BLG – Minimalistic Theme Focused on Readability

EN

Η μέθη στα στενά της Πλάκας: «Τύποι απ’ την ταβέρνα του πόνου και της τρέλλας» του Αναστάσιου Δρίβα και «Ο μεθύστακας» του Γιώργου Τζαβέλλα

Πολυχρόνης Μπούσιος

Στον Σωτήρη Κ. Νταμπεγλιώτη

Eπιτρέπεται, άραγε, να μιλήσει κάποιος για τη μέθη δίχως να έχει αισθανθεί ούτε μια στιγμή τη μεθυστική ζάλη; Θα αναμέναμε ποτέ από κάποιον να βρει το θάρρος, ή μάλλον θράσος, να συναντήσει χαρακτήρες τη μυστική στιγμή της μέθης τους, όντας νηφάλιος; Θυμηθείτε τα λόγια του Μπωντλαίρ: «Είναι ώρα για να μεθύσετε! Για να μην είστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου, μεθάτε αδιάκοπα. Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε»[1] και προετοιμαστείτε να περιηγηθείτε στα καταγώγια της Αθήνας: του μεσοπολέμου αρχικά, με όχημα τα σύντομα πεζογραφήματα του Αναστάσιου Δρίβα με τίτλο «Τύποι απ’ την ταβέρνα του πόνου και της τρέλλας», και έπειτα των χρόνων μετά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, κατά τα οποία εκτυλίσσεται η ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα Ο μεθύστακας.

Ο Αναστάσιος Δρίβας σε διάστημα 43 χρόνων ζωής (1899-1942) βίωσε τον χαμό του αδερφού, της αδερφής και του πατέρα του, ενώ και ο ίδιος πέθανε νέος από τις κακουχίες της Κατοχής. Είναι, για αυτόν τον λόγο, δύσκολο, εξαιτίας της έλλειψης πηγών, να συναγάγουμε ένα ολοκληρωμένο προφίλ του[2]. Πόσο λίγη σημασία, όμως, έχει αυτό, αν καταφέρνει η ανάγνωση των γραπτών του να παρουσιάζει μπρος στα μάτια μας τα περιγραφόμενα γεγονότα, μα και κομμάτια της ζωής του ίδιου του συγγραφέα; Διαβάζοντας τα πεζογραφήματά του, και συγκεκριμένα αυτά με τίτλο «Τύποι απ’ την ταβέρνα του πόνου και της τρέλλας»[3], τον κοιτάζουμε στη συνηθισμένη του μάλλον γωνιά της ταβέρνας, και μονάχα με την παρέα του οίνου, να συλλογιέται την ύπαρξή του, μα και να παρατηρεί τους θαμώνες των καπηλειών όπου σύχναζε. Με την περιγραφή αυτών των μέθυσων παρουσιάζεται και η κοινωνική ζωή της Αθήνας του μεσοπολέμου με ένα έντονα καταγγελτικό ύφος και μια τάση ανανέωσης, χαρακτηριστικό της γενιάς του 30, στην οποία και ο ίδιος ανήκε. «Η αρρώστια που ’ναι το σήμερα, ο τωρινός άνθρωπος, οφείλει να ξεχαστεί και να πεθάνει»[4] θα πει ο Δρίβας χαρακτηριστικά, με τόλμη που θυμίζει το νιτσεϊκό πρόταγμα του υπερανθρώπου.

