BLG – Minimalistic Theme Focused on Readability

EN

Σημείωμα για έναν θάνατο, επικείμενο και συντελεσμένο: Συνομιλίες με τον Νίκο Καρούζο

Μαρία Γεωργούλα

Μνήμη Αγγελικούλας

 

Με το κείμενο αυτό θα επιχειρήσουμε να ρίξουμε λίγο φως στο σκοτάδι του θανάτου. Το κακό εδώ είναι ο θάνατος, πλαίσιο του τραγικού, του αναπόφευκτου, του απροσδιόριστου και του μη κατανοήσιμου. Μια τυπολογία του θανάτου δεν θα παρέλειπε να επισημάνει ότι υπάρχουν φορές που το συγκεκριμένο συμβάν προσλαμβάνει τον χαρακτήρα της επιλογής, της εθελούσιας εξόδου από μια ζωή που δεν προσφέρει ή που διαψεύδει τις συνθήκες βίωσής της. Στη λογοτεχνία και τις υπόλοιπες τέχνες μεγάλη είναι η παράδοση του ρομαντισμού και όσων ηρώων «από έρωτα εκπέσανε». Ας θυμηθούμε και τη συμφιλίωση με το Μηδέν και το Άπειρο, στην οποία μας καλεί ο Καρυωτάκης. Σε άλλες πάντως περιπτώσεις, ο θάνατος συνιστά έξωθεν κολαστική επιλογή, τιμωρία ή ακόμη και ετεροκατευθυνόμενη “εξιλέωση”.

Στα πλαίσια αυτά, βρίσκουμε την ευκαιρία να ανακαλέσουμε μια σκηνή από τον χώρο του κινηματογράφου, για τα εξόχως ειρωνικά της σημαινόμενα: στην ταινία του Marco Bellocchio, Aίμα από το αίμα μου (Sangue del mio sangue, 2015) γινόμαστε θεατές της ιστορικά προσδιορισμένης θεολογικής σχέσης με τον θάνατο (17ος αιώνας και Ιερά Εξέταση) ως τιμωρίας ή αλλιώς ως διόδου προς τη συγχώρεση. Ακούμε, λοιπόν, τον ιερομόναχο, απευθυνόμενο στην υπό εξέταση «δαιμονισμένη», που αλυσοδεμένη περιμένει να τη ρίξουν στη θάλασσα από τον γκρεμό: «Benedetta, αν βυθιστείς στο νερό και το σώμα σου ανεβεί πάλι στην επιφάνεια, αντίθετα από τους νόμους της φύσης, αφού δεν είναι δυνατό με κανένα τρόπο να το αποφασίσεις εσύ αυτό από μόνη σου, αυτή θα είναι η απόδειξη της συμμαχίας σου με τον διάβολο. Αν, όμως, το σώμα σου παραμείνει στον βυθό, σύμφωνα με τους νόμους της φύσης, αυτή θα είναι η απόδειξη της αθωότητάς σου, μολονότι βέβαια υπάρχει ο κίνδυνος της απώλειας της επίγειας ζωής σου, πράγμα που ασφαλώς δεν είναι τίποτα μπροστά στην αιώνια ζωή». Σε κάθε περίπτωση, ο θεολογικός νόμος τείνει να αυτοδικαιώνεται, προγραμματικά και κυνικά.

Μια άλλη κατηγοριοποίηση του θανάτου τον χωρίζει σε μοντέρνο και μη. Η Λίζυ Τσιριμώκου στο δοκίμιό της «Μεταξύ χαράς και πένθους» συμπυκνώνει την ιστορία της πρόσληψης του θανάτου αφενός από τις προνεωτερικές και αφετέρου από τις νεωτερικές δυτικές κοινωνίες, επισημαίνοντας τη διαφοροποιημένη οπτική τους. Οι πρώτες, μέχρι τον 18ο αιώνα, είχαν ενσωματώσει τον θάνατο στη ζωή, τον αποδέχονταν και τον καθιστούσαν δημόσιο συμβάν. Από τον 19ο αιώνα η στάση αυτή αντιστρέφεται, ο θάνατος δαιμονοποιείται, αποκρύπτεται ενώπιον του ασθενή, εξορκίζεται από τη δημόσια σφαίρα, το πένθος μετριάζεται και η απώλεια αποσιωπάται[1]. Αυτή, λοιπόν, η απώθηση της επώδυνης μα λυτρωτικής εντέλει διαδικασίας του πένθους, δεν μπορεί παρά να προκαλεί συνθήκες υπαρξιακής διασάλευσης, γεγονός που συντείνει στο να εκλάβουμε τον θάνατο ως ένα μεγάλο και απροσπέλαστο κακό[2].

