BLG – Minimalistic Theme Focused on Readability

EN

«Ο έρωτας στα χιόνια»: Μέθη όπως μέθεξη (;)

Τριανταφυλλιά Βράνα

Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος

εκείνος ο περιούσιος Παπαδιαμάντης

και το κεράκι μας ακόμη δεν το θέλει.

Ν. Καρούζος, «Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος»

 

Στην ορθόδοξη χριστιανική παράδοση Κυρ –όπως μόνον οι αυτοκράτορες–αποκαλείται ο Μανουήλ Πανσέληνος, αγιογράφος του 13-14ου αιώνα, περιόδου αντινομίας: η αυτοκρατορία ολισθαίνει προς το τέλος ενώ οι τέχνες ακμάζουν με έργα υψίστης καλλιτεχνικής αξίας, κράματα της χριστιανικής και της αρχαιοελληνικής παράδοσης. Ελληνικά πρότυπα, αφηγηματικός χαρακτήρας, δραματικότητα και ρεαλισμός, όλα απόλυτα συνυφασμένα με τη βαθιά πνευματικότητα, (και επίσης: στοιχεία και της λογοτεχνίας του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη), είναι τα χαρακτηριστικά των έργων του Πανσέληνου. Χαμένος στην ανωνυμία –δεν υπέγραφε τα έργα του–, βιογραφείται τέσσερις αιώνες αργότερα και φτάνει να συγκρίνεται με τους μεγαλύτερους ζωγράφους της Δύσης καθώς οι δημιουργίες του, απαράμιλλης αισθητικής σύνθεσης, εκφράζουν μια ολόκληρη εποχή.

Στο κέντρο της εικόνας της Προδοσίας (Πρωτάτο, Άγιον Όρος) , ακριβώς πίσω από τον Χριστό, υπάρχει ένας λευκοφόρος, ο μόνος που κοιτάει τον θεατή στα μάτια. Εικάζεται πως ο Πανσέληνος εικονίζει τον εαυτό του να λέει, μέσα από τη δύναμη και την καθαρότητα του βλέμματός του, πως αυτός δεν θα προδώσει ποτέ τον Χριστό και πως θα τον υπηρετεί πάντα μέσα από την τέχνη του. Όταν πρόκειται για τη λογοτεχνία και τις τέχνες, γίνεται να μιλάμε μόνο για αισθητική αρτιότητα (του δημιουργού) και απόλαυση (του αναγνώστη/ θεατή); Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος γράφει πως η σχέση του Παπαδιαμάντη με την τέχνη είναι μεταφυσική, πως το έργο του, «κάτι ευρύτερο από τα γράμματα (Letters)», μας μεταφέρει «στο επίκεντρο της πνευματικότητάς μας» και συνεχίζει σημειώνοντας πως όσοι στέκονται μόνο στις «αισθητικές επιφάνειες» της λογοτεχνίας του αρνούνται τις πνευματικές της ρίζες, τη βυζαντινή παράδοση[1].

«Το βάρος της υπεράσπισης» του Παπαδιαμάντη «το σηκώνει κυρίως η ποίηση» σημείωνε ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος[2]. Πρόκειται για υπεράσπιση; Αν ακολουθήσουμε τον Νίκο Καρούζο –και τον ακολουθούμε– ούτε ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης (δηλαδή το έργο του) το επιζητά, «και το κεράκι μας ακόμη δεν το θέλει», ούτε και το έχει ανάγκη άλλωστε αυτός ο «περιούσιος και ακέραιος». Είναι γεγονός όμως πως οι ποιητές στάθηκαν άξιοι να περιγράψουν τη μαγεία του αναγνωρίζοντάς του δύο κεντρικά στοιχεία: την ακεραιότητα κάποιου που είναι «από το μέρος της αθωότητας –λευκοφόρος την διάνοιαν»[3] και τον ατόφιο ποιητικό λόγο.

«Ο έρωτας στα χιόνια» (1896) είναι ποίηση, αγάπη για τη γλώσσα και τη λογοτεχνία, υπεράσπιση του ανθρώπινου και μέθεξη στο υπερβατικό. Είναι κάλεσμα σε μέθη με τον ιδιαίτερο τρόπο που στη λογοτεχνία το μικρό και ασήμαντο, που είναι όμως βαθιά αληθινό, το άθλιο και αμαρτωλό, το ατομικό και απομυθοποιημένο, το μη ηρωικό, δύναται να αναχθεί σε οικουμενικό, πανανθρώπινο και μεταρσιωμένο, αιτώντας τη λύτρωση: «Για να μην νιώθετε το τρομερό φορτίο του Χρόνου που τσακίζει τους ώμους σας και σας γέρνει προς τη γη, πρέπει να μεθάτε χωρίς ανάπαυλα. Αλλά από τι; Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε. Αλλά μεθύστε»[4]. Οι αναγνώστες του «Έρωτα στα χιόνια» μεθούν και από τα τρία. Προνόησε το «αγιασμένο χέρι»[5] του Παπαδιαμάντη.

Καρδιὰ τοῦ χειμῶνος. Χριστούγεννα, Ἅις-Βασίλης, Φῶτα[6]:Με τις λέξεις αυτές ανοίγει «Ο έρωτας στα χιόνια» και μαζί ολόκληρος ο κόσμος της λογοτεχνίας του Παπαδιαμάντη. Ποιητική γλώσσα, χριστιανική λατρεία και φύση συνυφαίνονται λειτουργικά, εικονογραφώντας την πραγματικότητα ως ένα ενιαίο και οργανικό όλο. Μέσα στο (λογοτεχνικό) σύμπαν του Παπαδιαμάντη ο άνθρωπος δεν νοείται ξέχωρα από τη φύση –το γήινο περίβλημα δεν εγκαταλείπεται– καθώς το αίτημα για λύτρωση διατυπώνεται ως μεταμόρφωση των πάντων. Η σχέση ετερότητας κτιστού (ανθρώπου-φύσης)-ακτίστου (Θεού) δεν αίρεται, ταυτόχρονα όμως νοηματοδοτείται από την αναγκαιότητα για μια, πρόσωπο προς πρόσωπο, κοινωνία, όχι μόνο με τον Θεό αλλά και τον πλησίον καθώς η μεταμόρφωση, η θέωση του ανθρώπου, δεν είναι μια ατομική υπόθεση. Προβάλλει ως ένα εκστατικό άνοιγμα προς μια ερωτική ένωση με το θείο και, μέσα από τη ρεαλιστική γραφή και τις απτές εικόνες των κειμένων του, γίνεται σαφές πως αυτός ο δρόμος προϋποθέτει την ένωση, την αληθινή κοινωνία με τους άλλους.

Η μέθη στο διήγημα δεν λειτουργεί ως ένα λογοτεχνικό τέχνασμα που απλώς παρέχει, στον συγγραφέα και τον χαρακτήρα, την ελευθερία να εκφραστούν αγωνίες και πάθη. Παρουσιάζεται ως το εκστατικό άνοιγμα προς μια μέθεξη στο υπερβατικό. «Ο έρωτας στα χιόνια» αναγνωρίζεται ως αριστούργημα, οι πρώτες λέξεις του αρκούν για να χαρακτηρίσει ο Λορεντζάτος τη γλώσσα του Παπαδιαμάντη «άρρητο θαύμα»[7], εντούτοις, οι αρνητικές κριτικές, που δέχονται μεν πως πρόκειται για έργο με αισθητική αρτιότητα και πληρότητα, στέκονται στο ότι ο συγγραφέας δεν παύει να αντλεί το υλικό του από την ίδια δεξαμενή: την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση και ζωή.

