευφυΐας που μπορεί όχι απλώς να μάθει αυτόνομα αλλά και να κατασκευάσει άλλες μηχανές με τεχνητή νοημοσύνη, πιθανώς έτι περαιτέρω εξελιγμένες από τον εαυτό της. Στη σειρά, ωστόσο, το στάδιο της “μετα-μοναδικότητας” παίρνει μια πιο ανθρωποκεντρική όψη, αφού η μικρή αυτή ομάδα εξελιγμένων αυτόνομων ανδροειδών παρουσιάζεται να έχει αισθήματα και να αναπτύσσει κοινωνικούς δεσμούς, ενώ ο κατασκευαστής της έχει δημιουργήσει λογισμικό που, αν ενεργοποιηθεί, μπορεί να της επιτρέψει να μεταδώσει το επίπεδο νοημοσύνης και συνειδητότητας που η ίδια κατέχει σε άλλα ρομπότ.

Αν και το Humans δε θεωρείται διόλου ρηξικέλευθο ως προς τα φιλοσοφικά ζητήματα που διερευνά[25], πιστεύω ότι είναι ενδιαφέρον να σταθεί κανείς σε δύο σκηνές του πρώτου κύκλου που θέτουν εν αμφιβόλω την έννοια του ανθρώπινου ή έστω εγείρουν ερωτήματα γύρω από τον ορισμό του. Στο πέμπτο επεισόδιο, ένα ρομπότ της εν λόγω ομάδας με την εμφάνιση νεαρής κοπέλας έχει μια έντονη συνομιλία με ένα συνταξιούχο ρομποτιστή, πρώην συνάδελφο του κατασκευαστή της, ενώ στο έκτο επεισόδιο, ένα άλλο ρομπότ με την εμφάνιση νεαρού άντρα συνομιλεί με μια έφηβη κοπέλα που έχει καταλάβει πλέον την ταυτότητα του ως μέλους αυτής τις ολιγάριθμης ομάδας. Στην πρώτη σκηνή, ο ηλικιωμένος άντρας ρωτάει το ρομπότ «πώς είναι το να είσαι εσύ;», «αυτή είναι μια ερώτηση που δεν μπορεί να απαντηθεί», απαντάει προφανώς εκνευρισμένο αυτό, για να ανταποδώσει εν συνεχεία την ερώτηση: «Δεν έχω κανένα πλαίσιο αναφοράς, κανείς δεν έχει. Η εμπειρία είναι εξ ολοκλήρου υποκειμενική. Πώς είναι το να είσαι εσύ;». Ο άντρας προσπαθεί να απαντήσει με ειλικρίνεια στην θεωρούμενη ως μη απαντήσιμη ερώτηση, με τρόπο που φαίνεται, βέβαια, να επιβεβαιώνει σχεδόν την ένσταση του ρομπότ: «Αυτές τις μέρες δεν είναι και τόσο περίφημα. Λίγο παλιότερα ήταν… ήταν πολύ καλά». Στη δεύτερη σκηνή, στην ερώτηση της κοπέλας «πώς είναι να είσαι εσύ;» το ανδροειδές απαντάει «φοβάμαι, είμαι μπερδεμένος, είναι σαν τα συναισθήματά μου να είναι υπερβολικά μεγάλα» και την αντιρωτά «πώς είναι να είσαι ένα έφηβο κορίτσι;»· «το ίδιο», λέει εκείνη.

Κλείνοντας εδώ τη συζήτηση για μερικές όψεις της πολιτισμικής πραγμάτευσης ρομπότ κατά τους δύο τελευταίους αιώνες, δηλαδή χονδρικά από τα τέλη της Πρώτης Βιομηχανικής Επανάστασης μέχρι τις απαρχές της Τέταρτης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ποικίλες άλλες όψεις θα μπορούσαν να παρουσιαστούν σε μια εκτενέστερη συζήτηση, τόσο εκτός του Ρομαντισμού (π.χ. στο Φουτουρισμό), στον οποίο και επικεντρώθηκε μεγάλο κομμάτι της ενότητας, όσο και εκτός της λογοτεχνίας, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης (π.χ. στη ζωγραφική). Εν ολίγοις, όμως, το συμπέρασμα αυτής της περιδιάβασης είναι ότι, ενώ οι ελεγχόμενοι και τροφοδοτούμενοι από πολιτικά και οικονομικά κέντρα μύθοι της μεταπολεμικής χρυσής εποχής παρουσίαζαν μια μελλοντική ρομποτική ουτοπία, η πολιτισμική ανταπόκριση στην αυτοματοποίηση και στην επικείμενη ρομποτική διείσδυση στις ανθρώπινες κοινωνίες σκιαγραφεί μάλλον δυστοπικά σενάρια, τα οποία σε κάποιες περιπτώσεις γίνονται ολοένα και πιο εύλογα με βάση τα όσα συζητήθηκαν και στις τέσσερις προηγούμενες ενότητες.