Καθότι, όμως, πρόθεσή μας δεν είναι να παρουσιάσουμε μια οριστική τυπολογία του θανάτου ή μια πλήρη ιστορία της πρόσληψής του, έχοντας κατά νου αυτές τις εισαγωγικές επισημάνσεις, μπορούμε να προχωρήσουμε στο ζήτημα προς συζήτηση του παρόντος κειμένου, που δεν είναι άλλο από τον θάνατο ως επικείμενο βίωμα, που εν τη προσωρινή απουσία του καθορίζει το άτομο και, επιπλέον, αποτυπώνεται λογοτεχνικά, άλλοτε από τον μελλοθάνατο και άλλοτε από τον εκάστοτε άλλο. Σημείο αναφοράς θα αποτελέσει η ποίηση του Νίκου Καρούζου (1926-1990), του οποίου η συλλογή Ευρέσεις από κυανό κοβάλτιο (1991), γραμμένη στα πρόθυρα του βιοτικού του τέλους, σηματοδοτεί και τον ποιητικό του επίλογο. To ερώτημα που θα μας απασχολήσει είναι το πώς οργανώνεται ο ποιητικός του λόγος, «οραματιζόμενος τη μη-οραματικότητα»[3] του επερχόμενου και αναγκαίου κακού που καταλύει την ύπαρξη. Από την άλλη, εξετάζουμε, κατά βάση, την ποιητική συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη, Τα δυσεύρετα χρώματα του τέλους (1993), της οποίας η ομώνυμη τέταρτη ενότητα, με τον υπότιτλο «Λεπτομέρειες από τη ζωή και το θάνατο του ποιητή Νίκου Καρούζου», αποτελείται από δεκαεπτά ποιήματα (ή και ποιήματα σε πεζό), όπου θεματοποιείται το τέλος του ποιητή. Ο Πρατικάκης ήταν φίλος, γιατρός, συνομιλητής/ ποιητικός επίγονος του Καρούζου. Τα ερωτήματα που θα μας απασχολήσουν εδώ είναι το τι επιλέγει να διασώσει/απεικονίσει και με ποιον τρόπο.

Με άξονα αναφοράς, λοιπόν, το έργο των δύο ποιητών, εξετάζουμε τη διαφοροποίηση της ποίησης του θανάτου του εαυτού από την ποίηση του θανάτου του άλλου. Ο θάνατος του άλλου είναι πάντοτε διαφορικός, βρίσκεται κοντά, ενδεχομένως πολύ κοντά, αλλά δεν μπορεί ούτε να κατανοηθεί ούτε να γίνει αντικείμενο πραγματικής ενσυναίσθησης, παρά μόνο θέασης. Το υποκείμενο ζει το τέλος του σε όλη του τη μοναξιά και τη μοναδικότητα (ακόμη και αν δέχεται την αγάπη των οικείων του). Παράλληλα, για τους οικείους, ο θάνατος σηματοδοτεί ένα γεγονός που καλούνται να διαχειριστούν, μια απουσία που κάνει διαρκή την παρουσία της, μια απουσία σε διπλό επίπεδο, αφενός της εικόνας που είχε ο οικείος για τον εκλιπόντα και αφετέρου της εικόνας που είχε ο εκλιπών για τον οικείο. Έτσι, λοιπόν, ο οικείος παύει επίσης να υπάρχει και πρέπει να διαχειριστεί ένα διττό κενό, την απουσία του άλλου, αλλά και τη δική του ταυτοτική απουσία. Τα υποκείμενα και οι ταυτοτικές σχέσεις αναγκάζονται να επαναπροσδιοριστούν.

Ο ποιητής Νίκος Καρούζος, κατά την τελευταία διετία της ζωής του νοσηλευόταν σε νοσοκομεία της Αθήνας και του Λονδίνου. Σε συνέντευξή του στον Κωνσταντίνο Θεμελή τον Οκτώβριο του 1989 αναφέρει: «Η πίκρα και η θλίψη είναι συναισθήματα που τα είχα. Δεν τα έχω τα τελευταία χρόνια. Τα δύο- τρία τελευταία χρόνια –να βάλουμε ως αφετηρία τον Μάρτιο του 1986, που είχα μεγάλα προβλήματα με την καρδιά μου και πέρασα σχεδόν όλο τον Μάρτιο του ’86 στην καρδιολογική κλινική της «Σωτηρίας»– από τότε, λοιπόν, έχω γίνει ένας ένθερμος θεατής της ζωής –αλλά ένθερμος. Αυτό που ονόμασα προηγουμένως νεανικό μου στοιχείο. Έτσι, λοιπόν, αν είσαι θεατής –έστω και ένθερμος– της ζωής, βγαίνεις από τη συναισθηματική διαλεκτική της θλίψης και της χαράς, της ευτυχίας και της δυστυχίας, κ.λπ. –είμαι μακριά απ’ αυτά τα πράγματα…»[4].