Τὸ ἐπ᾽ ἐμοί, ἐνόσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ, δὲν θὰ παύσω πάντοτε […] νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου, νὰ περιγράφω μετ᾽ ἔρωτος τὴν φύσιν καὶ νὰ ζωγραφῶ μετὰ στοργῆς τὰ γνήσια ἑλληνικὰ ἤθη (2, 517), γράφει ο Παπαδιαμάντης στο προοίμιο του «Λαμπριάτικου ψάλτη» απαντώντας σε όσους επέκριναν τα έργα του τόσο για τον θεολογικό τους χαρακτήρα όσο και για τη θεματολογία τους[8], αλλά δεν απολογείται –η απολογητική ουδέποτε είχε θέση στην ορθόδοξη πατερική θεολογία και φιλοσοφία. Η κριτική για το έργο του, είτε εγκωμιαστική είτε επιτιμητική, που στέκεται, και τότε και σήμερα, κυρίως ή και αποκλειστικά, σε μία από τις πλευρές του είναι εκ προοιμίου αποπροσανατολισμένη. Και αποπροσανατολιστική. «Ν’ απομονώνεις το αναπομονώσιμο, αυτό είναι το λάθος» γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης με αφορμή τη (λογοτεχνική) «χώρα του Παπαδιαμάντη» στην οποία οι άνθρωποι δεν είναι απλώς «φορείς ηθών και εθίμων»[9].

Ο Παπαδιαμάντης λατρεύει βέβαια τον Κτίστη, όχι την κτίση, οι ρίζες του, οι ανθρώπινες και οι συγγραφικές, είναι βαθιά πνευματικές, οι καταβολές του γνήσια αρχαιοελληνικές –η κοινή ελληνική λαλιά, και το όλο έργο του, το ανθρώπινο και το συγγραφικό είναι μίμησις Χριστού αλλά με έναν πολύ ιδιότυπο και ξεκάθαρο συνάμα τρόπο: Όπως ο Θεός (του) είναι ποιητὴ[ς] οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων, έτσι και αυτός γίνεται ποιητής, νὰ ὑμνῶ, συγγραφέας, νὰ περιγράφω, ζωγράφος, νὰ ζωγραφῶ,που έχει το βλέμμα του μόνιμα στραμμένο στον άνθρωπο και τη φύση, άλλωστε ἐκ γὰρ μεγέθους καλλονῆς κτισμάτων ἀναλόγως ὁ γενεσιουργὸς αὐτῶν θεωρεῖται[10]Το βλέμμα του, διεισδυτικό και ευαίσθητο, καλεί το δικό μας πάνω στις εικόνες που το ίδιο “ζωγραφεί” και στις οποίες αποτυπώνει με λέξεις ό,τι είναι ανθρώπινο, το καλό και το κακό που ενυπάρχουν σε αυτό, το ουράνιο και το χοϊκό που το ζωοποιούν και το συνέχουν.

Να εξετάσουμε τη μορφή χωριστά από το περιεχόμενο, να απομονώσουμε τη γλώσσα από το νόημα που εκφράζει, αυτό είναι το λάθος: «Συμβαίνει […] ν' αποτελεί [ενν. η γλώσσα] και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται […] στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις»[11]. Ή, άλλως, τὸ ἐπ᾽ ἐμοί. Ο κόσμος, η κοσμοθεωρία, οι πεποιθήσεις του Παπαδιαμάντη είναι η λογοτεχνία του, η γλώσσα του, τα κείμενά του· αυτά μας παραδόθηκαν και σε αυτά για να εισέλθουμε ως αναγνώστες χρειάζεται να ’μαστε τέλεια αφοπλισμένοι[12] χωρίς να επιδιδόμαστε σε πρόχειρες και καθόλα αστήριχτες προβολές δικών μας αγκυλώσεων· και αν πρέπει να κρατούμε κάτι, αυτό θα είναι ένα μολύβι, για να υπογραμμίζουμε τα «[θ]αμνώδη ρήματα και φύλλα καταπράσινα της γλώσσας»[13].

«Ο έρωτας στα χιόνια» είναι ένα μικρό διήγημα, με λιτή αφήγηση και ρεαλιστική πλοκή, χωρίς δραματικές εξελίξεις ή εκπλήξεις, και με θεματολογία επίσης απλή: Πρόκειται για την ιστορία ενός παλιού, ξεπεσμένου ναυτικού, απόκληρου, μέθυσου, ενός αμαρτωλού που τα έχει χάσει όλα. Βρισκόμαστε στο νησί (στη Σκιάθο προφανώς), είναι Χριστούγεννα και παρακολουθούμε τις τελευταίες μέρες, τις τελευταίες ώρες της ζωής του μπαρμπα-Γιαννιού[14]. Κι όμως «αυτές οι πεντέμισι σελίδες είναι ένας ζωντανός οργανισμός που γεννάει»[15]· από την πρώτη μάλιστα φράση: Καρδιὰ τοῦ χειμῶνος. Χριστούγεννα, Ἅις-Βασίλης, Φῶτα. Ο Παπαδιαμάντης δομεί με αριστοτεχνική ακρίβεια την ιστορία του –ο αναγνώστης αδυνατεί να βγει από το πλαίσιο–, σμιλεύει με επιμέλεια την πλοκή της –με τη μαεστρία του γλύπτη που μας ζητά να ανακαλύψουμε πως πρόκειται για έμψυχο υλικό–, ζωγραφεί το κείμενο του με χρώματα ανεξίτηλα –τη δική του παπαδιαμαντική γλώσσα– έχοντας ως καμβά την ελληνική γλώσσα και την ορθόδοξη παράδοση. Παραμένει δε πάντα ανυπότακτος, με ανεξημέρωτο θυμικό[16] και ανυποχώρητος σε θέματα γνησιότητας και αλήθειας.

Είναι Χριστούγεννα αλλά αυτό δεν είναι ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα (θυμόμαστε εδώ τις κατηγοριοποιήσεις των έργων του Παπαδιαμάντη με βάση το χριστιανικό εορτολόγιο), είναι ένα δραματικού ύφους κείμενο, πένθιμο, σκοτεινό, που σκεπάζεται ολόκληρο από το λευκό του χιονιού κάτω από το οποίο θα χαθεί ο μπαρμπα-Γιαννιός. Αν σταθούμε στο αισθητικό κομμάτι, θα μιλήσουμε για ποιητικότητα και μουσικότητα, που δίνεται από την πρώτη φράση του διηγήματος και το διατρέχει ολόκληρο αποκαλύπτοντας τον βαθμό «συμμετοχής του συγγραφέα στη σύνθεση του κειμένου αυτού»[17].

Η πρώτη φράση είναι δηλωτική της ποιητικότητας του (εδώ) πεζού λόγου καθώς μοιάζει με το άνοιγμα μουσικής συμφωνίας· αλλά είπαμε ήδη πως οι μονομερείς αναγνώσεις αλλοιώνουν το κείμενο μη εξετάζοντάς το ως ένα όλο. Αν δούμε το κείμενο υπό το πρίσμα της αισθητικής του αλλά και του ἐπ᾽ ἐμοί δεν σημαίνει πως ο κίνδυνος αλλοίωσης έχει αποφευχθεί. Αυτός παραμένει αν παραγνωρίσουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το θρησκευτικό στοιχείο στη λογοτεχνία του Παπαδιαμάντη: ο συγγραφέας υμνεί βέβαια τον Χριστό του επιζητώντας την ένωση ανθρώπου και Θεού στη βάση μιας αγαπητικής σχέσης, ταυτόχρονα όμως ασκεί ευθεία κριτική προς κάθε είδους τυπολατρική θρησκευτικότητα καυτηριάζοντας τις υποκριτικές συμπεριφορές και την αναλγησία που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη κοινωνία, είτε θέλει να λέγεται αυτή χριστιανική είτε όχι. Η πρώτη φράση δεν θέτει ένα θρησκευτικό πλαίσιο στο κείμενο με την έννοια της ηθογραφίας και της διαφύλαξης εθίμων. Πέρα από το θέμα της πίστης (φιλόσοφος λόγος) η λογοτεχνία του Παπαδιαμάντη είναι κριτικός λόγος απέναντι στην αποξένωση, την έλλειψη αλληλεγγύης και την ατομική ευθύνη.

