BLG – Minimalistic Theme Focused on Readability

EN

Ο χώρος του θανάτου και η περιπέτεια του βλέμματος στο έργο του Maurice Blanchot

Χριστίνα Μπέζαρη

Μιλώντας για το πολυσχιδές έργο του Γερμανού ποιητή Novalis, ο Maurice Blanchot φέρνει στο προσκήνιο τη ζωοποιό δύναμη που κινεί τα αόρατα νήματα της ποιητικής τέχνης: «Μέσω της αγέρωχης και μαγικής βίας, ο εσωτερικός κόσμος του ποιητή επιβεβαιώνει και προκαλεί την εξωτερική πραγματικότητα»[1]. Ακόμα κι αν το ποιητικό σύμπαν του Novalis μοιάζει να καθορίζεται από μια φαινομενική αρμονία, η βία, η οργή και το κακό ελλοχεύουν υπενθυμίζοντας ότι δεν μπορεί να υπάρξει κάθαρσις δίχως έλεος και φόβο. Το διεισδυτικό βλέμμα του Blanchot μπορεί και διακρίνει πως το κακό λειτουργεί μέσα στην ποίηση ως πάθος και όχι ως ένας απλός μηχανισμός παραγωγής συναισθημάτων. Υπό αυτό το πρίσμα, η εξωτερική πραγματικότητα επαναπροσδιορίζεται και αναδημιουργείται βάσει των εσωτερικών δυνάμεων που κατοικούν στην ψυχή του ποιητή. Στην περίπτωση του Novalis, επί παραδείγματι, η ανοιξιάτικη γιορτή μετατρέπεται σε σκαιά οπτασία και δίνει τέλος στις επιφανειακές χαρές των ανθρώπων και των θεών: «Μα όλα αυτά δεν ήταν παρά μια ιδέα μονάχα, μια σκαιά οπτασία. Που στη γιορτή χίμηξε βίαια την τερπνή/ Και τις ψυχές τις έζωσε με άγριο τρόμο/ Κανείς θεός δεν είχε πια μια συμβουλή/ Κανείς δεν βρήκε για να στηριχτεί έναν ώμο/ Καμιά δεν δάμασε ικεσία την οργή/ Και το θηρίο από κρυφό προσήλθε δρόμο/ Ήταν ο θάνατος που αυτή την ευωχία/ Με δάκρυα έπαυσε, μ’ οδύνες και αγωνία»[2].

Με αυτούς τους στίχους ο Novalis προβάλλει την αδήριτη ανάγκη για εμβάθυνση. Έχοντας επιδοθεί στην περιπέτεια του βλέμματος (laventureduregard)[3], γνωρίζει πως ο ποιητής δεν ταυτίζει την ευδαιμονία με την υλική παντοδυναμία ούτε με τη μακάρια νωχελικότητα της στιγμής, αλλά οφείλει να βλέπει τη χαρά υπό την οπτική της αιωνιότητας[4]. Γι’ αυτόν τον λόγο, η ποίησή του κινείται μέσα στο πεδίο που ο Blanchot χαρακτηρίζει ως χώρο θανάτου (lespacedelamort)[5]. Πιο συγκεκριμένα, το μοτίβο της νύχτας κατέχει εξέχουσα θέση στον ποιητικό διάκοσμο του Novalis και μπορεί να ερμηνευθεί ως ένα μεταφορικό σχήμα που εκφράζει τη διαλεκτική σχέση του ποιητή με τον θάνατο. Σε αντίθεση με τις χαρές της ζωής, οι οποίες παρουσιάζονται ως επιδερμικές και εφήμερες, ο θάνατος προσφέρει τη δυνατότητα μιας βαθιάς διερώτησης ως προς το ζήτημα της ύπαρξης. Ωστόσο, αυτή η διερώτηση δεν συνδέεται με την έννοια της δυστυχίας και του κακού. Αντίθετα, εσωκλείει το αίτημα του ποιητή για μια αιώνια θέαση του ανθρώπου και του κόσμου. Σύμφωνα με τον Blanchot, η σύνδεση του κακού με τον θάνατο είναι μια από τις κοινοτυπίες που ποιητές μεγάλου βεληνεκούς, όπως ο Novalis, ο Hölderlin και ο Rilke, έχουν καταφέρει να υπερβούν. O χώρος θανάτου που απαντάται στην ποίησή τους δεν μπορεί να ταυτίζεται με την εξάπλωση του κακού ούτε με την επικράτηση της δυστυχίας. Αντίθετα, η ιλιγγιώδης δύναμη του θανάτου λειτουργεί καταλυτικά μέσα στο έργο τους καθώς συνεισφέρει στη φυσική αναζήτηση του ανθρώπου για πληρότητα. Με άλλα λόγια, ο θάνατος στην ποίηση δεν είναι το αντίθετο της ζωής. Είναι η μακάρια εκπλήρωσή της. Υπό αυτό το πρίσμα, ο Blanchot μάς υπενθυμίζει ότι όποιος αρνείται να αγκαλιάσει τον θάνατο, είναι σαν να αρνείται ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής. Ως εκ τούτου: «αν αρνηθούμε τον θάνατο, είναι σαν να αρνούμαστε τις σοβαρές και δύσκολες πλευρές της ζωής, σαν να επιθυμούμε να αγκαλιάσουμε το επιμέρους [και όχι το όλον], κι έτσι οι χαρές μας θα είναι αποσπασματικές και ελάχιστες»[6].