Μοιραία ανακαλούμε εδώ την καταγραφή του αισθήματος αυτού από τον Maurice Blanchot, όταν ήρθε αντιμέτωπος με τον επικείμενο τουφεκισμό του από τους συνεργάτες των ναζί: «Ούτε ευτυχία ούτε δυστυχία. Ούτε η απουσία του φόβου και ίσως, ήδη, το βήμα προς το επέκεινα […] αυτό το μη αναλύσιμο αίσθημα […]. Μόνο παραμένει το αίσθημα ελαφρότητας που είναι ο ίδιος ο θάνατος ή, για να το πούμε ακριβέστερα, η στιγμή του θανάτου μου που εφεξής πάντοτε εκκρεμεί και επίκειται ανά πάσα στιγμή»[5]. Συμπληρωματικά, για τον Jacques Derrida ο θάνατος κάθε ατόμου έχει ήδη συντελεστεί. «Είμαστε όλοι επιζώντες με αναστολή» επισημαίνει χαρακτηριστικά, βρισκόμενος και αυτός ενώπιον του θανάτου του και δίνοντάς μας τα κλειδιά της αποδομητικής στάσης του προς τη ζωή, μιας στάσης ουσιωδώς καταφατικής: «Μαθαίνεις να ζεις, αυτό θα έπρεπε να σημαίνει ότι μαθαίνεις να πεθάνεις, να λαμβάνεις υπ’ όψιν, για να αποδεχτείς, την απόλυτη θνητότητα (χωρίς σωτηρία, ούτε ανάσταση, ούτε λύτρωση –ούτε για τον εαυτό σου ούτε για τον άλλον)»[6].

Από την άλλη, ο Roland Barthes θεματοποιεί την εμπειρία του θανάτου του άλλου, καταγράφοντας (μεταξύ άλλων συναισθημάτων και σκέψεων) στο Ημερολόγιο πένθους του: «Το να σκέφτομαι, το να γνωρίζω ότι η μαμά είναι νεκρή για πάντα, ολοκληρωτικά («ολοκληρωτικά», κάτι που δεν μπορείς να σκεφτείς παρά δια της βίας και χωρίς να μπορείς να σταθείς επί πολύ σ’ αυτήν τη σκέψη) σημαίνει ότι σκέπτομαι […] ότι κι εγώ θα πεθάνω για πάντα και ολοκληρωτικά. Υπάρχει συνεπώς, σ’ αυτό το πένθος (αυτού του είδους το πένθος, το δικό μου), μια ριζική και νέα εξημέρωση του θανάτου· γιατί πριν δεν ήταν παρά δανεισμένη γνώση (στρεβλή, προερχόμενη από τους άλλους, από τη φιλοσοφία κτλ.), ενώ τώρα είναι η δική μου γνώση»[7].

Έχοντας κατά νου τις παραπάνω στάσεις-κλειδιά ως προς τον θάνατο του εαυτού και του άλλου, ας στραφούμε στο ίδιο το έργο του ποιητή. Ο Καρούζος, ποιητής της απομάγευσης, της απουσίας, αλλά και του απείρου, αφουγκράζεται το αόρατο και το ουσιώδες, στοχάζεται πάνω στην ύπαρξη, στα θεία, στην αιωνιότητα, στην ελευθερία και στην αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου. Η τελευταία του ποιητική συλλογή, Ευρέσεις από κυανό κοβάλτιο[8], είναι και η μόνη εξ ολοκλήρου χρονολογημένη. Γράφτηκε κατά τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του, δόθηκε από τον ίδιο προς έκδοση[9], αλλά εκδόθηκε μετά θάνατον, το 1991. Τα δεκαεννιά ποιήματα της συλλογής συνοδεύονται από χρονοθετήσεις, που εντάσσονται στο χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 1989 μέχρι και τις 13 Σεπτεμβρίου του 1990, δηλαδή δεκαπέντε ημέρες πριν από τον θάνατο του Καρούζου. Οι ημερομηνίες αυτές έχουν λειτουργικό ρόλο, καθότι αποτελούν μέρος της δραματικής συγκυρίας που δίνει και τον τόνο στη συλλογή. Διαπιστώνουμε, λοιπόν, πως προϊόντων των ετών και των προβλημάτων υγείας του, είναι πλέον έκδηλη η βίαιη εισβολή του θανάτου και η ένταση του στοχασμού πάνω στη φθορά και στην κατάλυση της ύπαρξης, πάνω στο οριστικό και ακατάληπτο τέλος –όχι του άλλου πλέον, αλλά του ίδιου του ποιητικού υποκειμένου. Με άλλα λόγια, πρόκειται για το ποιητικό ημερολόγιο ενός μελλοθανάτου, που γνωρίζει και περιμένει το τέλος του, συνεχίζοντας να διψά για ζωή.

Δεν είναι χωρίς σημασία ότι η πιο συχνά επαναλαμβανόμενη λέξη της συλλογής είναι η μοναξιά. Υπαρξιακά μόνος ο ποιητής, θλιμμένος («έρημος είμαι κι ανάβω λυχναράκι θλίψεως», 13), αποτίει οριστικό φόρο τιμής στη ζωή («Τρεχάτε στην αίσθηση! Τρεχάτε! Η ομορφιά είν’ ολούθε.», 8), στον έρωτα («Ο καύσωνας της Εύας είναι ευτυχία./ Ο καύσωνας της φύσεως είναι απελπισία./ Είμαι και στα δύο μέγας υποχείριος», 18), στην ιδεολογία («Μοβ από φτώχεια χωρίς έλεος μοβ από Λένιν.», 7), στην ποίηση («Πάντως όταν αρχίζει το ποίημα/ να γίνεται ύλη/ εκεί είμαι», 11). Άλλοτε σε απόγνωση, άλλοτε τρομαγμένος, βρίσκεται «στην απεκθάμβωση» (22), έχοντας τον θάνατο στο κατώφλι του και αναμένοντάς τον κάθε στιγμή που περνά και που γίνεται πιο βασανιστική: «Πού πας με τόση ομορφιά;/ Στο βάθος θάνατος.» (9), «σχεδόν η φυσική μουσούδα του θανάτου στο μέτωπό μου/ ωσάν άθλιο/ μετέωρο/ λογικό θέσφατο» (20).