Ο κεντρικός ήρωας είναι ένας μέθυσος –αυτό μοιάζει να προτάσσεται ως το κυρίαρχο στοιχείο του–, ένας κοινός θνητός που δέχεται τα απανωτά χτυπήματα της μοίρας και έχει τελικά μοιραία κατάληξη. Η μέθη του μοιάζει, αρχικά, με καταφυγή και απόδραση από το ζοφερό παρόν του για μεγάλο μέρος του οποίου ο ίδιος φέρει ευθύνη. Ο Παπαδιαμάντης δεν ηθικολογεί ούτε κηρύττει όταν παρουσιάζει τους ήρωές του ενώπιον των ευθυνών τους. Ψυχογραφεί σε βάθος την ανθρώπινη ύπαρξη αιτώντας μέσα από τα πιο σκοτεινά και ταπεινά στοιχεία της να προβάλει το αίτημα για υπαρξιακή υπέρβαση. Έτσι, η μέθη στο διήγημα δεν χρησιμοποιείται ως διέξοδος από την πραγματικότητα αλλά ως ένας τρόπος απελευθέρωσης από αυτή που, τελικά, μετουσιώνεται σε εκστατικό άνοιγμα προς μία μεταμόρφωση του ήρωα και του κόσμου γύρω του.

Καὶ αὐτὸς ἐσηκώνετο τὸ πρωί, ἔρριπτεν εἰς τοὺς ὤμους τὴν παλιὰν πατατούκαν του, τὸ μόνον ροῦχον ὁποὺ ἐσώζετο ἀκόμη ἀπὸ τοὺς πρὸ τῆς εὐτυχίας του χρόνους, καὶ κατήρχετο εἰς τὴν παραθαλάσσιον ἀγοράν, μορμυρίζων, ἐνῷ κατέβαινεν ἀπὸ τὸ παλαιὸν μισογκρεμισμένον σπίτι, μὲ τρόπον ὥστε νὰ τὸν ἀκούῃ ἡ γειτόνισσα (105): αὐτὸς είναι ο μπαρμπα-Γιαννιός, αλλά εσκεμμένα το όνομά του δεν μας δίνεται στην πρώτη αναφορά του συγγραφέα στον κεντρικό –τον μόνο κατ’ ουσίαν– χαρακτήρα του. Ο Παπαδιαμάντης δείχνει τον μπαρμπα-Γιαννιό αλλά μέσα από αυτόν μας καθοδηγεί να κοιτάξουμε τὸν ἄνθρωπον […] ἐπὶ τῆς χιόνος (110), την κοινή μοίρα. Είναι [κ]αρδιὰ τοῦ χειμῶνος, ζει σε ένα παλιό, μισογκρεμισμένο σπίτι και το μόνο ρούχο που του έχει απομείνει είναι η παλιὰ πατατούκα, απόκτημα της ἀπὸ τοὺς πρὸ τῆς εὐτυχίας του χρόνους· υπήρξε, λοιπόν, κάποτε ευτυχισμένος. Αλλά πλέον δεν είναι ούτε νέος, ούτε όμορφος, ούτε χρήματα έχει: Ὅλα αὐτὰ τὰ εἶχε φθείρει πρὸ χρόνων πολλῶν, μαζὶ μὲ τὸ καράβι, εἰς τὴν θάλασσαν, εἰς τὴν Μασσαλίαν (105).

Είχε φθείρει τον εαυτό του στην ξενιτιά. Μαθαίνουμε πως ξεκίνησε από απλός ναύτης, κατόπιν έγινε συνιδιοκτήτης πλοίου, για να φτάσει να έχει δικό του. Απέκτησε χρήματα, ακριβά ρούχα και πολύτιμα αντικείμενα, ἀλλὰ τὰ ἔφαγεν ὅλα ἐγκαίρως μὲ τὰς Φρύνας εἰς τὴν Μασσαλίαν. Έχασε τα πάντα ἐγκαίρως κάνοντας μια άσωτη ζωή και τώρα του έμεινε μόνο η παλιά πατατούκα, από τον καιρό που ήταν απλός ναύτης, να τη φορά ἐνῷ κατέβαινε τὸ πρωὶ εἰς τὴν παραλίαν, […] διὰ νὰ πάγῃ μὲ ξένην βάρκαν νὰ βγάλῃ κανένα χταπόδι (105-106). Μέσα σε δεκατέσσερις γραμμές έχουμε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή ενός ανθρώπου, την άνοδο και την πτώση του, χωρίς να έχουμε, ούτε στη συνέχεια, καμία εξήγηση για τους λόγους ή τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχασε τα πάντα. Εικάζουμε πως η ασωτία είναι η πιθανή εξήγηση και κρατάμε ότι συναντάμε έναν άνθρωπο στο τέλος της ζωής του.

Θέμα δραματικό μεν, αλλά απλό και χιλιοειπωμένο, λιτότητα εκφραστική, κλίμακα ταπεινή[18], απουσία δράσης που κάνει κάποιους να δυσανασχετούν[19], αλλά τον Κ. Π. Καβάφη, εντυπωσιασμένο από την «περιγραφική δύναμι» του Παπαδιαμάντη, να γράφει το 1908: «Με φαίνεται ότι είναι λαμπρά ασκημένος στης περιγραφής την τριπλήν ικανότητα – τα ποια πρέπει να λεχθούν, τα ποια πρέπει να παραλειφθούν, και εις ποια πρέπει να σταματηθεί η προσοχή»[20]. Η προσοχή μας πρέπει να σταματηθεί στην «ποιητική νοημοσύνη» του Παπαδιαμάντη που μεταβάλλει τα ελάχιστα σε θησαυρούς[21] και στο γιατί αυτά τα ελάχιστα μας αφορούν –αν μας αφορούν. Γιατί και πώς η ιστορία του μπαρμπα-Γιαννιού μάς περιέχει, ως έθνος (ό,τι είναι εθνικό είναι κατ’ ανάγκην πνευματικά σφραγισμένο και γεωγραφικά περιορισμένο;) και ως ανθρώπινο γένος.

Ο μπαρμπα-Γιαννιός κουβαλάει εἰς τοὺς ὤμους μαζί με τὴν παλιὰν πατατούκαν του μεγάλο μέρος της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Ο Παπαδιαμάντης καταγράφει τη νεότερη Ιστορία[22] του τόπου ακολουθώντας «αντικανονικό δρομολόγιο: δηλαδή ανέβηκ[ε] ως το λαό»· και νοηματοδοτεί τη συλλογική μνήμη και ταυτότητα αγγίζοντας την ουσία της ελληνικότητας που «είναι έννοια πνευματική»[23]. Πέρα από το εθνικό (και σίγουρα μακρύτερα από το να ενδιαφέρει εδώ μια προβληματική σχετικά με το αν και ποια θέση έχει στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία το έργο του Παπαδιαμάντη) η προσοχή μας πρέπει να σταματηθεί και στα κοινά, στα ουσιώδη, στα ριζώματα της ανθρώπινης φύσης που προσωποποιεί ο μπαρμπα-Γιαννιός που δὲν ἦτο πλέον νέος, οὔτε εὔμορφος, οὔτε ἄσπρα εἶχεν, και ἦτο ἔρημος εἰς τὸν κόσμον (105, 106). Και έτσι, από ένα μικρό νησί και τη λιτή ιστορία ενός ναυτικού μεταφερόμαστε σε κλίμακα οικουμενική και στον (κάθε) άνθρωπο, στην πτώση και (το αίτημα για) τη μεταμόρφωσή του. Και τότε ο ρεαλισμός μεταβάλλεται σε μαγεία.

