BLG – Minimalistic Theme Focused on Readability

EN

Πιόματα, λιώματα, χώματα –πτώσεις

Με αυτό το έκτο, δυνάμει μεθυστικό, τεύχος κλείνει και ο δεύτερος χρόνος ζωής του ανθρώπινου. Αν πρέπει να κάνουμε έναν συντομότατο απολογισμό: Τα θέματά μας τα παίρνουμε πάντα στα σοβαρά, ακόμα και όταν αφήνουν μια ανάλαφρη αίσθηση· δεν θέλουμε όμως να εγκλωβίζονται στην κυριολεξία. Η μέθη, στην οποία αφιερώνεται αυτό το ανθρώπινο, μπορεί να ζωντανέψει πόθους και πάθη, να θυμίσει «Το μεθυσμένο καράβι» του Αρθούρου Ρεμπώ, τους μοναχούς του Νίκου Καρούζου που «την ουράνια χαίρονται μέθη», «Το μεθύσι των νεκρών» του Βύρωνα Λεοντάρη. Πρωτίστως όμως φέρνει (μάλλον) στον νου τα μεθύσια ημών των ζωντανών, «με ουίσκι, τζιν και μπύρα», αψέντι ή κονιάκ, «τ’ άγιο Κρασί» ή τ’ «αλλιώτικο».

Αφήνοντας στην άκρη, για λίγο, τους μεθυσμένους από χαρά, επιτυχία, εξουσία (όπως ο Πολίτης Κέιν, για να αναφέρουμε απλώς μια πασίγνωστη κινηματογραφική περίπτωση) ας έρθουμε στις «υπόγειες ταβέρνες» και στους πότες. Οι άνθρωποι πίνουν από χαρά, θλίψη ή συνήθεια, για να ξεχαστούν ή μέχρι να ξεχάσουν. Κάποιοι δεν το σηκώνουν, νερώνουν το κρασί τους, άλλοι προτιμούν τα βαριά. Πολλοί γελάνε, ξεδίνουν, ευθυμούν, άλλοι ζαλίζονται, τα χάνουν, παραπατούν. Κάποιοι πίνουν για να γράψουν, άλλοι γράφουν για ανθρώπους που πίνουν: χαρακτήρες που συχνάζουν σε μπαρ (εμβληματικά ενίοτε, όπως ο «Τιτανικός» στο Κολαστήριο του Μπέλα Ταρ), μεθοκοπούν, θεοποιούν το ποτό. Κάποιοι πίνουν για να παίξουν έναν οποιονδήποτε ρόλο, άλλοι κάνουν πως πίνουν για να υποδυθούν τους μεθυσμένους: ήρωες που ζουν με ένα ποτήρι στο χέρι ή βάζουν στόχο να πιουν έως θανάτου, όπως ο Μπεν στο Αφήνοντας το Λας Βέγκας.

Για να έρθουμε στο τεύχος μας: Όλα ξεκινούν με μια μεταφορά, δοσμένη στα αγγλικά. Το, σχετικό με την τετραλογία του Αλεξάντερ Σοκούροφ για την εξουσία, κείμενο της Penelope Chatzidimitriou αποτελεί μια θαυμάσια μετάβαση από το προηγούμενο θέμα μας, το κακό, στο τρέχον: δεν θα βρούμε ούτε στάλα αλκοόλ εδώ, θα βρούμε ωστόσο μια γενναία ποσότητα μέθης. Τη σκυτάλη παίρνει η Μαριάνα Θεοδωρίδου, που σερβίρει ένα Γυμνό γεύμα υπό το φως (των κεριών) του Γουίλιαμ Μπάροουζ και του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ· μας ταξιδεύει στη Διαζώνη, όπου οι παραισθήσεις είναι κάτι συνηθισμένο, μας συστήνει περίεργα πλάσματα και μας αφήνει ελεύθερους να χάσουμε κάθε έλεγχο. Λογοτεχνικά και κινηματογραφικά συνάμα κινείται και ο Πολυχρόνης Μπούσιος, αν και με έναν διαφορετικό τρόπο: ακολουθεί τους ήρωες του Αναστάσιου Δρίβα στην «ταβέρνα του πόνου και της τρέλλας» και, μέσα από αυτούς, θυμάται τον γνωστό Μεθύστακα του Γιώργου Τζαβέλλα. Ο τόπος είναι οικείος: η Αθήνα· και τα βαρέλια είναι γεμάτα κρασί. «Εις το κρασί» πέφτει και ο μπαρμπα-Γιαννιός στον «Έρωτα στα χιόνια» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που απασχολεί την Τριανταφυλλιά Βράνα: μεθυσμένα τραγούδια μες στο κρύο και μια λογοτεχνική μέθη που εναλλάσσεται με την άλλη, την κυριολεκτική.