H ζωή του, λοιπόν, έχει πλέον μετουσιωθεί σε τραγωδία, που οδηγεί στην πικρή διαπίστωση: «Λυπάμαι αλλά η ζωή καταντά με το θάνατο/ ανυπόληπτη» (19). Ο ποιητής δεν διστάζει να συζητήσει τους όρους του θανάτου του και του άγνωστου που ακολουθεί: «να πήγαινα στον ανοιχτό μου/ τάφο περπατώντας/ να πήδαγα μέσα την ώρα την έσχατη/ και τα φτυάρια στα γρήγορα να με κουκουλώναν έως/ την απώλεια της εικόνας μου.» (25 Ιουνίου 1990· 26) και «Άμα πεθαίνεις έως πού πεθαίνεις;/ Κεντρομόλος φεύγεις φυγόκεντρος έρχεσαι» (25 Αυγούστου 1990· 27). Σημειωτέον, στην κατακλείδα της συλλογής βρίσκεται η μέχρι τέλους πολιτική στράτευσή του, με το προσκλητήριο στον Λέοντα Τρότσκυ, που απολήγει με την προτροπή: «Να μεγαλώνει,/ η φωτιά να μεγαλώνει,/ να γίνετ’ ολοένα ψηλότερη/ εξαρπάζοντας ιαματικά τον πλανήτη.» (13 Σεπτεμβρίου 1990· 30)»[10].

Μια στροφή σε πιο πυκνές, σκοτεινές και πεισιθανάτιες αναφορές λαμβάνει χώρα στα «Σπαράγματα» και στα «Αποσπάσματα», γεγονός που έχει μια παραπάνω βαρύτητα, καθότι πρόκειται για μεμονωμένους στίχους και ανολοκλήρωτα μέρη ποιημάτων, απ’ τα οποία απουσιάζει η συγγραφική εκδοτική πρόθεση. Διαβάζουμε, λοιπόν: «Ο θάνατος ολάνοιχτος που ίσως/ κι από μένα μέλλει να δεχτεί/ το κομψότερο δέρμα.» (35), «Έσομαι αετός και τέλος.» (40), «Ξέρεις τι είναι να ’χεις το θάνατο στα σωθικά;» (45), «Τρόμαγμα σήμερα θανάτου. Πόσο δεν το θέλω να πεθάνω!» (45).

Στις ολιγοσέλιδες στιχουργημένες σελίδες τους η μοναξιά ή «ψυχομοναξιά» (39), ο φόβος και η αναμονή του τέλους, η προετοιμασία της «αμφι-απουσίας» (36), το δέος μπροστά στο άγνωστο, η ελπίδα της ανάστασης («Σήμερα του Λαζάρου. Ελπίζω Θεέ μου, Φύση, Ενέργεια, να με αναστήσεις!», 45), η επιθυμία του αρρώστου για έναν θάνατο κοντά στους οικείους του, «όπου λογουχάρη ο άρρωστος θέλει στο νοσοκομείο την οικογένεια κοντά του και ει δυνατό τα ζώα του» (46), δίνουν το τελικό στίγμα. Ακόμη, με την πικρή πολιτική ειρωνεία του ο Καρούζος, «Ζώνεκρος» (38) πλέον, μας θυμίζει την εξοικείωση με τον θάνατο σε άλλες εποχές και συνθήκες: «Σήμερα και τα διακόσια χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης. Ε, τότενες ο θάνατος ήτανε παγωτό παιδικής καθημερινότητας.» (46). Παράλληλα, αντικρίζει το τέλος του ως δίδαγμα για αυτούς που μένουν πίσω («θα σας κάνω εγώ να μάθετε ζωή», 39), ενώ τον κατακλύζει η ευγνωμοσύνη προς τη γλώσσα και ο φόβος της εξόδου από αυτήν που αποτέλεσε το πάγιο πεδίο των στοχαστικών, παραγωγικών και ποιητικών δοκιμασιών του: «άμα πεθάνω θα ’χω φύγει/ απ’ τη γλώσσα/ και θα ’μαι τρυφερή σιγή» (36). Τέλος, η ποίηση γίνεται η δίοδός του προς την αθανασία, καθώς κάνει τον ύστατο απολογισμό («αφηγήθηκα βάσανα/ σαν κήπους ν’ αφηγήθηκα», 37), διατηρώντας πάντοτε τον φιλοσοφικό προβληματισμό του («Μήπως είναι ο θάνατος δικτατορία; Ή δημοκρατία; Θ’ αφήσω σ’ εκκρεμότητα το ερώτημα.», 45).