Δεχόμενοι την παρότρυνση του Blanchot, θα πρέπει να εξετάσουμε το φαινόμενο του θανάτου υπό το πρίσμα μιας απέραντης πληρότητας που μέσω της τέχνης μπορεί να μετατραπεί σε πηγή αιώνιας χαράς. Κατά αυτόν τον τρόπο, ο θάνατος παύει να θεωρείται συνώνυμο της δυστυχίας και του κακού και αποκτά μια αποκρυσταλλωμένη δυναμική. Ωστόσο, το ερώτημα σχετικά με τη θέση που κατέχει το κακό στον χώρο της λογοτεχνίας παραμένει ανοιχτό. O Nietzsche προσέγγισε το πολύπλοκο αυτό ζήτημα κάνοντας λόγο για την παρόρμηση (der Trieb) του διονυσιακού πνεύματος το οποίο βρίσκεται σε διαρκή σύγκρουση με την όμορφη φαινομενικότητα του απολλώνιου στοιχείου. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, μέσα από τη σύγκρουση των δυο αυτών παρορμήσεων, του απολλώνιου και του διονυσιακού, γεννήθηκε η αρχαία ελληνική τραγωδία. Για να κατανοήσουμε καλύτερα τις δύο αυτές ορμές, ο Nietzsche μάς παροτρύνει να τις εξετάσουμε «ως καλλιτεχνικές δυνάμεις που αναβλύζουν από τους κόλπους της ίδιας της φύσης»[7]. Όπως η φύση εσωκλείει τις έννοιες της δημιουργίας και της καταστροφής έτσι και η τραγωδία φέρνει τον θεατή αντιμέτωπο με την πιο βαθιά έκφανση του πάθους και της οδύνης. Επομένως, το διονυσιακό στοιχείο ή αυτό που κοινώς χαρακτηρίζουμε “κακό” όχι μόνο είναι υπαρκτό στον χώρο της λογοτεχνίας, αλλά αποτελεί φυσική αναγκαιότητα και κέντρο της.

Επηρεασμένος από τη θεωρία του Nietzsche για το απολλώνιο και το διονυσιακό, ο Georges Bataille έδωσε τη δική του ερμηνεία για τη διαλεκτική σχέση που αναπτύχθηκε ανάμεσα στη λογοτεχνία και το κακό από τη γέννηση της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας έως τις μέρες του. Σύμφωνα με τον Bataille, το κακό στη λογοτεχνία πηγάζει από μια βίαιη κίνηση του νου (un mouvement desprit violent)[8] που προτάσσει την έκσταση και τη μέθη ως ένα ανώτερο στάδιο της πραγματικότητας. Ο δημιουργός βιώνει την έκσταση ως μια κεφαλαιώδη εσωτερική εμπειρία που οδηγεί τη φαντασία του σε έξαρση και σε ακραία ακμή (fantasia furens). Η σύνδεση του φαντασιακού με το διονυσιακό στοιχείο της μέθης και της έκστασης βρίσκεται στον πυρήνα της σκέψης του Bataille, ο οποίος είδε το κακό ως ακρογωνιαίο λίθο κάθε καλλιτεχνικής δημιουργίας: «Η λογοτεχνία ή εκφράζει κάτι το θεμελιώδες ή δεν εκφράζει τίποτα. Το κακό –και μάλιστα η οξεία μορφή του Κακού– είναι, κατά τη γνώμη μου, η υπέρτατη αξία που εκφράζει η λογοτεχνία»[9].