Η πτώση του μπαρμπα-Γιαννιού σημαδεύεται κυρίως από τα δυνατά χτυπήματα της μοίρας και αυτό μας δίνεται σε δύο μόλις γραμμές: Κανένα δὲν εἶχεν εἰς τὸν κόσμον, ἦτον ἔρημος. Εἶχε νυμφευθῆ, καὶ εἶχε χηρεύσει, εἶχεν ἀποκτήσει τέκνον, καὶ εἶχεν ἀτεκνωθῆ (106). Ο συγγραφέας μάς δίνει αυτά τα στοιχεία από την τραγική ζωή τού χαρακτήρα αλλά δεν επιστρέφει στο παρελθόν του για να το φωτίσει με πληροφορίες. Εστιάζει στο τώρα, στον έρημο άνθρωπο που, για να ζήσει και να ζεσταθεί, έχει μόνο μια παλιά πατατούκα –τίποτα υλικό δεν απομένει στον άνθρωπο όταν φθάνει στο τέλος της ζωής του– ὁποὺ ἐσώζετο ἀκόμη ἀπὸ τοὺς πρὸ τῆς εὐτυχίας του χρόνους, σαν να μην είχε μεσολαβήσει όλη η προηγούμενη ζωή του. Εστίαση στο τώρα, στο «ακαριαίο» που ανάγεται στο αιώνιο και το καθολικό της ανθρώπινης φύσης και μοίρας: μοναξιά και θάνατος, [σ]ὰν νά ᾽χαν ποτὲ τελειωμὸ/ τὰ πάθια κ᾿ οἱ καημοὶ τοῦ κόσμου[24].

Ο Παπαδιαμάντης αποφεύγει με επιμέλεια επιδερμικούς συναισθηματισμούς, όπως αποφεύγει ηθικολογίες και κηρύγματα. Αξιοποιεί το λεπτό χιούμορ, την ειρωνεία και τον σαρκασμό για να εκφράσει αυτό που θέλει. Ο μπαρμπα-Γιαννιός έφευγε από το σπίτι του, το μισογκρεμισμένο, να πάει για κάποιο μεροκάματο και μουρμούριζε [σ]εβτὰς εἶν᾽ αὐτός, δὲν εἶναι τσορβάς…· ἔρωντας εἶναι, δὲν εἶναι γέρωντας σαν να ήταν το μόνο του πρόβλημα ο σεβτάς του και η μόνη του έγνοια να τον ακούσει η γειτόνισσα. Τον άκουγαν όμως και οι γειτονοπούλες και τοῦ τὸ ἐκόλλησαν τέλος ὡς παρατσούκλι: «Ὁ μπαρμπα-Γιαννιὸς ὁ Ἔρωντας» (105). Και πληροφορούνται έτσι οι αναγνώστες όχι μόνο το όνομα του ήρωα αλλά και πώς τον αντιμετώπιζαν τα άλλα μέλη της κοινωνίας στην οποία ζούσε. Οπωσδήποτε η συμπεριφορά του είναι αποκλίνουσα από τα αυστηρά ήθη μιας μικρής κοινότητας, αλλά ποιος παίρνει στα σοβαρά έναν γέροντα, ξεπεσμένο οικονομικά και κοινωνικά, που τραγουδάει μεθυσμένος στα σοκάκια;

Υπάρχει ένα καλά σχεδιασμένο μοτίβο μέσα στο οποίο οργανώνονται η δομή και η πλοκή της ιστορίας. Μας δίνεται μια κυκλική θεώρηση του χρόνου –αντίθετη προς τη γραμμική που δέχεται η ορθόδοξη θεολογία– μέσα από την οποία παρουσιάζεται η ζωή και η μοίρα του ήρωα. Σε όλα τα μέρη του διηγήματος επαναλαμβάνεται η ίδια ιστορία. Ξημερώνει και ο μπαρμπα-Γιαννιός πάντα ἔρημος φεύγει από το σπίτι του, παίρνει τὸν μακρόν, στενὸν δρομίσκο για να αναζητήσει εργασία, και πάντα μορμυρίζων […] μὲ τρόπον ὥστε νὰ τὸν ἀκούῃ ἡ γειτόνισσα (105). Νυχτώνει, ἀργὰ τὸ βράδυ, τὴν νύκτα, τὰ μεσάνυκτα, αυτός, στην πραγματικότητα πάντα ανέστιος, ἐπανήρχετο εἰς τὸ παλιόσπιτο τὸ μισογκρεμισμένον, όπου κανείς δεν τον περιμένει (εἶχε χηρεύσει […] καὶ εἶχεν ἀτεκνωθῆ) ἀφοῦ ἔπινεν ὀλίγα ποτήρια διὰ νὰ ξεχάσῃ ἢ διὰ νὰ ζεσταθῇ. Και τραγουδάει χαμηλόφωνα για τον ίδιο λόγο: ἐκχύνων εἰς τραγούδια τὸν πόνον του: –Σοκάκι μου μακρὺ-στενό, μὲ τὴν κατεβασιά σου/κάμε κ᾽ ἐμένα γείτονα μὲ τὴν γειτόνισσά σου. Και []λλοτε (ο μπαρμπα-Γιαννιός) παραπονούμενος εὐθύμως (και ο Παπαδιαμάντης κρατώντας «τον πόνο στο σωστό του το ύψος[25]»): Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογοὺ καὶ ψεύτρα,/δὲν εἶπες μιὰ φορὰ κ᾽ ἐσύ, Γιαννιό μου ἔλα μέσα (105-106).

Ο Παπαδιαμάντης επαναλαμβάνει διαρκώς λέξεις και φράσεις, αυτούσιες ή παραλλάσσοντάς τες, ανάλογα με τη νοηματική κλιμάκωση που έχει σχεδιάσει με απόλυτη ακρίβεια. Πουθενά οι επαναλήψεις δεν είναι παράταιρες. Είναι (και) αυτές που δίνουν τον ασφυκτικό κλοιό της μοίρας, από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει, και της δίνης του χρόνου μέσα στον οποίο βρίσκεται ο ήρωας, οι μνήμες που δεν τον αφήνουν να ξεχάσει ή να ζεσταθεί, να ζήσει. Η κάθε μέρα και η κάθε νύχτα του είναι μια ατέρμονη επανάληψη της δυστυχίας του, μια μεθυστική δίνη οδυνηρών εικόνων, γεγονότων και συναισθημάτων που τον στοιχειώνουν. Και όμως, ο μπαρμπα-Γιαννιός προσπαθεί να σπάσει τον κύκλο, να αντισταθεί, νὰ εὕρῃ παρηγορίαν, νὰ ζεσταθῇ (109). Να βρει παρηγοριά στον έρωτα, να ζεσταθεί στα χιόνια· πότε ὄχι πολὺ οἰνοβαρής (108) και πότε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε (109).