Η περιγραφή, λοιπόν, της μεθυστικής ατμόσφαιρας ξεκινά με τον Τζαμίρη τον τυμβωρύχο που «μουρμουρίζοντας ακατανόητα λόγια, κι’ ακουμπώντας πάνω στο άδειο τραπέζι […] πίνει μόνος “στα μουγγά” τα κρασιά του». «Πίνει πάντα μόνος, κοιτώντας ακατάπαυστα το χώμα και τα χοντρά λασπωμένα παπούτσια του»[5], ώσπου μέσα στη μέθη του βρίσκει την αληθινή φωνή του, αυτή που οι άλλοι σαν φωνή ζώου την περιγράφουν, μα που δείχνει μια κοντινότερη επαφή με τα πράγματα. Τούτα σκέφτεται, ενώ, αν και αντιλαμβάνεται τη δυστυχία του, ταυτόχρονα την αγκαλιάζει με τιμή και πάθος. Κανένα χρηματικό ποσό των παλιατζήδων δεν θα τον απομακρύνει από την παράγκα του. «Τα κόκκαλα και τα σκουριασμένα σίδερα είναι τα μόνα παιδιά του»[6], περιγράφει ο Δρίβας και μας μεταφέρει στο τραπέζι αυτού του παλαιστή της ζωής, όπου μας στρέφει το μεθυσμένο βλέμμα του και με δυσνόητα και επαναλαμβανόμενα λόγια είναι σαν να λέει: “Δουλεύω για να πίνω και πίνω για να ξεχνώ το έγκλημα που ’ναι αυτός ο κόσμος”, παραφράζοντας τα λόγια του συγγραφέα προς τον ήρωα του πεζογραφήματός του: «Κάνεις ένα επάγγελμα· μ’ αυτό κερδίζεις όσα θέλεις για να πίνεις, να πίνεις και να ξεχνάς το έγκλημα που είναι αυτός ο κόσμος!»[7].

Μπορούμε να του δώσουμε τον τιμητικό τίτλο του “χημικού”, που δοκιμάζει, μάλλον “κατεβάζει”, τα καλά κρασιά, στην ταινία Ο μεθύστακας (1950) ο θρυλικός Ορέστης Μακρής. Περιηγείται δίχως “ούτε τη μύτη του να βλέπει” και όντας “σκνίπα”, όπως χαρακτηριστικά του λένε, στα ίδια στενά της Πλάκας και σε παρόμοιες ταβέρνες και καταγώγια, συνδέοντας την όχι πολύ διαφορετική μεσοπολεμική οπτική του φαινομένου της μέθης, όπως αναδεικνύεται από το έργο του ποιητή, με την περίοδο του ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940-1941, όπου χάθηκε ο γιος του μεθύστακα. Με αυτό τον τρόπο παρέχεται η απαραίτητη ώθηση για μια συνεξέταση των πεζογραφημάτων του Α. Δρίβα με την ταινία του Γ. Τζαβέλλα, καθώς η θεματική και η τοποθεσία συμπίπτουν, ενώ η χρονική απόσταση των δύο, μάλλον παρέχει πληροφορίες για το ζήτημα της μέθης σε μια ευρύτερη χρονική περίοδο, παρά εμποδίζει την παράλληλη ανάγνωση. Στην ταινία παρατηρούμε τον Χαράλαμπο Λαρδή να βιώνει τους πόνους της ζωής στο μεδούλι του, έχοντας χάσει έπειτα από τον γιο του και τη γυναίκα του. Ωθείται, έτσι, στις ταβέρνες, κάθε φορά που κάποιος ταβερνιάρης ανοίγει καινούργιο βαρέλι, για να μοιράσει την ανθρωπιά και τη βαθιά λύπη του σε ανθρώπους που καμία συμπόνια δεν του προσφέρουν, φανερώνοντας την ανθρωπιά του μπεκρή, η οποία γίνεται επίσης ορατή και με τις περιγραφές του Δρίβα, σε αντίθεση με τη δράση των νταήδων, των λαθρέμπορων και των χασικλήδων. Ο οίνος δεν αποκοιμίζει τις αισθήσεις χαρακτήρων όπως ο Χαράλαμπος Λαρδής και κάποιοι ήρωες του Δρίβα αλλά καταφέρνει και τους ωθεί προς τη βαθιά φιλάνθρωπη φύση τους, ώστε να εξομολογούνται, να μοιράζονται, να ομολογούν και να τραγουδούν με καντάδες την αγάπη τους. Αυτή η θετική σχέση με τη φύση και τις αισθήσεις, που είναι τόσο σημαντική στη σκέψη του Δρίβα[8], υποβοηθείται από το κρασί. Όχι από το κρασί του καφενείου ενός πολυσύχναστου δρόμου, όπου ο κόσμος συζητάει, ενημερώνεται και λειτουργεί με τη λογική, αλλά των καταγωγίου, των κρυψώνων που οδηγούν σε έναν άλλο κόσμο, όπως οι ταβέρνες στα στενά της Πλάκας. Εκεί η τάση για αδερφοποίηση των αγαθών μπεκρήδων, συναντά τους μαχαιροβγάλτες και χασικλήδες που νομίζουν ότι αγγίζουν τον Παράδεισο, για να θυμηθούμε τους Τεχνητούς παράδεισους του Μπωντλαίρ, δια της εύκολης οδού του οπίου και του χασίς, όμως, και όχι δια της σύμπραξης του πνεύματος στη μέθη. Το κρασί, επιπλέον, έχει έναν διυποκειμενικό χαρακτήρα, καθώς μας ωθεί στα τραπέζια των άλλων και σε συζητήσεις με γνωστούς και αγνώστους, σε αντίθεση μάλλον με τις προαναφερθείσες ουσίες. Ακόμα, όμως, καταφέρνει και κοινωνεί τη μοναχική κάποτε ζωή μας με τον ενδότερο εαυτό μας, όπως παρατηρεί και ο Κωστής Παπαγιώργης[9], καθώς ο μοναχικός πότης πίνει παρέα με τον εαυτό του.

