BLG – Minimalistic Theme Focused on Readability

EN

Έτοιμοι για ένα… "Γυμνό γεύμα"; Απόδραση στη Διαζώνη των William S. Burroughs και David Cronenberg

Μαριάνα Θεοδωρίδου

«Μόνο για ένα πράμα μπορεί να γράψει ο συγγραφέας: για εκείνο που στέκει μπροστά απ’ τις αισθήσεις του τη στιγμή που γράφει… Είμαι ένα όργανο καταγραφής… Δεν θεωρώ ως δεδομένο πως πρέπει να πλασάρω “υπόθεση” “πλοκή” “ροή σεναρίου” και δεν το αποτολμώ… Εφόσον καταφέρνω να καταγράψω Απευθείας τις διεργασίες ορισμένων περιοχών του ψυχισμού τότε μάλλον επιτελώ συγκεκριμένη λειτουργία… Δεν ήρθα για να σας διασκεδάσω…»[1].

Ο William S. Burroughs σερβίρει στον αναγνώστη του ένα Γυμνό γεύμα για γερά στομάχια που περιλαμβάνεισκληρές αλήθειες για τον εφιάλτη της τοξικομανίας και των κάθε είδους σεξουαλικών παρεκκλίσεων. Φροντίζει να ξεκαθαρίσει από την αρχή ότι η συνταγή του βασίζεται στην αυθόρμητη καταγραφή της αυθεντικής αρχέγονης σκέψης, σε μια αυτόματη γραφή που αδιαφορεί για τη ροή ή τον ρυθμό των λέξεων, εκθέτοντας χωρίς δισταγμό το έργο του στη λογοκρισία της εποχής. Το Γυμνό γεύμα δημοσιεύεται για πρώτη φορά από την Olympia Press στο Παρίσι το 1959, για να διωχθεί δικαστικά με την κατηγορία της «χυδαιότητας» (obscenity) στη Βοστόνη και το Λος Άντζελες το 1965 και να απαγορευτεί λόγω της βάναυσης ωμής γλώσσας και του άσεμνου περιεχομένου του.

Θα μπορούσε να λεχθεί ότι ο Burroughs το έγραψε σε κατάσταση μέθης αν το εύρος του ορισμού της περιλαμβάνει την ψυχική κατάσταση έντονης διέγερσης, την προσωρινή διανοητική διαταραχή και ιδιαίτερα την ενσυνείδητη καταστολή με την αρωγή ορισμένων ουσιών. Κριτικοί όπως ο Tony Tanner το έχουν χαρακτηρίσει χαοτικό, «ένα έργο χωρίς αφηγηματική συνέχεια και χωρίς σταθερή άποψη»[2]. Το βιβλίο δεν έχει συμβατική δομή –αρχή, μέση και τέλος–, στην κυριολεξία αποτελείται από ασύνδετες αναμνήσεις, από παραισθήσεις ενδεχομένως υπό την επήρεια ναρκωτικών, από επεισόδια-θραύσματα χωρίς εσωτερική οργάνωση, γεγονός που το εμποτίζει με μια αίσθηση αποπροσανατολισμού.

Σε κατάσταση λογοτεχνικής μέθης λοιπόν, αντλώντας από προσωπικά βιώματα, τις εμπειρίες του με τα ναρκωτικά και το ομοφυλοφιλικό σεξ, με φόντο το κοσμοπολιτικό, σουρεαλιστικό περιβάλλον της μαροκινής Ταγγέρης των 50s, ο Burroughs μοιάζει να πραγματοποιεί σκόρπιες ασυντόνιστες καταγραφές. Ωστόσο οι επιστολές του προς τον ποιητή Allen Ginsberg το 1955 μας πληροφορούν ότι κάθε άλλο παρά τυχαία παραιτείται από τον έλεγχο κατά τη διαδικασία της λογοτεχνικής συγγραφής. Σ’ αυτές τις επιστολές, o Burroughs μοιράζεται τη σκέψη ότι σε κατάσταση αυτόματης γραφής παράγει το καλύτερό του έργο, επισημαίνοντας ότι η πιο δημιουργική εργασία του είναι εκείνη που δραπετεύει από τον αυτοέλεγχό του[3]. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο δοκιμάζει να σπάσει το καλούπι των καθιερωμένων λογοτεχνικών κανόνων υιοθετώντας τον παράγοντα του τυχαίου που χαρακτηρίζει το μυθιστόρημά του και ο οποίος θα γίνει αναπόσπαστο στοιχείο και σε επόμενα έργα του. 