Τα πάντα στη ζωή του μπαρμπα-Γιαννιού είναι ρημαγμένα και καταδικασμένα, ο ίδιος απέχει ελάχιστα από τον θάνατο, ψυχικό και σωματικό: καρδία ρημασμένη, [μ]οναξία, []γεία κατεστραμμένη, [σ]ῶμα βασανισμένον, σωθικὰ λυωμένα (109). Αυτές τις ύστατες ώρες η πορεία του πάνω στο χιόνι και έξω από το σπίτι της Πολυλογούς αρχίζει να μοιάζει με αναζήτηση ελπίδας και λύτρωσης. Δεν πρόκειται για παραίτηση και εγκατάλειψη σε ό,τι ρημασμένο τού προδιαγράφει ένα οριστικό τέλμα. Έξω στα χιόνια –στη φύση–, κάτω από τον κλειστό ουρανό –πιο κοντά στον Θεό–, η πορεία του μεταβάλλεται σε αναζήτηση μιας χαμένης ταυτότητας, εξαγνισμένης. Αυτή η αναζήτηση περνάει μέσα από δύο «ξυπνητά όνειρα»: τον έρωτα, που τον φέρνει πιο κοντά στη ζωή, και το χιόνι, που τον οδηγεί στον θάνατο και ταυτόχρονα σε μια «βαθμίδα υπέρβασης πιο ολική»[26]. Τα δύο ξυπνητά όνειρα ενώνονται σε ένα: στον «Έρωτα στα χιόνια».

Στο σημείο αυτό συνειδητοποιούμε τον τρόπο που λειτουργεί ο τίτλος ο οποίος, πρόδηλα ποιητικός και ακριβής, βρίσκεται σε μια αμφίδρομη και ζωτικά οργανική σχέση με το κείμενο. Είναι αποκαλυπτικός του άξονα δομής του διηγήματος, ανατροφοδοτεί τις λέξεις και τις φράσεις κάθε γραμμής, περιέχει στις τέσσερις λέξεις του ολόκληρο το κείμενο αλλά συγχρόνως το κείμενο, προϊούσης της ανάγνωσης, εγγράφει σε αυτόν νέες σημασίες, του προσδίδει νέες διαστάσεις και τον μεταβάλλει σε κλίμακα που γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ φυσικού και νοητού κόσμου, ανθρώπου και φύσης, αισθήσεων και πνεύματος, θανάτου και ζωής. Ανθρώπου και Θεού. Ανάγνωση για την αισθητική απόλαυση ή για τις μεταφυσικές (/θεολογικές) προεκτάσεις του κειμένου; Ο κόσμος του Παπαδιαμάντη δεν είναι διαιρεμένος, είναι ένα ενιαίο όλο «γεμάτο κοτρόνες και μιλιάρια που ορίζουν τον δρόμο της άσβεστης δίψας για το Απόλυτο»[27]. Ανάγνωση χωρίς επιστρώσεις οπωσδήποτε.

Χειμὼν βαρύς, ἐπὶ ἡμέρας ὁ οὐρανὸς κλειστός. Ἐπάνω εἰς τὰ βουνὰ χιόνες, κάτω εἰς τὸν κάμπον χιονόνερον (106). Και ενώ ο μπαρμπα-Γιαννιός τραγουδάει για να τον ακούσει η γειτόνισσα, φαίνεται πως μόνον η φύση μοιάζει να παρακολουθεί το δράμα της ζωής του. Ο Παπαδιαμάντης ξεκινάει το δεύτερο μέρος του διηγήματος με τις ίδιες σχεδόν λέξεις: Καρδιὰ τοῦ χειμῶνος (105) και Χειμὼν βαρύς (106). Η φύση μοιάζει να αντικατοπτρίζει την κατάσταση του ήρωα, να αποτυπώνει την παγωνιά της ζωής του αλλά ταυτόχρονα είναι φύση ερινύα[28], που τον κατατρέχει και αυτή για τις ασωτίες του οι οποίες δεν του άφησαν κανένα περιθώριο ελπίδας, οὐρανὸς κλειστός (106). Το μοτίβο του χειμωνιάτικου, παγωμένου και δυσοίωνου τοπίου δομείται με τις φράσεις που επαναλαμβάνονται σταθερά σε κάθε επόμενο μέρος του κειμένου, ακολουθώντας όμως μια κλιμάκωση που εκφράζει την πορεία προς το τέλος: στην αρχή το χιόνι καλύπτει μόνο τα βουνά, κάτω εἰς τὸν κάμπον χιονόνερον (106), αλλά στη συνέχεια ἡ χιὼν εἶχε στρωθῆ σινδών, εἰς ὅλον τὸν μακρόν, στενὸν δρομίσκον (108).

Καὶ εἶχε πέσει εἰς τὸν ἔρωτα, μὲ τὴν γειτόνισσαν τὴν Πολυλογού, διὰ νὰ ξεχάσῃ τὸ καράβι του, τὰς Λαΐδας τῆς Μασσαλίας, τὴν θάλασσαν καὶ τὰ κύματά της, τὰ βάσανά του, τὰς ἀσωτίας του, τὴν γυναῖκά του, τὸ παιδί του. Καὶ εἶχε πέσει εἰς τὸ κρασὶ διὰ νὰ ξεχάσῃ τὴν γειτόνισσαν (107). Η γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα, είναι ένα μάλλον φαιδρό πρόσωπο. Δεν μαθαίνουμε το όνομά της –σαν αυτό να μην έχει καμία σημασία– και στη συνέχεια το πολυλογού γράφεται με κεφαλαίο αρχικό: ήταν δε μυλωνού και όταν ὁ χειρόμυλος ἔπαυε [...] ἤκουε τὴν γλῶσσάν της ν᾽ ἀλέθῃ (107). Είχε έναν άνδρα, τέσσερα παιδιά και ένα γαϊδουράκι και όλα τὰ ἀγαποῦσε, τὸν ἄνδρα της, τὰ παιδιά της, τὸ γαϊδουράκι της. Μόνον τὸν μπαρμπα-Γιαννιὸν δὲν ἀγαποῦσε (106). Οι ίδιες φράσεις επαναλαμβάνονται και στην επόμενη σελίδα, με το γαϊδουράκι να μην απουσιάζει από τα στοιχεία που ολοκληρώνουν την εικόνα της, και υπογραμμίζουν τον σαρκασμό με τον οποίο την αντιμετωπίζει ο συγγραφέας που φαίνεται να έχει μεγαλύτερο σεβασμό για τὰς Λαΐδας τῆς Μασσαλίας, καθώς οι αναφορές σε αυτές γίνονται μέσα σε ένα δραματικό πλαίσιο, ενώ η Πολυλογού εἶχε βερνίκι εἰς τὰ μάγουλά της.

Ο Παπαδιαμάντης γράφει [κ]α εἶχε πέσει εἰς τὸν ἔρωτα, βάζει κόμμα μετά από αυτή τη φράση και κατόπιν αναφέρεται στην Πολυλογού. Ο μπαρμπα-Γιαννιός ερωτεύεται (το πρόσωπο εδώ έχει ελάχιστη σημασία) γιατί ο έρωτας μοιάζει με μια δύναμη σχεδόν ανεξέλεγκτη και παράλογη, ορμητική, που είναι ικανή να τον κρατήσει στη ζωή, να του δώσει θέληση για αυτή. Ο μπαρμπα-Γιαννιός παρεδίδετο εἰς σκέψεις φιλοσοφικὰς καὶ εἰς ποιητικὰς εἰκόνας (107) ικανές να τον αποσπάσουν από τα λιμάνια της Μασσαλίας, τη θάλασσα και τα ναυάγια της ζωής του. Ο έρωτας μοιάζει να του προσφέρει την υπέρβαση, την αναγέννηση, τη δύναμη που θα τον ανυψώσει από τη γη, από τη χοϊκότητα και την κτιστότητά του, τις ασωτίες του. Και μοιάζει πως η μέθη τού δίνει το δικαίωμα στο όνειρο και το πάθος, σε έναν έρωτα στα χιόνια, εξαγνισμένο· πως του δίνει την τόλμη να ὑποψάλῃ τὸ σύνηθες ᾆσμά του όταν ἔρριπτε βλέμμα εἰς τὰ παράθυρα τῆς Πολυλογοῦς (108).