Επιστρέφοντας στα πεζογραφήματα του Δρίβα παρατηρούμε παράλληλα και τη συμπεριφορά των περαστικών και των ζητιάνων έξω από τις ταβέρνες. Μας δίνεται έτσι η δυνατότητα να “τσουγκρίσουμε” κι εμείς με ένα γεροντάκι που ζητιανεύει με τον σκύλο του, την Κασίδα, διεκδικώντας το λίγο ψωμί και το κρασί της βραδιάς. Δίχως να του πούμε λέξη μάς φανερώνει τον αβοήθητο, μα καθόλου αδύναμο χαρακτήρα του, που βρίσκει κουράγιο και παραμένει στη ζωή με παρέα το κρασί και καθόλου τον άνθρωπο και τον λόγο του. «Πού ταξιδεύεις, άφωνη, βασανισμένη ψυχή; Καμμιά δεν έχεις πλάϊ σου για να σου ζεστάνει την κρύα την καρδιά σου! Παρά το κρασί!»[10], τονίζει ο συγγραφέας για αυτόν τον γέροντα. Τούτη η έκδηλη, όμως, απαισιοδοξία ωθεί το βλέμμα μας στους διαβάτες[11], που προσπερνούν και τραγουδούν: «Α! μισώ τη συντροφιά σας,/ κι’ αγαπώ τη συμφορά σας»[12], που κατευθύνονται και οι ίδιοι στην παλαίστρα που λέγεται ταβέρνα, για να χτυπήσουν, μέσα στην ηττημένη από τη μέθη ύπαρξή τους, τις γάτες και τα σκυλιά που περιφέρονται στα βαρέλια του Μεσογειακού πιπεράτου κρασιού.

Τούτοι οι διαβάτες αποτελούν τα εγκληματικά στοιχεία των καπηλειών και το δαιμονικό στοιχείο της κοινωνίας που η μέθη δεν δυσκολεύεται να ξυπνήσει. Η περιγραφή, όμως, της υπερίσχυσης αυτών των ατόμων στα καταγώγια υποδεικνύει το καθημερινό επίτευγμα των αδύναμων και άτυχων, όπως ο τυμβωρύχος και το γεροντάκι, να χωρούν ανάμεσα στους “δαίμονες”. Καταφέρνουν και μεταμφιέζονται με έναν τρόπο που το ένδον φανερώνεται εντονότερα, δίχως να κρύβονται πίσω από θυμωμένα και άγρια προσωπεία. Λειτουργεί, έτσι, το αλκοόλ, σαν φτυάρι που ξεθάβει τη βαθιά ύπαρξή τους. Τούτη την αμφίεση, τη δίχως υποκρισία ζωή, φορά κι ο Χαραλάμπης Λαρδής ο οποίος, πίσω από το απλανές βλέμμα και τις χλευαστικές φράσεις, δείχνει ότι πραγματικά είναι χαμένος στον κόσμο, πραγματικά δεν μπορεί να βρει το απέναντι πεζοδρόμιο, έπειτα από τις συμφορές του.