Το Γυμνό γεύμα είναι η περίοδος μαθητείας του Burroughs στη χρήση της τεχνικής του cut-up, με την οποία είχε αρχίσει να πειραματίζεται με τον, συνεργάτη του και εμπνευστή της, Brion Gysin. Το cut-up, μία τεχνική montage γνωστή στις εικαστικές τέχνες, υποσχόταν ενδιαφέρουσες δυνατότητες από την εφαρμογή της στις λέξεις και φράσεις του κειμένου. Ο Burroughs διαπίστωσε ότι αφαιρώντας τμήματα του κειμένου από την αρχική θέση τους και συνδέοντας τα με τυχαίο τρόπο σε άλλα σημεία του έργου, προέκυπταν ακολουθίες εικόνων πέρα από τη λογική καθώς οι χρόνοι και οι τοποθεσίες άλλαζαν με τρόπο συναρπαστικό. Το συγχωνευμένο κείμενο ανέτρεπε όλες τις προσδοκίες του παραδοσιακού τρόπου ανάγνωσης αφού ήταν το τυχαίο σύνολο συνειδητά δημιουργημένων αρχικών τμημάτων, που είχαν αφαιρεθεί από το αρχικό τους πλαίσιο για να τοποθετηθούν σε ένα εντελώς νέο. Το αποτέλεσμα ήταν μια αφήγηση αποσπασματική με απεικονίσεις αφηρημένες και εξωπραγματικές αλλά εξακολουθούσε να υπάρχει μία αίσθηση συνοχής. Το αναδιοργανωμένο υλικό ήταν παράδοξα εκπληκτικό και δεν σχετιζόταν με συνηθισμένα κλισέ ενώ κατά απροσδόκητο τρόπο οι πειραματισμοί αυτοί επέτρεπαν την ανάδυση του αληθινού νοήματος του κειμένου. Με αυτή τη μέθοδο ο Burroughs επιχείρησε να ξαναγράψει τον κανόνα και να τον ελευθερώσει από τα δεσμά των γλωσσικών περιορισμών, φέρνοντας επανάσταση στην αφηγηματική φόρμα[4].

«Ο Λόγος είναι χωρισμένος σε μονάδες που όλες μαζί θα φτιάξουν το κομμάτι κι έτσι συνολικά πρέπει και να λαμβάνεται, αλλά τα κομμάτια μπορείς να τα πάρεις και με όποια σειρά να ’ναι αφού συνδέονται μπρος πίσω, μέσα έξω, πρύμα πλώρα σαν ενδιαφέρον σύμπλεγμα ερωτικό. Τούτο το βιβλίο τα ξερνάει όλα προς πάσα κατεύθυνση μέσα απ’ τις σελίδες του, καλειδοσκόπιο πανοραμικών εικόνων, ποτ πουρί από μελωδίες και το θόρυβο του δρόμου» (261). Ασφαλώς είναι πολύ εύκολο ο αναγνώστης να χαθεί στις διακλαδώσεις, ελλείψει γραμμικής αφηγηματικής αλληλουχίας αλλά ο Burroughs δεν θα του στερήσει ποτέ την ελευθερία να προσεγγίσει το υλικό του κατά βούληση όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στον «ατροφικό πρόλογο» του έργου: «Μπορείς να μπεις μες στο Γυμνό Γεύμα από οποιοδήποτε σημείο διακλάδωσης» (256).

Σε όλο του το έργο ο Burroughs προκαλεί την πολιτιστική ηγεμονία της Δύσης παρουσιάζοντας τα προϊόντα της με τρόπο γκροτέσκο. Τα αλλόκοτα απωθητικά σώματα και οι παραμορφωμένες και αποδομημένες εικόνες και ήχοι στο έργο του παρουσιάζουν το αποτυχημένο πείραμα της Δύσης να αποικίσει και να εξουσιάσει τον κόσμο μέσα από την εικόνα και τον λόγο. Αδιάφορος για τη λογοκρισία εμπαίζει όσους έχουν προνόμια χάρη στο χρήμα και την εξουσία[5] ασκώντας σκληρή κριτική στην αμερικανική κουλτούρα του συντηρητισμού, του σεξισμού και της πολιτικής διαφθοράς.