Και ξαφνικά, στο κείμενο εισβάλει ένας γερο-Φερετζέλης που πιάνει μὲ τὶς θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια και κάνει τον μπαρμπα-Γιαννιό να αναφωνεί: –Νὰ εἶχεν ὁ ἔρωτας σαΐτες!… νὰ εἶχε βρόχια… νὰ εἶχε φωτιές… (107).Ο Παπαδιαμάντης σαρκάζει τον ήρωά του –γέρος ο “έρωτας” σαν τον μπαρμπα-Γιαννιὸ τον γέρωντα– με μόνο στόχο να οδηγήσει αυτόν και τους αναγνώστες στην επίγνωση ενός βαθύτερου νοήματος. Ο μπαρμπα-Γιαννιός, όπως και ο κάθε άνθρωπος, όσο ρημαγμένος και αν είναι από τη μοίρα, παραμένει υπεύθυνος για τα λάθη και την πτώση του. Είναι η χρήση του αυτεξούσιου, της ελευθερίας που ορίζει την τύχη του ανθρώπου. Το ζητούμενο στην ιστορία του παπαδιαμαντικού ήρωα δεν είναι η επιβίωση και η λύτρωσή του δεν θα έρθει από έναν έρωτα, σαν αυτόν για την Πολυλογού ή για τὰς Λαΐδας τῆς Μασσαλίας. Ο γήινος έρωτας είναι ένα ξυπνητό όνειρο που οξύνει τις αισθήσεις και κατευθύνει προς μια άλλη θέαση της ζωής.

Σε φιλοσοφικές και ποιητικές εικόνες παραδινόταν ο μπαρμπα-Γιαννιός: Ἐφαντάζετο τὸν ἔρωτα ὡς ἕνα εἶδος γερο-Φερετζέλη, ὅστις […] ν᾽ ἀσχολῆται εἰς τὸ νὰ στήνῃ βρόχια ἐπάνω εἰς τὰ χιόνια, διὰ νὰ συλλάβῃ τὶς ἀθῷες καρδιές, ὡς μισοπαγωμένα κοσσύφια,τὰ ὁποῖα ψάχνουν εἰς μάτην, διὰ ν᾽ ἀνακαλύψουν τελευταίαν τινὰ χαμάδα μείνασαν εἰς τὸν ἐλαιῶνα. […] καὶ τώρα τὰ κοσσυφάκια τὰ λάλα μὲ τὸ ἀμαυρὸν πτέρωμα, οἱ κηρομύται οἱ γλυκεῖς καὶ αἱ κίχλαι αἱ εὔθυμοι πίπτουσι θύματα τῆς θηλιᾶς τοῦ γερο-Φερετζέλη (107). Η μέθη του μπαρμπα-Γιαννιού μπλέκει αξεδιάλυτα το όνειρο με την πραγματικότητα και η φύση, ανόθευτη και αγνή όπως το λευκό του χιονιού, αγκαλιάζει τις ταραγμένες ψυχές με το ἀμαυρὸν πτέρωμα και τις αθωώνει. Το μεθύσι του μπαρμπα-Γιαννιού είναι η λογοτεχνική μέθη του συγγραφέα στη μέθεξη της οποίας καλείται ο αναγνώστης. Αυτή η λογοτεχνική μέθεξη (η συγγραφική και η αναγνωστική διαδικασία) δεν σταματάει σε μια αισθητική απόλαυση. Είναι μια ενατένιση του θείου.

Ο λόγος του Παπαδιαμάντη είναι βαθιά στοχαστικός και φιλοσοφικός –δεν είναι παρηγορητικός[29]. Βρίσκεται πάντα μεταξύ τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης δικαιοσύνης[30] και δεν ηθικολογεί. Απαιτείται ησυχία και σιωπή, όχι πολυλογίες, για να ακουστεί ο μπαρμπα-Γιαννιός όταν ἐμορμύριζεν: Ἕνας Θεὸς θὰ μᾶς κρίνῃ… κ᾽ ἕνας θάνατος θὰ μᾶς ξεχωρίσῃ. […] Κ᾽ ἕνα κοιμητήρι θὰ μᾶς σμίξῃ (108). Η κοινωνία έχει ήδη δικάσει και καταδικάσει τον ήρωα του διηγήματος παραμερίζοντας τον στο περιθώριο, εγκαταλείποντάς τον στη μοναξιά και στον αργό θάνατο. Αυτή μπορεί να είναι η μοίρα ενός αμαρτωλού που παραβαίνει τους άγραφους και άτεγκτους ηθικούς νόμους μιας φαρισαϊκής κοινότητας. Στο διήγημα, το αίτημα για ανθρωπιά και λύτρωση διατυπώνεται από έναν μέθυσο, έναν άσωτο, έναν άνθρωπο της απωλείας που τα έχει χάσει όλα· μαζί και την υπεροψία[31]: Ἄσπρο σινδόνι… νὰ μᾶς ἀσπρίσῃ ὅλους στὸ μάτι τοῦ Θεοῦ… ν᾽ ἀσπρίσουν τὰ σωθικά μας… νὰ μὴν ἔχουμε κακὴ καρδιὰ μέσα μας (108). Στα έργα του Παπαδιαμάντη έχουμε την εικόνα ενός κόσμου ενιαίου που μας δίνεται μέσα από τη λειτουργική συνύπαρξη φυσικού και μεταφυσικού στοιχείου· τη λειτουργική συνύφανση ζωής και θανάτου· την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και του διαρκούς αιτήματος για λύτρωση.

[] χιὼν εἶχε στρωθῆ σινδών, εἰς ὅλον τὸν μακρόν, στενὸν δρομίσκον (108): Η περιγραφή της φιγούρας του μπαρμπα-Γιαννιού λειτουργεί ως προοικονομία του τραγικού τέλους. [] σκιά του, μακρά, ὑψηλή, λιγνή φαίνεται να ταιριάζει απόλυτα με τὸν μακρόν, στενὸν δρομίσκον ο οποίος σκεπάστηκε τώρα ολόκληρος από το χιόνι. Ο ήρωας, ὄχι πολὺ οἰνοβαρής, αναζητά απεγνωσμένα μια διέξοδο και έτσι στο μυαλό του δημιουργείται μίαν εἰκόνα, μίαν ὀπτασίαν, ἓν ξυπνητὸν ὄνειρον που εκφράζει με ποιητικό και δραματικό τόνο την αγωνία του για λύτρωση: Ὡσὰν ἡ χιὼν νὰ ἰσοπεδώσῃ καὶ ν᾽ ἀσπρίσῃ ὅλα τὰ πράγματα, ὅλας τὰς ἁμαρτίας […]: […] νὰ τὰ ἐξαγνίσῃ, νὰ τὰ σαβανώσῃ, διὰ νὰ μὴ παρασταθοῦν ὅλα γυμνὰ καὶ τετραχηλισμένα […] εἰς τὸ ὄμμα τοῦ Κριτοῦ, τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερῶν, τοῦ Τρισαγίου (108). Όλα να τα καλύψει, να τα σαβανώσει, να τα εξαγνίσει: το σοκάκι, την Πολυλογού, μέχρι και το γαϊδουράκι της, και να σβηστούν οι μνήμες της κακίας.