Επίλογος. Επιδοκιμάζοντας ένα πρόσφατο βιβλίο για τα ρομπότ και τη συνείδηση, ο Douglas Rushkoff υποστηρίζει ότι ο συγγραφέας «δείχνει επιδέξια γιατί είναι ώρα να σκεφτούμε πολύ σχετικά με τις σκεπτόμενες μηχανές, πριν αρχίσουν αυτές να σκέπτονται πολύ σχετικά με εμάς»[26]. Δεν υποστηρίζω, φυσικά, ότι πραγματικά “έξυπνες”, “συνειδητές” και “αυτόνομες” μηχανές μπορούν να κατασκευαστούν στο εγγύς μέλλον: Το επίπεδο της ρομποτικής τεχνολογίας αλλά και οι γνώσεις στο πεδίο της νευρολογίας και των επιστημών του εγκεφάλου απέχουν ακόμη αρκετά από το να είναι σε θέση να δώσουν τέτοια αποτελέσματα. Το θέμα της γενικότερης εισχώρησης ρομπότ στην κοινωνία, όμως, αποτελεί τη βάση για μια συζήτηση στην οποία η συμμετοχή των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών θα ήταν ευχής έργον να γίνει όσο το δυνατόν ενεργότερη. Η περαιτέρω ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και της ρομποτικής τεχνολογίας (ιδιαιτέρως αυτής που σχετίζεται με την κατασκευή ανθρωποειδών) είναι ένα ζήτημα που δεν αφορά μόνο την επιστήμη της ρομποτικής, αλλά και τις πολιτικές επιστήμες, την οικονομολογία, την ηθική φιλοσοφία, την κοινωνιολογία, την ψυχολογία και την ανθρωπολογία. Κι αυτό γιατί οι εξελίξεις στο πεδίο της ρομποτικής θα είναι πιθανώς η ειδοποιός διαφορά της αναδυόμενης σήμερα Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης[27].

Αυτή η επανάσταση δε θα αλλάξει μόνο τον τρόπο και τις σχέσεις παραγωγής, αλλά θα μετασχηματίσει κοινωνικές δομές, θα επαναπροσανατολίσει την πολιτική σε επίπεδο ιδεολογιών αλλά και πρακτικών, θα μεταμορφώσει το οικονομικό τοπίο, θα επηρεάσει τη φιλοσοφική (κι όχι μόνο) συζήτηση γύρω από ζητήματα ηθικής, θα έχει επιπτώσεις στον ανθρώπινο ψυχισμό και θα επαναπροσδιορίσει τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι προσλαμβάνουν τον εαυτό τους και το περιβάλλον τους, τους τρόπους με τους οποίους διαμορφώνουν την ταυτότητά τους ή τις σχέσεις τους με τους άλλους. Με λίγα λόγια, οι εξελίξεις της ρομποτικής ενδέχεται να επαναπροσδιορίσουν σε κάποιο βαθμό το ίδιο το αντικείμενο (ή την προσέγγιση του αντικειμένου) πολλών ανθρωπιστικών επιστημών. Υπό αυτήν την έννοια, η μονοπώληση του ζητήματος από τους πλέον “ειδικούς”, η αντίληψη ότι μόνο ένας ρομποτιστής, ένας προγραμματιστής ή ένας μηχανικός δικαιούται να συμμετάσχει στη συζήτηση, ενώ οι υπόλοιποι απλώς δε γνωρίζουν τι λένε, αν μη τι άλλο αποστερεί από το ζήτημα την πολυεδρικότητά του, το απογυμνώνει από τις πραγματικές του διαστάσεις. Αν το θέμα ήταν απλώς τι γίνεται μέσα στα εργαστήρια ρομποτικής χωρίς καμία εφαρμογή στην κοινωνία, τότε ίσως οι ρομποτιστές δικαίως να διατηρούσαν το αποκλειστικό δικαίωμα εκφοράς άποψης. Αφ’ ης στιγμής, όμως, πρόκειται για μια πορεία που οδηγεί σταθερά προς τη μεταφύτευση μεθόδων περαιτέρω αυτοματοποίησης από τα εργαστήρια στην παραγωγή, στην αγορά και στην κοινωνία, είναι κάτι που μπορεί εν τέλει να αφορά τον καθένα.