Το Γυμνό γεύμα είναι μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση παραίσθησης του Πράκτορα William Lee ο οποίος, σε διαδικασία θεραπείας αποτοξίνωσης, πραγματοποιεί ένα «ταξίδι στο χώρο και το χρόνο» (250). Ο Burroughs μεταφέρει τον αναγνώστη στο σουρεαλιστικό περιβάλλον της εξωτικής Διαζώνης (Interzone),όπου αφθονούν «τα τζάνκια που δένουν τα μπράτσα τους για το φιξάκι, οπιοφάγοι, και χασισοπότες» (133)αλλά και το αχαλίνωτο και κατά κύριο λόγο ομοφυλοφιλικό σεξμε νεαρά άτομα. Πρόκειται για τη λογοτεχνική εκδοχή της «Διεθνούς Ζώνης» της Ταγγέρης όπως την πρόλαβε ο συγγραφέας το 1956 η οποία, σε αντίθεση με το υπόλοιπο Μαρόκο που ήταν Γαλλικό προτεκτοράτο, απολάμβανε καθεστώς μεγάλης ελευθερίας και αποτελούσε «παράδεισο για κάθε λογής τυχοδιώκτες, εμπόρους ναρκωτικών, κατασκόπους, συγγραφείς και άντρες που έψαχναν το σεξ με νεαρούς εκδιδόμενους»[6].

Αναμφίβολα, ο εθισμός, η χειραγώγηση και ο έλεγχος αποτελούν τις κεντρικές ιδέες του μυθιστορήματος. Η Διαζώνη του Γυμνού γεύματος είναι ένας κόσμος με φατρίες που επιδιώκουν, η καθεμιά με τον δικό της τρόπο, να καταλάβουν παρασιτικά τον κόσμο, ομάδες που «αρέσκονται σε κάθε είδους διαστροφή ιδίως στα σαδομαζοχιστικά κόλπα» (192). Είναι η επικράτεια του ολοκληρωτικά διεφθαρμένου γιατρού Benway, του διευθυντή του Κέντρου Αναδημιουργίας Εξαρτημένων Ανακλαστικών που «ξέρει να χειραγωγεί και να ρυθμίζει τα συστήματα συμβόλων», όντας «ειδήμων σε ανακρίσεις κάθε βαθμού, στην πλύση εγκεφάλου και στην επιβολή ελέγχου» (42).

Στους δρόμους της Διαζώνης γίνεται διακριτικά η διακίνηση του «Μαύρου Κρέατος» –της «σάρκας της γιγάντιας υδρόβιας μαύρης σκολόπεντρας» (76)– που επιδεικνύεται σε καμουφλαρισμένους θύλακες της πόλης, γνωστούς μόνο σε χρήστες, ενώ στα υπόσκαφακουβούκλια και στέκια της, τύποι «πίνουν το Ζάκικο Ρευστό εγκλωβισμένοι μέσα στο διάφανο κεχριμπάρι των ονείρων» (77).

Στα καφενεία της Αγοράς, οι γυμνοί Μαγκρούκοι (Mugwumps) –τα όντα που «εκκρίνουν από τους στητούς φαλλούς τους ένα εθιστικό παχύρρευστο υγρό που παρατείνει τη ζωή επιβραδύνοντας το μεταβολισμό» (77)– απολαμβάνουν τα χρωματιστά ποτά τους με αλαβάστρινα καλαμάκια, έτοιμοι πάντως να κατασπαραχθούν «αναμεταξύ τους σε καβγάδες για το ποιος θα πάρει τον πελάτη» (77). Σε αυτή τη Διαζώνη, η Αστυνομία του Ονείρου πραγματοποιεί ηχηρές, βάναυσες εφόδους που αναγκάζουν τους Μαγκρούκους να κρύβονται και τα Ερπετά, τα εξαρτημένα από τη ρεύση του Μαγκρούκου πλάσματα, να τρέχουν φρενιασμένα πάνω κάτω σε φάση στέρησης, βιώνοντας «ένα εφιαλτικό διάστημα κυτταρικού πανικού» όταν «η ζωή κρέμεται μετέωρη ανάμεσα σε δύο καταστάσεις ύπαρξης» (80).