Ο ίδιος δραματικός τόνος απαντάται και στις ζωγραφικές αποτυπώσεις του Καρούζου κατά την ίδια περίοδο. Η ζωγραφική του αποτελεί συνέχεια της καλλιτεχνικής του φωνής, παρότι ο ίδιος δεν αποδεχόταν τον χαρακτηρισμό του ζωγράφου. Με έντονες αποχρώσεις και αφαιρετικά σχήματα οπτικοποιεί τα μοβ, τα μαβιά, τα μπλε και όλα τα άλλα χρώματα της γραφής του, χωρίς ωστόσο να αποτελεί η ζωγραφική απαραίτητο στοιχείο για την είσοδο σε αυτή. Στις Ευρέσεις από κυανό κοβάλτιο παρεμβάλλονται μεταξύ των ποιημάτων τέσσερα σχέδια του Καρούζου. Η απουσία χρώματος στα σχέδια συστοιχίζεται με τη συγχρονική απουσία χρώματος στη ζωή και στην ποίησή του. Οι έντονες χρωματικές αποχρώσεις και οι ανθογραφίες του παρελθόντος αντικαθίστανται πλέον από ασπρόμαυρα σχέδια, που επιτονίζουν την παρουσία του μαύρου. Τα τρία πρώτα εξ αυτών φέρουν και λεκτικές επεξηγήσεις: μια εξώθυρα στο Λονδίνο από την περίοδο της νοσηλείας του, μια αφιέρωση στη σύντροφό του Εύα Μπέη, μια ακόμη ενός χαρταετού στην Ακρόπολη προς τον γιατρό και φίλο του Θάνο Κωνσταντινίδη. Στήλες –απομεινάρια ίσως ναών, σχήματα αφαιρετικά και απροσδιόριστα. Οι εικόνες συγκεκριμενοποιούνται και μετουσιώνονται σε ό,τι δηλώνει το λεκτικό μήνυμα ή, με τα λόγια του Roland Barthes, η «αγκύρωση», που προσφέρει η γλώσσα, έχει τη λειτουργία της «επιλεκτικής διασάφησης»[11].

Ήρθε, όμως, η στιγμή να περιηγηθούμε στο πεδίο του άλλου. Ο Μανόλης Πρατικάκης πραγματώνει μια ποιητική συνομιλία με τον Νίκο Καρούζο, ανακαλώντας και αναπλάθοντας προσωπικές του μνήμες από τη ζωή και το έργο του ποιητή. Στα δεκαεφτά ποιήματα από την ομώνυμη τέταρτη ενότητα της συλλογής Τα δυσεύρετα χρώματα του τέλους[12], της οποίας και ο τίτλος φαίνεται να παραπέμπει στη γραφή του Καρούζου και στα εικαστικά του χρώματα –δυσεύρετα πλέον–, παρουσιάζει τον ποιητή σαν μυθοπλαστική περσόνα, χωρίς να κρύβει τον θαυμασμό και το δέος του. Τα ποιήματα, εκτός από μνήμες, διαπερνώνται και από το ποιητικό έργο του Καρούζου, καθώς ο Πρατικάκης άλλοτε κάνει χρήση λέξεων χαρακτηριστικών της καρουζικής ποιητικής και άλλοτε αναπλαισιώνει στίχους και πεδία αναφοράς του. Με το «κοβάλτιο», το «άναρθρο», το «κενό», τα «όντα», την «ύπαρξη», τη «λευκότητα», τον «ουρανό» συνιστάται ένα πρώτο επίπεδο γλωσσικής οικειοποίησης/ συνομιλίας με το έργο του Καρούζου. Στα ποιήματα του Πρατικάκη, ο Καρούζος βιώνει το τέλος της ζωής του, κατά τους χαρακτηριστικούς τρόπους του, ενώ η υπενθύμιση του θανάτου είναι διαρκώς παρούσα. Χρησιμοποιώντας πρωτοπρόσωπο αφηγητή, κάποτε προσωπείο του Καρούζου, συνήθως όμως του ιδίου, αλλά και β’ ενικό απεύθυνσης στον Καρούζο, ο Πρατικάκης διερευνά τους τρόπους έντασης της δραματικότητας.