Η νιτσεϊκή θέαση της τέχνης ως αποτέλεσμα μιας κεφαλαιώδους σύγκρουσης καθώς και η βίαιη έξαψη που απέκτησε κεντρικό ρόλο στο έργο του Bataille είναι στοιχεία που εύκολα μπορεί να ανιχνεύσει κανείς στην κριτική του Blanchot. Μιλώντας για τον Γάλλο ποιητή  Isidore Ducasse (γνωστό και ως Comte de Lautréamont), o Blanchot εφιστά την προσοχή του αναγνώστη στο δίπολο πόλεμος και πάθος. Η ποίηση του Lautréamont και ειδικότερα Τα άσματα του Μαλντορόρ εκφράζουν με ιδιότυπη ενάργεια την αυθάδεια της υπέρβασης καθώς η δύναμη της έξαψης παίρνει τη μορφή ενός θυελλώδους εσωτερικού πολέμου. Η θεμελιώδης ανάγκη του ποιητή για πόλεμο καθώς και η επιθυμία του για ελευθερία συνυπάρχουν ως βασικά στοιχεία του ποιητικού σύμπαντος του Lautréamont και κινούνται μέσα σε έναν χώρο θανάτου (lespace de la mort) όπως είδαμε και στην περίπτωση του Novalis.

Ο θάνατος παρουσιάζεται στα Άσματα του Μαλντορόρ άλλοτε ως κορύφωση μιας αναγκαίας εσωτερικής σύγκρουσης και άλλοτε ως καθοριστική στιγμή μιας θεμελιώδους δικαίωσης. Παρόλο που στον Novalis ο θάνατος καθρεφτίζεται μέσα στο ρομαντικό μοτίβο της νύχτας και καταφέρνει να μετασχηματιστεί σε αιώνια πηγή χαράς, ο Lautréamont κατανοεί και μεταφράζει τον θάνατο ως πόλεμο, ο οποίος φέρει μέσα του την ιλιγγιώδη δύναμη του κακού. Σε αυτό το καίριο σημείο ο Blanchot μάς υπενθυμίζει ότι η πιο καθοριστική λειτουργία της ποίησης του Lautréamont είναι η μετατροπή του πολέμου και του κακού σε πάθος. Με άλλα λόγια: «Εάν η έξαψη συμπεριλαμβάνει την επιθυμία για πόλεμο και ταυτόχρονα τη θέληση για ελευθερία, αυτή η “εξωφρενική” επιθυμία μάς παραπέμπει στο γεγονός ότι ο ποιητής δεν πολεμάει κατά του κακού και της παραφροσύνης, αλλά μετατρέπει αυτές τις δυνάμεις σε πάθος»[10]. Επομένως, για να κατανοήσουμε την εμφάνιση του κακού στον χώρο της λογοτεχνίας, χρειάζεται να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στον τρόπο με τον οποίο η τέχνη σμιλεύει το κακό για να δημιουργήσει μέσα από τη δυναμική του ένα αμιγές όσο και συγκινητικό μεγαλείο. 

Το εντυπωσιακό ερώτημα που θέτει ο Blanchot στους αναγνώστες του έργου του αφορά τη σχέση που αναπτύσσει η λογοτεχνία και γενικότερα η τέχνη με το κακό και τη δυστυχία των ανθρώπων, η οποία δεν είναι απλά κοινωνική ή περιπτωσιακή. Αυτή η σχέση υφαίνεται με καρτερικότητα και μακροθυμία και έχει ως καίριο σημείο αναφοράς το φυσικό δράμα που συντελείται μέσα στη γέννηση και στον θάνατο των όντων. Υπό αυτό το πρίσμα, το κακό ως αντικείμενο της λογοτεχνίας (lachoselittéraire) δεν εκπορεύεται από ένα ισχυρό συναίσθημα αλλοίωσης ή διαστροφής, αλλά από μια αγωνιώδη ανάγκη για εξύψωση[11]. Ο αναγνώστης παρακολουθεί τις μυστικές όσο και ουσιαστικές διεργασίες που θέτει σε εφαρμογή η τέχνη ώστε να επεξεργαστεί το κακό και τη λύπη και να τις επιστρέψει πίσω στους ανθρώπους. Έτσι το κακό μέσα από την τέχνη μπορεί να γίνει πάθος, αιώνια χαρά και θέληση για ζωή. Ωστόσο, είναι καλό να θυμόμαστε ότι «όλα αυτά η τέχνη δεν τα κάνει φιλάνθρωπα, παρηγορητικά»[12]. Η επαφή με το κείμενο δεν γίνεται μέσω μιας απλοϊκής διαδικασίας ταύτισης και σκοπός του έργου δεν είναι να παρηγορήσει τον αναγνώστη. Ο αναγνώστης της λογοτεχνίας συμπάσχει, υφίσταται, εκστασιάζεται και υποφέρει καθώς το έργο κινείται προς την εκπλήρωση του σκοπού του, δηλαδή προς την ικανοποίηση «της τάσης που έχει η ανθρώπινη ψυχή για μεγέθυνση»[13]. Αυτήν ακριβώς την ανθρώπινη και φυσική τάση περιέγραψαν με ιδιαίτερη ευκρίνεια διανοητές όπως ο Maurice Blanchot και ο Γιώργος Χειμωνάς. Και οι δυο διείδαν στο έργο των μεγάλων ποιητών τη συνύπαρξη του χάους με την ομορφιά, του κακού με την αρμονία και προέταξαν ως φυσική αναγκαιότητα την ψυχολογική και διανοητική μέθεξη του αναγνώστη στα ερωτήματα που θέτει η τέχνη.