Έχουμε έτσι, από τη μια μεριά, τους κατακτητές της μέθης, που της επιτρέπουν με ταπεινότητα να αναδεικνύει τη βαθιά ουσία τους, την επιθυμία για άλλη μια μέρα ζωής, και από την άλλη μεριά, τους ηττημένους από τη μέθη, που εμμένουν στην ψευδαίσθηση της κυριαρχίας τους, όντας πιο πλούσιοι και τυχεροί. Τούτος ο διαχωρισμός προσιδιάζει στη διάκριση του Τζακ Λόντον, ειδικού στο αλκοόλ και τη μέθη, όπως φαίνεται μέσα από τις σελίδες του αυτοβιογραφικού μυθιστορήματός του με τίτλο Ο αλκοολικός, ο οποίος προσωποποιώντας τη γνωστή τότε μάρκα ουίσκι Τζων Μπάρλυκορν, περιγράφει τη ζωή του αλκοολικού χαρακτήρα του. Αναφέρεται έτσι σε δύο τύπους μέθυσων: τον τύπο «που προσφέρει υλικό για γελοιογραφίες» με τη σωματική μέθη του και την ανάρμοστη συμπεριφορά του, και τον άλλο που καταφέρνει και με τη μέθη του μυαλού του να «ξεγυμνώνει τις υγιέστερες αυταπάτες της ζωής»[13], βλέποντας έτσι τον κόσμο καθαρότερα, ηρεμώντας τα πάθη του και αποστασιοποιούμενος από αυτά.

Μέσα από τα πεζογραφήματα του Δρίβα, παρατηρούμε, επιπλέον, μια ακόμα περίπτωση γοητευτικής μέθης, έναν δεκατετράχρονο αυτοδίδακτο ζωγράφο, τον Θανάση Καλατζόπουλο, ορφανό από μητέρα και πατέρα και βουτηγμένο στη δυστυχία, μα και την αγωνιστικότητα. Ζωγραφίζει κάθε μορφή της Ταβέρνας, δείχνοντας τη σοφία τους, μπαίνοντας και ο ίδιος “με τα μπούνια” στην πηγή της, το ποτό. Συγκεκριμένα, η περιγραφή ενός σκίτσου του με τίτλο «Οι κοιμισμένοι» μας τοποθετεί με μαεστρία στον κωματώδη ύπνο δύο ”ξεροσφύριδων” που κατάφεραν να εκβάλουν τον βαθύ πόνο της ύπαρξής τους και μόνο έτσι να ηρεμήσουν. Με αυτό το λογοτεχνικό τέχνασμα ο Δρίβας δημιουργεί μια myse en abyme, έναν καθρεφτισμό με τη χρήση μιας εσωτερικής εικόνας εγκιβωτισμένης στην όλη ιστορία, που φωτίζει εντονότερα τα πραγματικά πορτρέτα της ταβέρνας. Πόσο ωραία προσωπογραφία του κυρ Χαραλάμπη θα έκανε, άραγε, αυτός ο ζωγράφος, αν στη συντροφιά του ήταν επίσης τούτοι «οι κοιμισμένοι», μα και η επαναστατική Κατίνα, τις ιστορίες της οποίας θα ακούσουμε, αφού παραγγείλει άλλη μισή οκά;

Η Κατίνα ξεκινά να μας μιλά για τον χαμό της αδερφής της, με «ένα κλάμα βουβό, κι’ ένα κλάμα ανείπωτο, κι’ ένα κλάμα που έχουν οι δυνατές, οι υπέροχες, οι εσωτερικές φύσεις»[14], όπως διηγείται ο συγγραφέας. Ζει πουλώντας λαχεία μόνο, όμως, όταν πραγματικά το επιθυμεί και πίνει κρασί, έχει την τύχη (ή την κατάρα) να μην μεθάει, ‘‘βάζοντας κάτω’’ στο ποτό όλους τους μπεκρήδες. Μοιράζει, πάντως, ελπίδα με τα λαχεία της, μα και χαρά με τα κρασιά που απλόχερα κερνάει. Πόσο θα συμπαθούσε τον κακόμοιρο “χημικό”, τον Χαράλαμπο Λαρδή, αυτή η ηρωίδα των περιγραφών του Δρίβα, πόσο θα του συμπαραστεκόταν; Θα κατανοούσε τον κουβαριασμένο μεθυσμένο λόγο του, δίχως να “καλαμπουριάζει” (για να μιλήσουμε τη γλώσσα του καφενείου) με την κατάστασή του. Θα μεταχειριζόταν περίτεχνα το κρασί, ως σωτήριο εργαλείο, κατά του πονεμένου από τη ζωή εαυτού, και θα μεθούσε αυτόν τον δύσμοιρο Κύκλωπα σαν άλλος Οδυσσέας, μόνο, όμως, για να περισώσει την κατάλληλη στιγμή την ελπίδα για μια νέα ευτυχία στη ζωή της κόρης του και σε καμία περίπτωση να τον καταστρέψει.                   