Έχουμε, λοιπόν, εικόνες της δοκιμασίας του Καρούζου, στιγμές από τη νοσηλεία του, αναμνήσεις από τις παλαιότερες συναντήσεις των ποιητών. Πάγια σε όλα αυτά παρουσιάζεται η στοχαστικότητα, η δίψα του για παρατήρηση, για ποίηση και για γράψιμο. Ταλαιπωρημένος, με τις δυνάμεις και τις ελπίδες του να σβήνουν, μα γενναίος και αξιοπρεπής, προσπαθεί να ζήσει όπως πρώτα, νοσταλγεί και δεν υποτάσσεται στην αρρώστια, εκνευρίζεται και διεκδικεί να ορίσει ο ίδιος τον θάνατό του: «Σας το είπα, μπορείτε να μου κάνετε ενδοφλέβιες/ εξ ουρανού; […]/ Προς Θεού, κυρίες μου, βιαστείτε. Φτιάχτε το γιακά μου/ λιγάκι· κι αρωματίστε το άθλιο ετούτο πέρασμα/ μια στάλα. Λέω να μη μ’ εύρει του θανάτου το φλας,/ να μην αστράψει σε σώμα εξαχρειωμένο. […]/ Έχετε γεια.» (106). Το πάθος του για ζωή εναλλάσσεται με το πάθος για τη νέα αυτή εμπειρία του θανάτου («Να μυρίζει με το ίδιο/ πάθος νεκρολούλουδα και ερωτολούλουδα.», 107), ενώ δεν απουσιάζουν και στίχοι που αποπνέουν το αίσθημα μιας βαθιά βιωμένης απόγνωσης («Tώρα εδώ τελειώνω. Το σώμα μου ας είναι/ το τελευταίο κείμενο.», 114), που άλλοτε μετουσιώνεται σε αποστασιοποίηση και απάθεια: «Συμπληρώνοντας κενά, συνδέοντας/ τα στάδια αποτυπώνει στο πρόσωπο τη στάση/ του αυριανού/ νεκρού. Εκείνο το αμήχανο και άπορον/ της έκφρασης περιμένοντας τη λέμβο,/ αλλά μόνο σαν όνειρο.» (102).

Ο Πρατικάκης δίνει έμφαση στην καθοριστική ποιητική παρουσία του Καρούζου, στην επιρροή που συνιστούσε για τους συνομιλητές του: «Με δύο φράσεις πάλι/ εκχερσώνει το μικρό μας σύμπαν.» (107), «Ω, μην ξυπνάτε αυτόν που έκανε στίχους τα οστά του/ και τα πέταξε στα σκυλιά./ Εκείνος θα ’ρθει αύριο να μας ξυπνήσει.» (110) και «Νεκροψία οι λέξεις του στα γεγονότα./ Τι μεγάλος ζογκλέρ! Κάθε παιχνίδι/ το ’νιωθε να είναι ο μεγάλος Τελικός./ (Παγκόσμιο ταλέντο που το είχε ο άτιμος στο θάνατο.)/ […] μαχόμενος πάντα/ στη μικρή περιοχή της ιστορίας» (108). Το ποιητικό ζην του Καρούζου δίνεται κάποτε με μια αίσθηση πικρού χιούμορ: «Μου λέει: άραγε θα βρω εκδότη εκείθε;» (112). Ο Καρούζος του Πρατικάκη δεν παύει να ζει ποιητικά ούτε μετά θάνατον, δεν αλλάζει συνήθειες, σαν να έχει καταφέρει να επιβληθεί στη λήθη της μεταθανάτιας ζωής. Στο ποίημα «ΧΙV. Η έξωση», o Καρούζος ομιλεί σε α’ πρόσωπο στους νεκρούς συγκατοίκους του (ή μήπως σε ζωντανούς που νομίζουν ότι ζουν;), δηλώνοντας πως ακολουθεί τις χαρακτηριστικές του συνήθειες, αρνούμενος να απολέσει την προσωπικότητά του: «Τις κακόφημες ώρες περνώ απ’ το μπαρ. Βοσκάω/ τα χτυπημένα ελάφια. Φορώ φθαρμένα ρούχα και/ καπνίζω. Δεν άλλαξα, βλέπετε, συνήθειες, όπως/ κι εσείς. Μετά την έξωση μονάχα άλλαξα υπόγειο.» (113).

Ας σταθούμε, όμως, στο ζήτημα του χιούμορ: «Κι ένα βράδυ “παρντόν” του λέει η δέσποινα/ των κήπων. “Μα τι λέτε, Κυρά μου. Εγώ περιμένω/ να μου ζητήσει συγγνώμη ο θάνατος” είπε/ κι έστριψε στα υπόγεια των ουρανών.» (112). Εδώ ο Πρατικάκης ανακαλεί και αναπλαισιώνει, επιτείνοντας την κωμική διατύπωση, ένα απόσπασμα από την καταληκτική συλλογή του Καρούζου, στο οποίο ο ποιητής σημειώνει με περίσσιο μαύρο χιούμορ: «Mε σκούντησε κάποιος στο δρόμο και μου λέει συγγνώμη. Η δική μου απάντηση: Άνθρωπέ μου, εγώ περιμένω να μου ζητήσει συγγνώμη ο θάνατος.» (46). Το χιούμορ του Καρούζου στην ύστατη στιγμή συνιστά μηχανισμό ψυχικής άμυνας και αποστασιοποίησης από την τραγικότητα του βιώματος και από τη θέαση του άγνωστου πεδίου, που αυτό συνιστά. Εν προκειμένω, το Εγώ δεν κερδίζει μόνο ψυχική δαπάνη από τη μη εξωτερίκευση ενός οδυνηρού συναισθήματος και από το κέρδος της ευχαρίστησης που του προσφέρει το χιούμορ, κατά τη φροϋδική θεώρηση[13], αλλά ανακτά επιπλέον τη χαμένη του κυριαρχία. Πρόκειται για μια πράξη αυτοδιαχείρισης της ζωής και του θανάτου. Ο Πρατικάκης, επιλέγοντας να αναπλαισιώσει το συγκεκριμένο απόσπασμα, συγκρατεί την εικόνα του αποστασιοποιημένου και ακατάβλητου Καρούζου.