Η οπτικοποίηση μιας υποκειμενικής αφήγησης αυτού του είδους, που έχει δημιουργηθεί σε κατάστασης μεθυστικής διέγερσης, πρέπει να αποτέλεσε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πρόκληση για τον Καναδό σκηνοθέτη David Cronenberg, δεδομένου ότι το (λογοτεχνικό) Γυμνό γεύμα απαρτίζεται από ένα συνονθύλευμα αποσπασματικών, ασύνδετων, ανακόλουθων επεισοδίων που καθιστούν δύσκολη την κινηματογραφική μεταφορά του. Είναι σαφές ότι η ομώνυμη ταινία του Cronenberg (1991) δεν είναι μια τυπική μεταφορά του μυθιστορήματος του Burroughs, αλλά ένα υβριδικό αποτέλεσμα με υλικό γύρω από τον συγγραφέα. Η ταινία βασίζεται κατά κύριο λόγο σε βιογραφικά στοιχεία και κομμάτια από άλλα έργα του. Ο σκηνοθέτης επικεντρώνεται στις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγγραφή του μυθιστορήματος και την έννοια της δημιουργικής καλλιτεχνικότητας του Burroughs, δεν αναπαράγει το περιεχόμενο του συγκεκριμένου έργου. Καταφέρνει έτσι να προσδώσει στην ταινία σε κάποιο βαθμό την αφηγηματική συνοχή που απουσιάζει από το λογοτεχνικό κείμενο.

Στην ταινία, θέμα της οποίας είναι ο συγγραφέας και το έργο του, υπάρχουν κεντρικές ιδέες και στιλιστικά στοιχεία από το Γυμνό γεύμα του Burroughs αλλά και από το Literary Outlaw: The Life and Times of William S. Burroughs (1988) του Ted Morgan, ημι-αυτοβιογραφικές αναφορές από το Queer (1986) και το Exterminator! (1973), καθώς και γράμματα που ο Burroughs έγραψε στον φίλο και εραστή του Allen Ginsberg[7]. Ο Cronenberg ωστόσο δεν θα προσπαθήσει να παράγει το κινηματογραφικό ισοδύναμο μιας αφήγησης που βασίζεται στην τεχνική του cut-up. Θα επιδιώξει μάλιστα κάποιου είδους συναισθηματική εμπλοκή του θεατή, δίνοντας στο κατακερματισμένο υλικό του Γυμνού γεύματος μία περισσότερο συμβατική, αφηγηματική ροή, ακολουθώντας την ιστορία του κεντρικού ήρωα William Lee. Πρόκειται για μια διαφορετική προσέγγιση από εκείνη του Burroughs, ο οποίος χρησιμοποιεί τη μη γραμμική αφήγηση και παρουσιάζει τους χαρακτήρες του βιβλίου απωθητικούς και απασχολημένους σε επαναλαμβανόμενες καταστάσεις, ώστε να αποτρέψει τη συναισθηματική ταύτιση του αναγνώστη με αυτούς[8].

Το κινηματογραφικό Γυμνό γεύμα εξερευνά μια σειρά από αντιφατικές καταστάσεις ψευδαίσθησης, πραγματικά γεγονότα της ζωής του συγγραφέα συνυφασμένα με τμήματα του μυθιστορήματος. Ο Cronenberg καθιστά κεντρικό στοιχείο της ταινίας του τον θάνατο της Joan Vollmer, της ναρκομανούς συζύγου του Burroughs, την οποία o συγγραφέας σκότωσε, χωρίς πρόθεση, τo 1951 στο Μεξικό, πυροβολώντας στο κεφάλι ενώ εκτελούσαν μεθυσμένοι το νούμερο του William Tell. Πρόκειται για ένα γεγονός καθοριστικής σημασίαςκαθώς ο ίδιος ο Burroughs στην εισαγωγή του Queer παραδέχεται ότι δεν θα είχε γίνει ποτέ συγγραφέας αν δεν είχε προηγηθεί ο θάνατος της Joan.