 

Ο Γιάννης Στάμος είναι Υποψήφιος Διδάκτορας Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Birmingham.

 



[1] [Ανυπόγραφο], «History of Robotics: Timeline», RobotShop 2008, http://www.robotshop.com/media/files/PDF/timeline.pdf (πρόσβαση: 20/12/2015).

[2] K. Bein, «FIU Robocop Helping Disabled Officers Get Back in the Field», Miami New Times,25/2/2014, http://www.miaminewtimes.com/arts/fiu-robocop-helping-disabled-officers-get-back-in-the-field-6514697 (πρόσβαση: 7/1/2016)· J. Gardner, «As Early as 2016, Robot Cops Will Be Patrolling Your Streets», The Free Thought Project,14/2/2015, http://thefreethoughtproject.com/early-2016-robot-cops-patrolling-streets-no/ (πρόσβαση: 7/1/2016).

[3] [Ανυπόγραφο], «Guilty Secret: US Drone Strike Attacks to Blame for Global Wave of Terror», Sputnik,22/11/2015, http://sptnkne.ws/agag (πρόσβαση: 10/1/2016).

[4] S. Gibbs, «Musk, Wozniak and Hawking Urge Ban on Warfare AI and Autonomous Weapons», The Guardian,27/7/2015, http://www.theguardian.com/technology/2015/jul/27/musk-wozniak-hawking-ban-ai-autonomous-weapons (πρόσβαση: 28/7/2015).

[5] L. Takayama, W. Ju & C. Nass, «Beyond Dirty, Dangerous and Dull: What Everyday People Think Robots Should Do», Proceedings of the 3rd ACM/IEEE International Conference on Human-Robot Interaction. Amsterdam 2008, 25-32 (διαθέσιμο και ηλεκτρονικά: https://www.researchgate.net/publication/221473137_Beyond_dirty_dangerous_and_dull_What_everyday_people_think_robots_should_do [πρόσβαση: 9/1/2016]).

[6] J. Bort, «Bill Gates: People Don’t Realize How Many Jobs Will Soon Be Replaced By Software Bots», Business Insider,13/3/2014, http://www.businessinsider.com/bill-gates-bots-are-taking-away-jobs-2014-3?IR=T (πρόσβαση: 10/9/2015)· [Ανυπόγραφο], «The Future of Jobs: The Onrushing Wave», The Economist,18/1/2014, http://www.economist.com/news/briefing/21594264-previous-technological-innovation-has-always-delivered-more-long-run-employment-not-less (πρόσβαση: 1/1/2016).

[7] [Ανυπόγραφο], «Secretary of Labor Assures Nation There Still Plenty of Jobs for Americans Willing to Outwork Robots», The Onion,8/9/2015, http://www.theonion.com/article/secretary-labor-assures-nation-there-still-plenty--51263 (πρόσβαση: 10/9/2015).

[8] J. Kaplan, Humans Need Not Apply: A Guide to Wealth and Work in the Age of Artificial Intelligence. New Haven & London: Yale University Press 2015, 12.

[9] Λίγες μέρες μετά την ίδρυση της πρώτης εργατικής ένωσης στην υπερεκατονταετή ιστορία της Target, η εταιρεία ανακοίνωσε την πρόθεσή της να «αναπτύξει αυτοματοποιημένα συστήματα και να αντικαταστήσει τους εργαζομένους με ρομπότ στα σημεία λιανικής πώλησης». Βλ. N. Bose, «Exclusive: Target Pharmacy Workers Form Union, First in Company’s History», Reuters,16/9/2015, http://www.reuters.com/article/us-target-union-appeal-idUSKCN0RG2Z720150917 (πρόσβαση: 20/12/2015)· J. Woods, «Day After Employees Vote to Unionize, Target Announces Fleet of Robot Workers», U.S. Uncut,23/9/2015, http://usuncut.com/class-war/target-union-robot-workers/ (πρόσβαση: 20/12/2015).