Προσεγγίζοντας τον πυρήνα του κακού, ο Blanchot μάς υπενθυμίζει ότι η απέραντη λύπη και η απέραντη χαρά συμπορεύονται και συγκατοικούν μέσα στον χώρο της λογοτεχνίας. Γι’ αυτό και η χαρά δεν μπορεί να είναι γνήσια, αμετάκλητη και ουσιαστική εάν δεν συνοδεύεται από τη μακάρια βεβαιότητα του θανάτου. Αυτή η ιδέα εκφράστηκε από τον Novalis, τον Lautréamont και μια σειρά ποιητών τους οποίους μελέτησε ενδελεχώς ο Blanchot επιβεβαιώνοντας ότι η συμμετρία και η ομορφιά που μας χαρίζει η ποίησή τους είναι το ίδιο μυστηριώδης, το ίδιο καταστροφική και απόκοσμη με το τραγικό πάθος. Αυτό το πάθος είναι που δικαιώνει την ποίηση και την οδηγεί σε ακραία ακμή και την κάνει αρχέτυπο. Το διεισδυτικό βλέμμα του ποιητή διαπερνά την ολέθρια δυναμική του κακού και αποκαλύπτει την ακραία άνθηση που το διαδέχεται. Υπό αυτή την έννοια, η κριτική προσέγγιση του Blanchot δεν είναι απλά μια αισθητική συμπλήρωση ή μια «ωραία φαινομενολογία», αλλά μια προσπάθεια αποκάλυψης του μεγαλείου που κομίζει η τέχνη και μια πρόταση νοηματοδότησης που τροφοδοτεί αδιάκοπα την εσωτερική πραγματικότητα του ανθρώπου.

 

Η Χριστίνα Μπέζαρη είναι Υποψήφια Διδάκτορας Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Γάνδης.

 


[1] M. Blanchot, L’espace littéraire. Paris: Gallimard 1955, 177: «la violence impérieuse et magique par laquelle, chez Novalis, l’intérieur affirme et suscite l’extérieur».

[2] Novalis, Ύμνοι στη νύχτα, μτφ. Κ. Κουτσουρέλης, Αθήνα: Περισπωμένη 2011, 53-55.

[3] J. Derrida, L’écriture et la différence. Paris: Seuil 1967, 9.

[4] Βλ. F. Nietzsche, Also sprach Zarathustra. Berlin: De Gruyter 1968, 399: «Lust will aller Dinge Ewigkeit, will tiefe, tiefe Ewigkeit!» («Η χαρά θέλει αιωνιότητα. Θέλει βαθιά, βαθιά αιωνιότητα!»· εδώ, και όπου δεν δηλώνεται μεταφραστής, η μετάφραση είναι δική μου).

[5] M. Blanchot, L’espace littéraire, 104.

[6] M. Blanchot, L’espace littéraire, 165: «Si nous refusons la mort, c’est comme si nous refusions les côtés graves et difficiles de la vie, comme si, de la vie, nous ne cherchions à accueillir que les parties minimes, –alors nos plaisirs aussi seraient minimes».

[7] Φ. Νίτσε, Η γέννηση της τραγωδίας ή ελληνισμός και απαισιοδοξία, μτφ. Χ. Μαρσέλλος. Αθήνα: Εστία 2009, 63.

[8] G. Bataille, Lexpérience intérieure. Paris: Gallimard 1943, 131.

[9] G. Bataille, La littérature et le mal. Paris: Gallimard 1979, 171: «La littérature est l’essentiel, ou n’est rien. Le Mal une forme aiguë du Maldont elle est l’expression, a pour nousje le crois, la valeur souveraine».

[10] M. Blanchot, Lautréamont et Sade. Paris: Éditions de Minuit 1963, 78 : «Si la fureur implique le désir de combattre et la volonté de se libérer, ce désir est “furieux”, c’est-à-dire qu’il n’est pas seulement lutte contre ce mal ou cette “folie”, mais aussi le mal et la folie devenus moyens, passion de lutte».

[11] Βλ. S. Felman, La folie et la chose littéraire. Paris: Seuil 1978.

[12] Γ. Χειμωνάς, απομαγνητοφωνημένο κείμενο από την εκπομπή Μονόγραμμα της ΕΡΤ (https://www.youtube.com/watch?v=6uJeOYYu4uo).

[13] Γ. Χειμωνάς, κείμενο από την ίδια εκπομπή.