Την τελευταία νύχτα ο μπαρμπα-Γιαννιός, μεθυσμένος πλειότερον παράποτε, δὲν […] ἀνέπνεε πλέον (109). Στο μυαλό του τα δύο όνειρα μπλέκουν, προσπαθεί να μουρμουρίσει τους στίχους και αδυνατεί να σχηματίσει λογική πρόταση. Τι το λογικό υπάρχει στην τραγωδία της ανθρώπινης μοίρας; Χειμὼν βαρύς, οἰκία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Μοναξία, ἀνία, κόσμος βαρύς, κακός, ἀνάλγητος. Ὑγεία κατεστραμμένη. Σῶμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικὰ λυωμένα: Τρεις γραμμές χωρίς ένα ρήμα αποδίδουν το μαύρο που καλύπτει και σαβανώνει τη ζωή του. Και στη συνέχεια, τρεις γραμμές μόνο με ρήματα αποδίδουν το μη αναστρέψιμο της κατάστασής του: Δὲν ἠμποροῦσε πλέον νὰ ζήσῃ, νὰ αἰσθανθῇ, νὰ χαρῇ. Δὲν ἠμποροῦσε νὰ εὕρῃ παρηγορίαν, νὰ ζεσταθῇ. Ἔπιε διὰ νὰ σταθῇ, ἔπιε διὰ νὰ πατήσῃ, ἔπιε διὰ νὰ γλιστρήσῃ (109). Ακόμα και για να γλιστρήσει πρέπει να πιει, σαν να χρειάζεται να προσπαθήσει ο άνθρωπος για την “πτώση” του. Κι έρχεται ένας μέθυσος να αποκαλύψει με αξιοθαύμαστη νηφαλιότητα όλη την κακία του κόσμου, να διαπιστώσει την πεζότητα της ζωής και την κτιστότητα της ύπαρξης. Πίνει για να ξεχάσει τα κρίματά του και κατορθώνει να θυμίσει στους άλλους τα δικά τους.

Χριστούγεννα, Ἅις-Βασίλης, Φῶτα, παραμοναί. Καρδιὰ τοῦ χειμῶνος (109): με την επανάληψη της πρώτης φράσης του διηγήματος και την αλλαγή στη σειρά των λέξεων σε αυτή εντείνεται η δραματικότητα της αφήγησης. Παραμονές Χριστουγέννων και όλοι ετοιμάζονται για τη μέρα «που γεννήθηκε η ευσπλαχνία»[32], αλλά καμία ευσπλαχνία δεν υπάρχει για τον μπαρμπα-Γιαννιό. Η πορεία του στο μακρύ, στενό σοκάκι θυμίζει Γολγοθά μαρτυρίου, εγκατάλειψη και προδοσία. Ακολουθώντας την ίδια πορεία θα βρεθεί έξω από το σπίτι της Πολυλογούς. Καθώς δεν ορίζει πια τον εαυτό του θα παραπατήσει και θα χτυπήσει το ρόπτρο της πόρτας. Το παράθυρο ανοίγει και αυτός φοβάται μην τον δουν και νομίσουν πως επιχειρεί να ανέβει στο σπίτι. Το παράθυρο κλείνει και ο μπαρμπα-Γιαννιός, όρθιος ακόμα, προσπαθεί να πει το τραγούδι του ἀλλ᾽ εἰς τὸ πνεῦμά του τὸ ὑποβρύχιον, τοῦ ἤρχοντο ὡς ναυάγια αἱ λέξεις: «Γειτόνισσα πολυλογού, μακρὺ-στενὸ σοκάκι!…» (109).

Ναυάγια οι λέξεις όπως οι ζωές. Η φωνή του θα χαθεί μέσα στη βοή του ανέμου: Καὶ ἐγὼ σοκάκι εἶμαι, ἐμορμύρισε… ζωντανὸ σοκάκι (110). Θα πέσει πάνω στο χιόνι και το σώμα θα καλύψει όλο το πλάτος του μικρού δρομίσκου. Κανείς δεν θα δει τὸν ἄνθρωπον […] ἐπὶ τῆς χιόνος. Κ᾽ ἐπάνω εἰς τὴν χιόνα ἔπεσε χιών. Καὶ ἡ χιὼν ἐστοιβάχθη, ἐσωρεύθη δύο πιθαμάς, ἐκορυφώθη. Καὶ ἡ χιὼν ἔγινε σινδών, σάβανον (110). Και η ιστορία ενός μέθυσου εγγράφεται ως συναξάρι αγίου, ενός ανθρώπου που “εξομολογείται” τα κρίματά του και ενός συγγραφέα που, τελικά, “εξομολογεί” τους αναγνώστες του για τα δικά τους. Που όμως δεν κρίνει, προσπαθεί να τους τραβήξει στο φως.

Στις ορθόδοξες εικόνες της Γεννήσεως ο Χριστός ως βρέφος είναι τυλιγμένος σε λευκά σπάργανα που μοιάζουν με σάβανο. Η φάτνη μοιάζει με άνοιγμα σπηλιάς που οδηγεί στα έγκατα της γης, αποτύπωση της χαρμολύπης, της συνύφανσης πένθους (για το κακό) και χαράς (για το καλό). Είναι προεικόνιση του θανάτου, της Σταύρωσης, του Χριστού. Η εικόνα της Ανάστασης του Πανσέληνου κυριαρχείται από το λευκό, σαν το λευκό του χιονιού, των αμφίων του Χριστού που τραβάει από τα έγκατα της γης, από τον θάνατο, τους ανθρώπους στο φως. –Νὰ εἶχαν οἱ φωτιὲς ἔρωτα!… Νὰ εἶχαν οἱ θηλιὲς χιόνια…(109) μουρμούριζε παρακλητικά ο μπαρμπα-Γιαννιός πριν σωριαστεί μόνος και τετραχηλισμένος και βρει φρικώδη ζέστην εἰς τὴν χιόνα (110). Και είναι σαν το κρασί της μέθης να μεταβάλλεται στο κρασί της Θείας Κοινωνίας και ο ανθρώπινος έρωτας να μετουσιώνεται σε θείο έρωτα, σε μέθεξη στο καθάρσιο πυρ τοῦ Κριτοῦ, τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερῶν, τοῦ Τρισαγίου (110). Και ελάχιστα πριν το χιόνι, που είναι σαν να σκεπάζει και εμάς, γίνει σάβανο, διαβάζουμε: Εἶχαν οἱ φωτιὲς ἔρωτα!… Εἶχαν οἱ θηλιὲς χιόνια! (110). Και δεν ξέρουμε τίνος το μεθύσι μιλάει, του μπαρμπα-Γιαννιού ή του κυρ Αλέξανδρου, και ποιος τὸ μυρολόγι [της φύσης το] μετέφρασεν εἰς ἀνθρώπινα λόγια[33], σε ποίηση. Όλους μας σκεπάζει η παπαδιαμαντική χιών, λευκή και αμόλυντη, και σχεδόν μας εξαγνίζει· οπωσδήποτε μας μεθά.

 

Η Τριανταφυλλιά Βράνα είναι θεολόγος και Μεταπτυχιακή φοιτήτρια Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας και Πολιτισμού του Α.Π.Θ.