Tέλος, ο Πρατικάκης, δίνει νέα πνοή σε τρόπους και στοχασμούς του Καρούζου. Σε αυτά τα πλαίσια διαβάζουμε, για παράδειγμα, το χωρίο «Με χέρι μαραμένο κρατάει το τσιγάρο, βα-/ρύ από στάχτη, σημάδι πως δεν ονειρεύεται καμιάν Ιθάκη» (100), ανακαλώντας το ποίημα του Καρούζου: «Ιθάκη δεν υπάρχει, Πηνελόπη,/ και οι μνηστήρες είναι/ μια δική σου μουσική· χωρίς οργανοπαίχτες.»[14].

Προτού ολοκληρώσουμε το παρόν κείμενο, θα αναφερθούμε συμπληρωματικά στη συμβολή δύο ακόμη λογοτεχνών –ενός συγχρόνου του Καρούζου και ενός επιγόνου του– στον ανοικτό, μεταθανάτιο διάλογο, που συμπυκνώνει και αναπλαισιώνει τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του και που προσφέρεται ως δώρο εις μνήμην. Σε πρώτο πλάνο, ανακαλούμε το ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη «Για τον Νίκο Καρούζο», που γράφεται μεταξύ του Οκτωβρίου του 1990 και του Ιανουαρίου του 1991 και, επίσης, μυθοποιεί τις αγαπημένες καρουζικές συνήθειες, καθώς και το προσωπικό του ήθος: «Καημένε Νίκο/ τι ζωή ήταν κι αυτή/ κατατρεγμένος από τους Κατσιμπαλήδες/ οι πλούσιοι φτύναν πάνω στη φτώχεια σου/ όμως εσύ καλά έκανες/ έπινες τα ουζάκια σου/ κι όλους αυτούς τους μούντζωνες/ και πριν να φύγεις/ πρόφτασες κι αρπάχτηκες/ από ένα κάτασπρο σύννεφο/ από ψηλά τώρα από το σύννεφο αυτό κοιτάζεις/ την αθανασία σου.»[15].

Σε δεύτερο, μεθύστερο πλάνο, o Νώντας Τσίγκας στο διήγημα «Requiem (Τρεις Επιτάφιοι κι ένας… Τέταρτος)» φαντάζεται τον Καρούζο άρρωστο, μα πάντα αξιοπρεπή, στο υπόγειό του, να καπνίζει με την παρουσία της συντρόφου του, μπροστά στην παλιά γραφομηχανή και στα φάρμακά του, να ακούει Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ στο πικάπ, να ετοιμάζεται να πάει στην περιφορά του Επιταφίου της Μεγάλης Παρασκευής και, παράλληλα, να παρατηρεί τα πόδια των περαστικών, ως ένθερμος θεατής της ζωής: «Από τόσο χαμηλά λοιπόν βλέπει ο ποιητής. Και τόσο χαμηλά η πολυπληθής Αθήνα, των αρειμάνιων καταναλωτών ευτυχίας και των πνευματικώς αργόμισθων, έχει ορίσει να κατοικούν η ποίηση και η μουσική. […] Μα δεν μισεί τίποτα απ’ όλα αυτά κι ούτε υποφέρει. Απλώς αδιαφορεί.»[16].

Επιλογικά, θα θέλαμε να επισημάνουμε πως, είτε μέσω ανταποκρίσεων είτε μέσω οφειλών ή συνεχειών, η ιδιαίτερη παρουσία του Καρούζου στη ζωή και στα γράμματα έχει περάσει στο πεδίο του μυθικού και του θαυμαστού ήδη από την επομένη (ή ίσως και νωρίτερα) του θανάτου του. Μέσα από τα κείμενα αυτά ο αναγνώστης καταλαμβάνεται από το στίγμα που έχει αφήσει ο ποιητής στους πραγματικούς ή νοητούς οικείους του, από την ποιητική και βιοτική του κληρονομιά. Πρόκειται για ένα είδος ντεριντιανής επιζωής. Ο άλλος ως νοητός συνομιλητής, στην απόσταση που του προσφέρει η συνθήκη, καταγίνεται με την αφιερωματική γραφή, επιτείνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την πνευματική παρουσία του Καρούζου, όχι μονάχα στα πλαίσια του αναφερόμενου, αλλά και στην ίδια τη διαδικασία της γραφής, ως επιγονικής της δικής του. Το τέλος, τόσο του ποιητή όσο και της γραφής του, ανοίγεται στο άπειρο.

 

Η Μαρία Γεωργούλα είναι Μεταπτυχιακή φοιτήτρια Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας του Α.Π.Θ.

 


[1] Λ. Τσιριμώκου, «Μεταξύ χαράς και πένθους», στο: Εσωτερική ταχύτητα. Αθήνα: Άγρα 2000, 287-301.

[2] Για τη λειτουργία του πένθους και τη διαφοροποίησή του από τη μελαγχολία, βλ. Σ. Φρόιντ, Πένθος και μελαγχολία, μτφ. Ν. Χρηστίδης. Έδεσσα: Principia 2016.