Αν τώρα, έπειτα από αυτές τις περιγραφές, διατηρείτε ακόμα τη νηφαλιότητα του πνεύματος, μη θεωρήσετε ότι πραγματικά εισήλθατε στα καταγώγια αυτά. Μην θεωρήσετε, ακόμα, ότι ο συγγραφέας κατάφερε να εισέλθει. Ο ίδιος μας λέει: «Τι ακριβώς γίνεται κανένας δεν το ξέρει· και μήτε θα το μάθει! Εμείς, μ’ όλο τον κόπο που καταβάλαμε, δε μπορέσαμε να δώσουμε, παρά, μια αχνόφωτη, υπολανθάνουσα και σχετική εικόνα, που θυμίζει, μόλις καν, το εξωτερικό ξετύλιγμα των πραγμάτων που παρουσιάζεται εκεί μέσα»[15].

Παρόλα αυτά, επιτυγχάνουν τόσο ο Δρίβας όσο και Ο μεθύστακας να δείξουν πως μονάχα ο αγώνας των άτυχων τιμάται, των πονεμένων και δυστυχισμένων. Αυτών που στο ποτό και σε αυτή την ατμόσφαιρα του καπηλειού βρίσκουν παρηγοριά και την απαραίτητη δύναμη ανασυγκρότησης της ζωής τους, που τελικά, όπως δείχνει η ιστορία του “χημικού”, επιτυγχάνεται με πολύ κόπο και πόνο. Πόνο που όχι μόνο προκάλεσε στους άλλους, μα και στον ίδιο τον εαυτό του, αυτοτιμωρούμενος έπειτα από την κατανόηση των σφαλμάτων του. Έτσι μόνο επέρχεται η εξιλέωση· με το ξεπέρασμα του πικρού στηρίγματος της ζωής και την αντικατάστασή του από την αγάπη για την απομένουσα κόρη του, που θα μπορούσε να αντιστοιχεί στο ξεπέρασμα του θανάτου και των αποθανόντων και στην επικέντρωση στους αγωνιστές της ζωής.

Δυστυχώς, όμως, με αυτή την παράλληλη ανάγνωση που επιχειρήθηκε, φανερώνεται, επιπλέον, πως στην ίδια αυτή παλαίστρα, στην ταβέρνα, όπου οι παραπάνω αγαθοί ήρωες με την τιμή τους αγωνίζονται και ματώνουν για να αντέξουν, άλλοι ξεβράζουν την εχθρική προς τη ζωή ύπαρξή τους, όντας οι κακομεταχειριστές του εργαλείου. Αυτοί δεν εμφανίζονται στο καταγώγιο για να αντέξουν την επόμενη μέρα στοχαζόμενοι ή ρεμβάζοντας δια της μέθης τη μάχη που όλη μέρα έδιναν, μα για να αποκτήσουν την ψευδαίσθηση της κυριαρχίας τους, ενώ πραγματικά ηττώνται από τη μέθη.