 

 



[1] Ζ. Λορεντζάτος, «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης – Α΄: Πενήντα χρόνια από το θάνατό του», στο: Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος (επιμ.), Ο Παπαδιαμάντης του Ζήσιμου Λορεντζάτου. Αθήνα: Ίκαρος 2011, 19-43, 22-23 (όπου γίνεται, επίσης, αναφορά στον Σολωμό, τον Μακρυγιάννη και στον ιδιαίτερο ρόλο τους στη «δική μας παράδοση») και 26. 

[2] Βλ. ενδεικτικά: Π. Μπουκάλας, «Και “όσιος και αλήτης”, και…», Το Δέντρο 181-182 (Αφιέρωμα στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη), 2011, 82-85, 83.

[3] Ο. Ελύτης, Η μαγεία του Παπαδιαμάντη, τώρα στο: Εν λευκώ. Αθήνα: Ίκαρος 51999, 57-106, 59. Η έμφαση, που δηλώνει το δάνειο από τον Ρωμανό, είναι του Ελύτη.

[4] Σ. Μπωντλαίρ, «Μεθύστε», Η μελαγχολία του Παρισιού: Μικρά πεζά ποιήματα (μτφ. Σ. Βαρβαρούσης).

[5] Ζ. Λορεντζάτος, «Collectanea», στο: Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος (επιμ.) Ο Παπαδιαμάντης του Ζήσιμου Λορεντζάτου, 75-95, 77.

[6] Χρησιμοποιείται η κριτική έκδοση του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου (Αθήνα: Δόμος 1989). Στο εξής οι παραπομπές στο συγκεκριμένο διήγημα, που είναι στον τρίτο τόμο, θα γίνονται με παρενθέσεις μες στο κείμενο. Για τα άλλα διηγήματα του Παπαδιαμάντη θα δίνεται τόμος και σελίδα.

[7] Ζ. Λορεντζάτος, «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης – Β΄», στο: Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος (επιμ.) Ο Παπαδιαμάντης του Ζήσιμου Λορεντζάτου, 44-48, 46.

[8] Σ. Ζουμπουλάκης, Ο στεναγμός των πενήτων: Δοκίμια για τον Παπαδιαμάντη. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2016, 41.

[9] Ο. Ελύτης, Η μαγεία του Παπαδιαμάντη, 62 και 63.

[10] Σοφία Σολομώντος, 13,5.

[11] Ο. Ελύτης, «Λόγος στην Ακαδημία της Στοκχόλμης», στο: Εν λευκώ, 342-361, 353.

[12] Ο. Ελύτης, Η μαγεία του Παπαδιαμάντη, 59.

[13] Ν. Καρούζος, «Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος», Χορταριασμένα χάσματα.

[14] Ο Παπαδιαμάντης “απαντάει” και σε αυτό, στο προοίμιο του «Λαμπριάτικου ψάλτη»: Τί τὸ ἀπίθανον εἰς ὅλα ταῦτα; (2, 515).

[15]Α. Κοτζιάς, στο: Λ. Παπαστάθης (σκηνοθεσία), Παρασκήνιο, «Ο έρωτας στα χιόνια», ΕΡΤ, 1988· οι Αλέξανδρος Κοτζιάς, Μένης Κουμανταρέας και Γιώργος Χειμωνάς διαβάζουν και σχολιάζουν το διήγημα του Α. Παπαδιαμάντη, https://www.youtube.com/watch?v=1t-bMvMWhj4&t=1s (πρόσβαση: 25/08/2017). Επίσης, βλ. και στο: Λ. Παπαστάθης, «“Ο έρωτας στα χιόνια” [Μία ανάγνωση του 1988]», Το Δέντρο 181-182, 89-96· πρόκειται για απομαγνητοφώνηση μέρους μόνο της εκπομπής.

[16] Ο. Ελύτης, Η μαγεία του Παπαδιαμάντη, 86.

[17] Γ. Ιωάννου, «Για το ύφος του Παπαδιαμάντη», στο: Ο της φύσεως έρως: Παπαδιαμάντης, Καβάφης, Λαπαθιώτης. Αθήνα: Κέδρος 1985, 33-48, 33.

[18] Ο. Ελύτης, Η μαγεία του Παπαδιαμάντη, 104.

[19] Μ. Κουμανταρέας, στο: Λ. Παπαστάθης, Παρασκήνιο.

[20] Βλ. ενδεικτικά: Π. Μπουκάλας, «Και “όσιος και αλήτης”, και…», 83.

[21] Ο. Ελύτης, Η μαγεία του Παπαδιαμάντη, 95 και 70, αντίστοιχα.

[22] Όταν γίνεται λόγος για Ιστορία θα πρέπει να γίνεται και για τη λογοτεχνία ως μια σοβαρή και αξιόπιστη πηγή που διαφυλάσσει τη βιωμένη εμπειρία και φωτίζει τις αληθινές διαστάσεις  των γεγονότων. Οι (λογοτεχνικές και μη) ιστορίες των “ανώνυμων” ανθρώπων καταγράφουν εναργέστερα τη συνθετότητα της ζωής και την πολυπλοκότητα των ιστορικών εξελίξεων –αποτελούν μέρος αυτών. Μόνο έτσι μπορούμε να μιλάμε για συλλογική ιστορική μνήμη και μόνο τότε αυτή μεταβάλλεται σε γνώση που αφορά το παρόν και το μέλλον.

[23] Γ. Χειμωνάς, στο: Λ. Παπαστάθης, Παρασκήνιο.

[24] «Το μυρολόγι της φώκιας», 4, 300.

[25] Ν. Καρούζος, «Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος».

[26] Γ. Χειμωνάς, στο: Λ. Παπαστάθης, Παρασκήνιο.

[27] Δ. Νόλλας, «“Ναυάγια αι λέξεις”», Το Βήμα, 31/08/1997, http://www.tovima.gr/relatedarticles/article/?aid=90803 (πρόσβαση: 16/08/2017). Ο Νόλλας σχολιάζει τη μετάφραση του «Έρωτα στα χιόνια» από τον Κουμανταρέα λέγοντας πως το θέμα της δυσκολίας ανάγνωσης των παπαδιαμαντικών κειμένων –για όσους ισχυρίζονται πως αυτό υπάρχει–δεν είναι η γλώσσα αλλά «η λατρεία του Θεού και των ανθρώπων». Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως ο Κουμανταρέας αποδοκίμασε εκ των υστέρων τη μετάφρασή του: βλ., σχετικά, Σ. Ζουμπουλάκης, Ο στεναγμός των πενήτων, 119-137.

[28] Ο. Ελύτης, Η μαγεία του Παπαδιαμάντη, 85.

[29] Σ. Ζουμπουλάκης, Ο στεναγμός των πενήτων, 74. Διαφωνούμε με την άποψη του Ζουμπουλάκη περί παρηγορητικής θρησκείας και έλλειψης φιλοσοφικής κοσμοθεωρίας στον Παπαδιαμάντη.

[30] «Η φόνισσα», 3, 520.

[31] Για αμαρτωλούς ικανούς να αγαπούν και άξιους για ένα θαύμα, βλ. επίσης: Δ. Πούλου, «Αφέλεια ή καλοσύνη, πορνεία ή αγιοσύνη; Λαρς Φον Τρίερ, Δαμάζοντας τα κύματα», ανθρώπινο 4, 2017, http://bit.ly/2jQ2vIn (πρόσβαση: 21/02/2017), 90-97.

[32] Τ. Λειβαδίτης, «Ο αδελφός Ιησούς», «Η γέννηση», Ο τυφλός με τον λύχνο.

[33] «Το μυρολόγι της φώκιας», 4, 300.