[10] Βλ. και τις σχετικές δηλώσεις του Hawking: A. C. Kaufman, «Stephen Hawking Says We Should Really Be Scared of Capitalism, Not Robots», The Huffington Post, 10/8/2015, http://www.huffingtonpost.com/entry/stephen-hawking-capitalism-robots_5616c20ce4b0dbb8000d9f15?ncid=tweetlnkushpmg00000067 (πρόσβαση: 14/8/2015).

[11] A. Winfield, Robotics: A Very Short Introduction. Oxford: Oxford University Press 2012, 75-76.

[12] Πρβλ. και τις απόψεις που διατυπώνει ο Winfield περί συναισθημάτων: Robotics, 71.

[13] Σχετικά με τα ζητήματα που συζητούνται εδώ βλ. για παράδειγμα: N. Sharkey & A. Sharkey, «The Crying Shame of Robot Nannies: An Ethical Appraisal», Interaction Studies 11, 2010, 161–190· D. Feil-Seifer & M. J. Matarić, «Dry Your Eyes: Examining the Roles of Robots for Childcare Applications», Interaction Studies 11, 2010, 208–213· T. N. Beran κ.ά., «Understanding How Children Understand Robots: Perceived Animism in Child-Robot Interaction», International Journal of Human Computer Studies 69, 2011, 539–550.

[14] R. Sparrow & L. Sparrow, «In the Hands of Machines? The Future of Aged Care», Minds and Machines 16, 2006, 141-161· J. S. Kuiper κ.ά., «Social Relationships and Risk of Dementia: A Systematic Review and Meta-Analysis of Longitudinal Cohort Studies», Ageing Research Reviews 22, 2015, 39-57. Ένα παράδειγμα εναλλακτικής λύσης ίσως αποτελεί το γερμανικό πρόγραμμα των “Mehrgenerationenhäuser” (=οίκοι πολλαπλών γενεών), των οποίων ο διπλός ρόλος, ως κέντρα φροντίδας παιδιών και ηλικιωμένων συγχρόνως, έχει ωθήσει σε εκκλήσεις για εφαρμογή παρόμοιων μοντέλων και σε άλλες δυτικές χώρες. Βλ. M. K. Smith, «Mehrgenerationenhäuser – Multi-Generational Meeting Houses in Germany», The Encyclopaedia of Informal Education, 2014, http://infed.org/mobi/mehrgenerationenhausen-multigenerational-meeting-houses-animation-care-pedagogy/ (πρόσβαση: 1/8/2015)· P. Oltermann, «Germany's “Multigeneration Houses” Could Solve Two Problems for Britain», The Guardian, 2/5/2014,http://www.theguardian.com/world/2014/may/02/germany-multigeneration-house-solve-problems-britain (πρόσβαση: 1/8/2015).

[15] L. Sauer, «Romantic Automata» στο: G. Hoffmeister (επιμ.), EuropeanRomanticism: LiteraryCross-currents, Modes, andModels. Detroit: Wayne State University Press 1990, 287-306· J. Tresch, «The Machine Awakens: The Science and Politics of the Fantastic Automation», French Historical Studies 34, 2011, 87-123.

[16] Βλ. F. A. J. McIntyre, «Romantic Transcendence and the Robot in Heinrich von Kleist and E.T.A. Hoffmann», The Germanic Review 54, 1979, 29-34· J. M. Ellis, «Clara, Nathanael and the Narrator: Interpreting Hoffmann’s Der Sandman», The German Quarterly 54, 1981, 1-18· F. Wittig, Maschinenmenschen: Zur Geschichte eines literarischen Motivs im Kontext von Philosophie, Naturwissenschaft und Technik. Würzburg: Königshausen & Neumann 1997, 63-81· L. Montiel, «Sobre máquinas e instrumentos (I): El cuerpo del automata en la obra de E.T.A. Hoffmann», Asclepio. Revista de Historia de la Medicina y de la Ciencia 60, 2008, 151-176· Tresch, «The Machine Awakens».