Η θερμοκρασία ανεβαίνει απότομα καθώς μεταβαίνουμε Κάτω από το ηφαίστειο. Το σκηνικό είναι άγριο, τοποθετημένο στο Μεξικό: Η Νάντια Αθανασοπούλου-Αντωνίου μάς παρουσιάζει έναν εθισμένο στο αλκοόλ, τον Τζόφρεϋ Φέρμιν, τον Πρόξενο, την ακόρεστη δίψα του και την πορεία του από τη ζωή στην άβυσσο. Κατόπιν, η Σοφία Κιόρογλου μάς ανοίγει τον δρόμο για το Παρίσι, με αφορμή το διήγημα του Χούλιο Κορτάσαρ «Una flor amarilla». Στο επίκεντρο τίθεται ένας πιωμένος αφηγητής και η ιστορία του για μια «πρόωρη μετενσάρκωση». Παράλληλα, θίγονται τα ζητήματα του θανάτου (και της αθανασίας), της σχέσης του εαυτού με τον άλλο και σερβίρεται άφθονο κρασί. Τέλος, η Αλεξάνδρα Γερακίνη μάς συστήνει τον Πότη του Χανς Φάλαντα, Έρβιν Ζόμερ. Καθώς παρακολουθούμε τη σχέση του με το αλκοόλ από τη στιγμή της γνωριμίας τους μέχρι την πτώση του, αναρωτιόμαστε τι τον συνδέει και τι τον χωρίζει από τους άλλους που βάζουν να πιουν στις σελίδες του τεύχους (ή και αλλού).   

Σε αυτό το ανθρώπινο μνημονεύεται τακτικά ο Κωστής Παπαγιώργης που μας έχει χαρίσει ένα βιβλίο «αφιερωμένο ολόκληρο στα συμπτώματα μιας δηλητηρίασης». Εμφανίζεται ξανά και ξανά ο Μπωντλέρ και μας παροτρύνει να μεθύσουμε –όπως θέλουμε. Δίνονται πολλές αφορμές για ταξίδια, ενίοτε υπερατλαντικά ή μη ρεαλιστικά. Η μέθη είναι κυριολεκτική τις περισσότερες φορές, όχι όμως πάντα. Τραπέζια στρώνονται, άνθη προσφέρονται –τα πάντα (ή σχεδόν) συνοδεύονται από κάποιο ποτό: τα ποτήρια αδειάζουν και γεμίζουν ξανά. Γραφομηχανές που μοιάζουν με έντομα, άνθρωποι που δυσκολεύονται να περπατήσουν στην ευθεία, μοναχικοί που πίνουν για να πνίξουν την ενοχή, τη θλίψη, την ατέλειά τους –ή απλώς πίνουν· άνθρωποι που προχωρούν ολοταχώς για τον οριστικό χαμό ή την αθανασία· λίγο μπιτ, λίγη μαγεία, κάποιος ανορθολογισμός και μια βουτιά στη Νέα Αντικειμενικότητα· ψευδαισθήσεις αθανασίας, εθισμοί, το αλκοόλ ως πρόσκαιρη λύση ή χρόνιο πρόβλημα, μεθυσμένοι συγγραφείς, αφηγητές ή ήρωες.

Γεμίστε τα ποτήρια σας και καλές αναγνώσεις.