Το μεγαλύτερο τμήμα του κινηματογραφικού Γυμνού γεύματος εξελίσσεται στη Διαζώνη όπου ο βασικός ήρωας William Lee, το alter ego του Burroughs, δραπετεύει μετά τον τυχαίο πυροβολισμό της γυναίκας του Joan Lee, πράγμα που σηματοδοτεί την έναρξη της υπαρξιακής του κρίσης. Τον κεντρικό ήρωα περιστοιχίζουν χαρακτήρες που ενσαρκώνουν τις θρυλικές μορφές της Γενιάς των Μπιτ, Jack Kerouac και Allen Ginsberg, οι οποίοι υπήρξαν στενοί φίλοι του Burroughs και τον επισκέφτηκαν στην Ταγγέρη το 1957 για να τον βοηθήσουν να συναρμολογήσει το αχανές και αταξινόμητο Γυμνό γεύμα του πριν την τελική του έκδοση. Κινηματογραφικά ενσαρκώνονται επίσης οι συγγραφείς Paul και Jane Bowles τους οποίους ο Burroughs συναντούσε τακτικά στην Ταγγέρη τον καιρό που έγραφε το μυθιστόρημά του. Δεν πρόκειται ωστόσο για μια βιογραφική ταινία. Οι χαρακτήρες έρχονται στο προσκήνιο και αποσύρονται σε διαφορετικούς αφηγηματικούς χώρους, πλαισιώνοντας τη διαδρομή που πραγματοποιεί ο William Lee σε κατάσταση παραίσθησης, χωρίς να παρέχεται για αυτό στον θεατή κάποια αφηγηματική βεβαιότητα[9], διατηρώντας μια γενικότερη αίσθηση αποπροσανατολισμού και επαληθεύοντας τον ισχυρισμό του συγγραφέα: «Η επίγνωσή σου για το τι τρέχει δεν μπορεί παρά να είναι επιφανειακή και μόνο σχετική…» (252).

Στο Γυμνό γεύμα του Cronenberg υπάρχουν ποικίλες ουσίες εθισμού όπως το Bug Powder, η σκόνη που χρησιμοποιεί στις απολυμάνσεις του ο William Lee, η Μαύρη Σάρκα (the Black Meat), το ναρκωτικό από την υδρόβια σαρανταποδαρούσα Βραζιλίας που παρασκευάζεται στη Διαζώνη, καθώς και το εξαιρετικά εθιστικό σπερματικό υγρό που εκκρίνει η Mugwump γραφομηχανή που χρησιμοποιεί ο Lee. Ο Cronenberg δεν επικεντρώνεται στη διαδικασία του εθισμού αλλά κατά βάση πραγματεύεται τη μετάθεση του ελέγχου που συνοδεύει κάθε εθισμό. Η ταινία του θα πρέπει να κατανοηθεί σαν μία μεταφορά για τον έλεγχο και την εξάρτηση καθώς ευθυγραμμίζεται με το Γυμνό γεύμα του Burroughsπου αναφέρεται ουσιαστικά στον εθισμό, τη χειραγώγηση και τον έλεγχο[10].

Στο μυθιστόρημά του ο Burroughs κάνει λόγο για την Άλγεβρα της Ανάγκης εξηγώντας ότι ο εθισμός αποτελεί παραίτηση από τον έλεγχο, παραχώρηση της δύναμης από τον εθισμένο στην ουσία του εθισμού, και κατ’ επέκταση σε όποιον προμηθεύει τον εξαρτημένο[11]: «Ο ναρκομανής είναι ένας άνθρωπος που έχει απόλυτη ανάγκη το ναρκωτικό του. Πέρα από μια συγκεκριμένη συχνότητα η ανάγκη δεν καταλαβαίνει κανένα απολύτως όριο ή φραγμό. Στη γλώσσα της απόλυτης ανάγκης: “Εσύ τι θα ’κανες;” […]. Θα έλεγες ψέματα, θα έκανες κόλπα κι απατεωνιές, θα κάρφωνες τους φίλους σου, θα έκλεβες, θα έκανες τα πάντα για να ικανοποιήσεις την απόλυτη ανάγκη. Γιατί θα βρισκόσουν στην κατάσταση της απόλυτης αρρώστιας, της απόλυτης κατοχής και της υποδούλωσης» (11).