Στις περιγραφές, όμως, αυτές τελικά κυριαρχεί η ταβέρνα ως χώρος σοφίας, ως σχολείο της ζωής. «Έχουνε να μας μάθουνε τόσα πράγματα, τόσα άλυτα αινίγματα, τόσα σοφά και σπουδαία, όσα δε γράφουνε τα περισσότερα σημερνά κι’ αρχαία βιβλία που μας παιδεύουν άδικα κι’ ανόητα το μυαλό!»[16]. Αυτό το παιδευτικό χαρακτηριστικό έχει και το δράμα του μεθύστακα, στο πρόσωπο του οποίου βλέπουμε τη σταδιακή προσπάθεια ανάβασης από τον πάτο της ύπαρξης, που έφεραν στον Χαραλάμπη τα περιστατικά της ζωής, ως την αποδοχή των περασμένων γεγονότων και το ξεπέρασμά τους.

Το ερώτημα, καταληκτικά, είναι γιατί να ασχολήθηκε ο Δρίβας, οποιοσδήποτε άλλος συγγραφέας, αλλά και δειλά-δειλά εμείς, με αυτούς τους περιθωριακούς χαρακτήρες και τη μέθη τους. Οι απαντήσεις θα μπορούσαν να ποικίλουν, μα μια στοχευμένη απάντηση δίνει ο ίδιος ο Δρίβας: «Όσοι δεν επρόδωσαν τον άνθρωπο, όσοι διετήρησαν το σχήμα του ανθρώπου και την φροντίδα και την αναπνοή του συλλογισμένου ανθρώπου, όσοι βρεθήκανε κοντά στο σφυροκόπημα του πονεμένου ανθρώπου, όσοι δεν εχάσανε το ζωϊκό στοιχείο του καλλιτέχνη που νιώθει την ομορφιά όχι σαν μια μπαλσαμωμένη πεταλούδα, όσοι μετάλαβαν από τον άρτο της ζωής αυτής. Πραγματοποιούν ό,τι βαθύτερο αισθάνονται κι’ ως άνθρωποι κι’ ως τεχνίτες μέσα τους και συνεπώς συγκινούν»[17].

Επομένως, με απλά λόγια, περιγράφοντας διάφορους «Τύπους απ’ την ταβέρνα του πόνου και της τρέλλας», ένας συγγραφέας καταφέρνει και πιάνει τον έντονο σφυγμό της κοινωνίας, δίνοντας τον λόγο στους ίδιους τους χαρακτήρες να ξεδιπλώσουν τον πόνο και τη χαρά τους και επιτρέποντας τους να φανερωθούν με τρόπο καθ’ όλα ανθρώπινο και αληθινό και για αυτόν τον λόγο συγκινητικό. Γίνεται φανερή στην περίπτωση του Δρίβα η προτεραιότητα της παρουσίασης της φθαρτής και χαμένης στον δρόμο φύσης του ανθρώπου, από την οποία όμως απορρέει αγωνιστικότητα και ελπίδα. Αισιοδοξία, εν γένει, που εκφράζεται μέσα από την αγαθή μέθη των απλών και φτωχών ανθρώπων και που ξεθάβει έναν καλύτερο εαυτό, σε αντίθεση με τα προσωπεία που προσθέτει η μέθη στους εγκληματικούς χαρακτήρες της ταβέρνας.

Πάντως, «[μ]ακάριοι οι δραματουργοί που βρίσκουν τη φλέβα η οποία μεταβάλλει την μποτίλια σε μελανοδοχείο»[18] λέει ο Παπαγιώργης και αυτός ο μακαρισμός ταιριάζει απόλυτα και στον Αναστάσιο Δρίβα.

 

Ο Πολυχρόνης Μπούσιος είναι Μεταπτυχιακός φοιτητής Ιστορίας της Φιλοσοφίας του Α.Π.Θ.

 

 



[1] Σ. Μπωντλαίρ, «Μεθύστε», Η μελαγχολία του Παρισιού: Μικρά πεζά ποιήματα (μτφ. Σ. Βαρβαρούσης).

[2] Βλ. την εκτενή προσπάθεια συγκέντρωσης βιογραφικών πηγών στην εισαγωγή των απάντων  του Α. Δρίβα, που επιμελήθηκαν ο Ε. Γαραντούδης και η Μ. Μικέ, η οποία καταλήγει σε ένα «βιογραφικό σκαρίφημα» (Τα έργα. Αθήνα: Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη 2012, 23).