[17] Γ. Σκαρίμπας, «Petroleum é Dijelmen Company» στο: Τρειςάδειεςκαρέκλες, επιμ. Κ. Κωστίου, Αθήνα: Νεφέλη 1998, 16-17.

[18] Κ. Κωστίου, «Σημείωμα της επιμελήτριας», στο: Τρεις άδειες καρέκλες, 91.

[19] Βλ. π.χ. H. B. Segel, Pinocchio'sProgeny: Puppets, Marionettes, Automatons, andRobotsinModernistandAvant-GardeDrama. Baltimore: John Hopkins University Press 1995.

[20] Μ. Χριστοδούλου, «Λογοτέχνης, ανθρώπινα ενδοκειμενικά ομοιώματα, αναγνώστης: ταύτιση τριών ετεροτήτων στη σκαριμπική ποίηση;» Χρόνος 12, 2014, http://www.chronosmag.eu/index.php/sel-lg-thp-e-gs-s-s-sp-ps.html (πρόσβαση: 10/1/2016). Βλ. και Ξ. Α. Κοκόλης, Άνθρωποι και μη: Τα όρια της φαντασίας στο Σκαρίμπα (Μελέτες και σημειώματα). Θεσσαλονίκη: University Studio Press 2001, ιδίως: 13-22, 27-32, 37-41.

[21] Βλ. για παράδειγμα Winfield, Robotics,83.

[22] Tresch, «The Machine Awakens», 103.

[23] Βλ. μία ανάγνωση του Metropolis στο: J. J. Stommel, Pity Poor Flesh (διδ. διατριβή). Boulder: University of Colorado 2010, 22-29. Τα παραθέματα είναι από τις σελίδες 28 και 29.

[24] R. Jinman, «Creator of Swedish sci-fi Drama Real Humans Disappointed Anglo-American Adap-tion Arriving on British Screens instead of Original», Independent, 16/5/2015, http://www.independent.co.uk/arts-entertainment/films/news/creator-of-swedish-sci-fi-drama-real-humans-disappointed-anglo-american-adaption-arriving-on-british-10255726.html (πρόσβαση: 5/1/2016)· J. Plunkett, «Humans Becomes Channel 4's Biggest Drama Hit in 20 years», The Guardian, 22/6/2015, http://www.theguardian.com/media/2015/jun/22/humans-becomes-channel-4s-biggest-drama-hit-in-20-years (πρόσβαση: 5/1/2016).

[25] B. Wilson, «There’s Something Slightly Robotic about Humans», The Telegraph,20/6/2015, http://www.telegraph.co.uk/culture/tvandradio/tv-and-radio-reviews/11683287/Theres-something-slightly-robotic-about-Humans.html (πρόσβαση: 6/1/2016).

[26] A. Smart, Beyond Zero and One: Machines, Psychedelics, and Consciousness. New York: OR Books 2015· το παράθεμα έχει ληφθεί από τη διαφήμιση του βιβλίου στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου: http://www.orbooks.com/catalog/beyond-zero-and-one-by-andrew-smart/?utm_source=mailchimp&utm_medium=email&utm_campaign=robot&goal=0_43ce1d59a2-58b9741da3-317195109&mc_cid=58b9741da3&mc_eid=358bb102db (πρόσβαση: 8/1/2016).

[27] J. Bloem, M. van Doorn κ.ά., The Fourth Industrial Revolution: Things to Tighten the Link between IT and OT. Groningen: Sogenti VINT 2014 (διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο: http://www.fr.sogeti.com/globalassets/global/downloads/reports/vint-research-3-the-fourth-industrial-revolution, πρόσβαση: 9/1/2016)· R. Jacobs, «Rise of Robot Factories Leading “Fourth Industrial Revolution”», Newsweek,3/5/2015, http://www.newsweek.com/2015/03/27/rise-robot-factories-leading-fourth-industrial-revolution-311497.html (πρόσβαση: 9/1/2016)· J. Temperton, «A “Fourth Industrial Revolution” is about to Begin (in Germany)», Wired,21/5/2015, http://www.wired.co.uk/news/archive/2015-05/21/factory-of-the-future (πρόσβαση: 9/1/2016).