Η φύση της ανθρώπινης δημιουργικότητας και ειδικότερα η παρόρμηση που ωθεί στη διαδικασία της συγγραφής ενδιαφέρουν επίσης τον Cronenberg. Στο κινηματογραφικό Γυμνό γεύμα, προσπαθεί να επικεντρωθεί στο ζήτημα της συγγραφής και της καλλιτεχνικής έμπνευσης και ειδικότερα στο (κεντρικό για τον Burroughs) ζήτημα του ελέγχου που έχει ο συγγραφέας πάνω στο κείμενο, μιας καθαρά εσωτερικής διαδικασίας, δίνοντάς της εξωτερική υλική υπόσταση[12]. Στην ταινία του οι γραφομηχανές, ο βασικός εξοπλισμός του συγγραφέα, μεταλλάσσονται σε απωθητικά έντομα που δρουν σαν ελεγκτικοί μηχανισμοί υπαγορεύοντας στον Lee τι να γράψει. Ο τρόπος σύλληψης των Mugwump επίσης, των πλασμάτων της Διαζώνης που περιγράφονται στο μυθιστόρημα του Burroughs, είναι διαφορετικός στην ταινία. O Cronenberg, όχι τυχαία, μεταφέρει τα γεννητικά τους όργανα στο κεφάλι –μία από τις γραφομηχανές του Lee στη Διαζώνη αποτελείται κυριολεκτικά από το κεφάλι ενός Mugwump που εκκρίνει ένα σπερματικό υγρό που συνδέεται με το δυνατό γράψιμο, με αποτέλεσμα να είναι αναπόφευκτοι οι συσχετισμοί μεταξύ της καλλιτεχνικής έμπνευσης και της σεξουαλικής επιθυμίας.

Για τον J. G. Ballard το Γυμνό γεύμα δεν είναι απλώς ένα από τα σημαντικότερα αμερικανικά μυθιστορήματα αλλά ένα έργο λογοτεχνίας με σπουδαίες ηθικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις[13]. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι αυτό δεν είναι άμεσα ξεκάθαρο δεδομένου του τρόπου με τον οποίο ο Burroughs χρησιμοποιεί το γκροτέσκο για να αμφισβητήσει τυποποιημένες αντιλήψεις που προσπαθούν να επιβάλλουν οι μηχανισμοί της παγκοσμιοποίησης και του καπιταλισμού. Κι αυτό γιατί το γκροτέσκο στον Burroughs γίνεται αντιληπτό μέσα από παραμορφωμένες εικόνες του σώματος, εικόνες μιας αποδομημένης πραγματικότητας που συχνά προσβάλλουν τον αναγνώστη με την απροκάλυπτη ωμότητά τους. Αυτά τα στοιχεία πάντως φαίνεται να μην υπάρχουν στη διασκευή του Cronenberg, που εστιάζει περισσότερο στην αισθητική παρά στην ηθική διάσταση. Παρά το γεγονός ότι στην ταινία υπάρχουν αρκετά στοιχεία του βιβλίου, όπως το θέμα του εθισμού και της χρήσης ναρκωτικών, καθώς και η αίσθηση αποπροσανατολισμού, ο Cronenberg δίνει έμφαση στην αισθητική εικόνα και αποκηρύσσει οποιοδήποτε ηθικό ή πολιτικό υπόβαθρο διατηρώντας μια αμοραλιστική στάση προς το έργο του.

Στον Burroughs υπάρχει ένας ηθικός οραματισμός κεντρικά στη σκέψη και την τέχνη του καθώς διαρκώς αναζητά με πάθος την αλήθεια, με μια ξεκάθαρη δέσμευση στις ηθικές αξίες που είναι υποβλητικές. Αντίθετα ο Cronenberg θεωρεί τον εαυτό του απαθή αγνωστικιστή με την έννοια ότι αρνείται οποιαδήποτε γνώση ηθικής διάστασης στο έργο του[14]. Από άποψη αφηγηματικής ενότητας ο σκηνοθέτης κατορθώνει αυτό που ο συγγραφέας ιδεολογικά δεν μπορεί ή δεν θέλει να πετύχει: να έχει τον έλεγχο. Ακολουθώντας μια πιο παραδοσιακή αφηγηματική δομή, με ψυχολογική και συναισθηματική εξέλιξη, και λέγοντας την ιστορία μέσα από έναν κεντρικό ήρωα, ο Cronenberg επιστρέφει στον Burroughs αυτό που εκείνος, μόνος του, έχει εγκαταλείψει[15].

Εν τούτοις η παραίτηση από τον έλεγχο είναι το επιθυμητό για τον Burroughs που γνωρίζει καλά την ανατρεπτική δύναμη που διαθέτει το γκροτέσκο, αναμιγνύοντας τη χυδαιότητα με το χιούμορ, διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα, προκαλώντας τον αναγνώστη να συλλάβει το αληθινό νόημα του έργου του, βασανίζοντας τον με μια εμπειρία που ποτέ δεν θα κατανοήσει ικανοποιητικά όπως επισημαίνει ο Oliver Harris[16]. Ο Norman Mailer στα αποσπάσματα της δίκης του βιβλίου στη Βοστόνη, αναφέρει χαρακτηριστικά ότι το Γυμνό γεύμα «είναι απολύτως συναρπαστικό επειδή [τον] ελκύει να το διαβάσει όλο και περισσότερο»[17].