[3] Μια σειρά επτά σύντομων πεζογραφημάτων, συμπεριλαμβανομένων και των παραπλήσιων στον τίτλο «Απ’ την ταβέρνα του πόνου…», «Ασπούδαχτοι καλλιτέχνες: Ο μικρός ζωγράφος Θανάσης Καλατζόπουλος και τα σχέδιά του.‒ Νύχτα στη ταβέρνα του πόνου και της τρέλλας. ‒ Ουμοριστική ξυλογραφία.‒» και «Τύποι απ’ την ταβέρνα της οδού Αρμοδίου», που δημοσιεύτηκαν όλα στα τεύχη του περιοδικού Φραγκέλιο το 1927 εκτός από το «Τύποι απ’ την ταβέρνα της οδού Αρμονίου» που δημοσιεύτηκε το 1929.

[4] Α. Δρίβας, «Ομολογίες σε φίλους κ’ αγνώστους», στο: Τα έργα, 313-314, 313.

[5] Α. Δρίβας, «Τύποι απ’ την ταβέρνα του πόνου και της τρέλλας», στο: Τα έργα, 377-378, 377.

[6] Α. Δρίβας, «Τύποι απ’ την ταβέρνα του πόνου και της τρέλλας», στο: Τα έργα, 377-378, 378.

[7] Α. Δρίβας, «Τύποι απ’ την ταβέρνα του πόνου και της τρέλλας», στο: Τα έργα, 378.

[8] Κάτι που παρατηρεί και ο πνευματικός συνοδοιπόρος του Δρίβα, ο Γιώργος Σαραντάρης: «Ο ποιητής Δρίβας αυθόρμητα ζητάει να νιώσει άμεσα τη φύση, σα φως και σα χρώμα. Οι πιο προσωπικοί του στίχοι είναι εκείνοι που αποδείχνουν και διατρανώνουν την άμεση επαφή του ποιητή με τη φύση». «Ποιητές της εποχής μας. Αναστάσιος Δρίβας», στο: Τα έργα, 878-883, 878.

[9] «Δεν πίνει ποτέ κανείς μόνος. Άνθρωπος του παράφορου διαλόγου, ο μέθυσος ξέρει ότι κάθε εγώ υπάρχει χάρη στο εσύ. Στην ουσία δεν πίνει σαν ένας, αλλά σαν διπλός άνθρωπος». Περί μέθης. Αθήνα: Ροές 1987, 117.

[10] Α. Δρίβας, «Τύποι απ’ την ταβέρνα του πόνου και της τρέλλας», στο: Τα έργα, 382-383, 382.

[11] Ο Δρίβας δημοσίευσε σταδιακά τα έτη 1930-1933 σε διάφορα περιοδικά, όπως Ο Λόγος, Πρωτοπορία, Ελληνική επιθεώρηση και Ρυθμός, μια ομάδα έντεκα ποιημάτων με τίτλο «Φωνές ενός διαβάτη», ενώ μόνο το ένα από αυτά υπό τον τίτλο «Το τραγούδι ενός διαβάτη».

[12] Α. Δρίβας, «Το τραγούδι ενός διαβάτη» στο: Τα έργα, 217-220, 220.

[13] Τ. Λόντον, Ο αλκοολικός, μτφ. Γ. Γιάνναρης. Αθήνα: Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος 1989, 21 και 22.

[14] Α. Δρίβας, «Τύποι απ’ την ταβέρνα της οδού Αρμοδίου», στο: Τα έργα, 398-399, 399.

[15] Α. Δρίβας, «Ασπούδαχτοι καλλιτέχνες: ο μικρός ζωγράφος Θανάσης Καλατζόπουλος και τα σχέδιά του. – Νύχτα στη ταβέρνα του πόνου και της τρέλλας. – Ουμοριστική ξυλογραφία», στο: Τα έργα, 387-395, 392.

[16] Α. Δρίβας, «Τύποι απ’ την ταβέρνα του πόνου και της τρέλλας», στο: Τα έργα, 396-397, 397.

[17] Α. Δρίβας, «Συνομιλία με τον εαυτό μας», στο: Τα έργα, 370-371, 370.

[18] Κ. Παπαγιώργης, Περί μέθης, 33.