[3] Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, 2: 1979-1991. Αθήνα: Ίκαρος 2007, 175.

[4] Κ. Α. Θεμελής, Η Θεία Βλακεία: Η τελευταία συνέντευξη του Νίκου Καρούζου. Αθήνα: Ίνδικτος 2001, 21.

[5] M. Blanchot, Η στιγμή του θανάτου μου, μτφ. Β. Μπιτσώρης. Αθήνα: Άγρα 2000, 10-11.

[6] J. Derrida, Μαθαίνοντας να ζεις εν τέλει, μτφ. Β. Μπιτσώρης. Αθήνα: Άγρα 2006, 27.

[7] R. Barthes, Ημερολόγιο πένθους, μτφ. Κ. Σχινά. Αθήνα: Πατάκης 2016, 134.

[8] Ν. Καρούζος, Ευρέσεις από κυανό κοβάλτιο. Αθήνα: Ίκαρος 1991. Για τη συγκεκριμένη συλλογή στις παραπομπές μας χρησιμοποιούμε αυτή την έκδοση, καθότι από τη συγκεντρωτική (Τα ποιήματα, 2) απουσιάζουν τα σχέδια και το κατατοπιστικό εκδοτικό σημείωμα.

[9] Όπως πληροφορούμαστε από το εκδοτικό σημείωμα (49), εξαίρεση ως προς τη συγγραφική πρόθεση αποτελούν τα επιπρόσθετα «Σπαράγματα» (ονομασία του Καρούζου για τους διάσπαρτους στίχους του) και τα «Αποσπάσματα» από το Ημερολόγιο της δοκιμασίας, τα οποία συνέλεξαν και επιμελήθηκαν οι Εύα Μπέη, Ευγένιος Αρανίτσης και Μαίρη Μεϊμαράκη. Ακόμη και ο τίτλος της συλλογής είχε δοθεί από τον ποιητή.

[10] Παρουσιάζοντας τη δεδηλωμένη συγγραφική πρόθεση αυτού του ημιτελούς ποιήματος, που ο Καρούζος υπαγόρευσε στη σύντροφό του, ο Σάββας Μιχαήλ σημειώνει: «Ακολουθούν τα άγραφα μέρη. Το “χρονικό των επαναστατών”, όπου θα αντιπαρέθετε, σύμφωνα με τα δικά του λόγια, την “κοπερνίκεια διαρκή επανάσταση” στον “πτολεμαϊσμό του άξεστου δολοφόνου”, το γεωκεντρισμό του σταλινικού “σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα”. Μετά, η “αφήγηση”. Στο άγραφο αυτό μέρος, ο ποιητής θα βρισκόταν δεκατεσσάρων χρόνων στην παραλία του Ναυπλίου, ενώ ο κομμουνιστής δάσκαλος πατέρας του φέρνει στο σπίτι τις εφημερίδες με τις ειδήσεις και το μαντάτο του φονικού στο Μεξικό». «Μοβ από φτώχεια χωρίς έλεος. Μοβ από Λένιν», στο: Χ. Κωνσταντάκη (επιμ.), Για τον Νίκο Καρούζο (Συμπόσιο: Αθήνα 21-23 Οκτωβρίου 1993). Αθήνα: Ίκαρος 1996, 43-54, 52.

[11] R. Barthes, Εικόνα – μουσική – κείμενο, μτφ. Γ. Βέλτσος. Αθήνα: Πλέθρον 1988, 48.

[12] Μ. Πρατικάκης, «4. Τα δυσεύρετα χρώματα του τέλους», Ποιήματα 1984-2000. Αθήνα: Μεταίχμιο 2003, 99-116. Oι παραπομπές μας γίνονται στη συγκεκριμένη έκδοση. Ας σημειωθεί ότι η ενότητα πρωτοεκδίδεται στο: Μ. Πρατικάκης, Τα δυσεύρετα χρώματα του τέλους, Αθήνα: Ίκαρος 1993, 15-34, ως η δεύτερη ενότητα της συλλογής, ενώ συμπεριλαμβάνεται και στο: Χ. Κωνσταντάκη (επιμ.), Για τον Νίκο Καρούζο, 63-79.

[13] Βλ. S. Freud, Το ευφυολόγημα και η σχέση του με το ασυνείδητο/ Το χιούμορ, μτφ. Λ. Σιπητάνου & Γ. Σαγκριώτης. Aθήνα: Πλέθρον 2009, 309-316.

[14] Ν. Καρούζος, Θρίαμβος χρόνου. Αθήνα: Απόπειρα 1997, 11.

[15] Μ. Σαχτούρης, «Έκτοτε», Ποιήματα (1980- 1998). Αθήνα: Κέδρος 2001, 83. Ας σημειώσουμε ότι με το εν λόγω ποίημα άνοιξε το «Συμπόσιο Νίκου Καρούζου» όπως και ο τόμος που κυκλοφόρησε στη συνέχεια: Χ. Κωνσταντάκη (επιμ.), Για τον Νίκο Καρούζο.

[16] N. Τσίγκας, Εποχιακός διανομέας. Θεσσαλονίκη: Πανοπτικόν 2013, 50-51.