Ο αναγνώστης που ενδεχομένως προσβάλλεται περισσότερο είναι εκείνος που αρνείται να αποδεχτεί το σώμα απογυμνωμένο από φιλοδοξίες και επινοήσεις. Ο Burroughs πάντως με το Γυμνό γεύμα θα επιχειρήσει να διαλύσει την πλάνη μας, υποχρεώνοντάς μας να συνειδητοποιήσουμε τα σημάδια: «Όπως πάντα το γεύμα είναι γυμνό. […] [Α]φήστε […] να δουν τι πραγματικά τρώνε και πίνουν. Αφήστε […] να δουν τι βρίσκεται μέσα σε εκείνο το μακρύ κουτάλι των εφημερίδων» (16).

 

Η Μαριάνα Θεοδωρίδου είναι πτυχιούχος Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας και Μεταπτυχιακή φοιτήτρια Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας και Πολιτισμού του Α.Π.Θ.

 

 


[1] Ο. Μπάροουζ, Γυμνό γεύμα, μτφ. Γ. Γούτας. Αθήνα: Απόπειρα 2004, 253. Στο εξής οι παραπομπές στο συγκεκριμένο έργο θα γίνονται με παρενθέσεις εντός του κειμένου.

[2] E. S. Robinson, Shift Linguals: Cut-Up Narratives from William S. Burroughs to the Present. Amsterdam-New York: Rodopi 2011, 35. Εδώ και όπου δεν δηλώνεται κάτι άλλο η μετάφραση είναι της γράφουσας.

[3] O. Harris, William Burroughs and the Secret of Fascination. Carbondale and Edwardsville: Southern Illinois University Press 2003, 232.

[4] E. S. Robinson, στο: Shift Linguals, 26-27.

[5] D. McDaniel, «New World Ordure: Burroughs, Globalization and the Grotesque», στο: D. Schneiderman & P. Walsh (ed.), Retaking the Universe: William S. Burroughs in the Age of Globalization. London: Pluto Press 2004, 132-145, 134-135.

[6] Κ. Τζήκας, «Ο Ουίλιαμ Μπάροουζ και το Γυμνό Γεύμα του: 100 χρόνια από τη γέννησή του», Athens Voice, 01/06/2012, http://www.athensvoice.gr/politismos/books/o-goyiliam-mparooyz-kai-gymno-geyma-toy (πρόσβαση: 02/10/2016).

[7] M. Browning, «Naked Lunch: “Nothing is True: Everything is Permitted”», στο: David Cronenberg: Author or Film-maker? Bristol/ Chicago: Intellect 2007, 109-131, 109.

[8] M. Browning, «Naked Lunch: “Nothing is True: Everything is Permitted”», 121-122.

[9] S. Wilson, The Politics of Insects: David Cronenberg’s Cinema of Confrontation. New York: Continuum 2011, 172.

[10] J. Irvin, «From “Impassioned Morality” to “Bloodless Agnosticism”: A Philosophy of David Cronenberg through the Burroughs/Ballard Axis», στο: S. Riches (ed.), The Philosophy of David Cronenberg. Lexington: University Press of Kentucky 2012, 197-216, 207.

[11] S. Wilson, The Politics of Insects, 175.

[12] M. Browning, David Cronenberg: Author or Film-maker?, 121.

[13] Βλ. σχετικά J. Irvin, «From “Impassioned Morality” to “Bloodless Agnosticism”: A Philosophy of David Cronenberg through the Burroughs/Ballard Axis», 206.

[14] J. Irvin, «From “Impassioned Morality” to “Bloodless Agnosticism”: A Philosophy of David Cronenberg through the Burroughs/Ballard Axis», 197.

[15] O. Harris, William Burroughs and the Secret of Fascination, 235.

[16] William Burroughs and the Secret of Fascination, 217.

[17] «The Boston Trial of Naked Lunch», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο: «Reality Studio: A William S. Burroughs Community», http://realitystudio.org/texts/naked-lunch/trial/ (πρόσβαση: 01/10/2017).