BLG – Minimalistic Theme Focused on Readability

EN

"Δὲν λέγομεν ὅτι οἱ ἄνθρωποι τοῦ τόπου ἦσαν ἐκτάκτως κακοί. Ἀλλοῦ ἴσως εἶναι χειρότεροι": Για τους “καλούς” που διαπράττουν το “κακό” στα σκιαθίτικα διηγήματα του Α. Παπαδιαμάντη

Μαρία Αποστολίδου

Με την παραπάνω φράση από τον «Βαρδιάνο στα σπόρκα» (1893)[1], ο αφηγητής χαρακτηρίζει τους μικροεμπόρους, τους μεσάζοντες και τους εργολάβους της Σκιάθου, οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι την έκτακτη συρροή θυμάτων ή πιθανών θυμάτων της χολέρας στο λοιμοκαθαρτήριο του γειτονικού νησιού, σπεύδουν να επωφεληθούν, χτίζοντας μαζικά πρόχειρα καταλύματα και πουλώντας πανάκριβα, είδη πρώτης ανάγκης. Οι συνθήκες διαβίωσης στο λοιμοκαθαρτήριο περιγράφονται με όρους εσχατολογικούς, αποκαλυπτικούς, με όρους κόλασης: παραπήγματα που καταρρέουν και καταπλακώνουν τους ενοίκους τους με την πρώτη κακοκαιρία, συνωστισμός, αισχροκέρδεια, θάνατοι από τη χολέρα και κυρίως από την πείνα, τη δίψα και τις κακουχίες, γενικευμένη δυσπιστία και διχόνοια τόσο μεταξύ των παρεπιδημούντων το νησί του λοιμοκαθαρτηρίου, όσο και μεταξύ αυτών και των κατοίκων της Σκιάθου. Και βέβαια, στο σημείο αυτό, παρεισφρέει η κοινωνική κριτική και η μόνιμη ειρωνεία με την οποία ο Παπαδιαμάντης αντιμετωπίζει τις εκάστοτε αρχές, καθώς η προαναφερθείσα ανεξέλεγκτη και απάνθρωπη κατάσταση αποδίδεται στην αβελτηρία της ελληνικής κυβέρνησης. Ωστόσο, η απουσία της “άνωθεν” οργάνωσης και μέριμνας δεν αποσοβεί το ζήτημα της προσωπικής ευθύνης των “κάτω”, το οποίο παραμένει ανοιχτό και φλέγον.

Η εκμετάλλευση των ασθενών του λοιμοκαθαρτηρίου από τους εμπόρους και τους λοιπούς επιχειρηματίες της Σκιάθου αποτελεί μία από τις πάμπολλες περιπτώσεις, στο διηγηματογραφικό έργο του Παπαδιαμάντη, κατά τις οποίες, το κακό, όσο βαρύ κι αν είναι, διαπράττεται από απλούς καθημερινούς ανθρώπους, οὔτε ἀγ[ίους] οὔτε φύσει κακούργ[ους], απλώς, ἁμαρτωλ[ούς], ὑποπεσόντ[α]ς κατὰ κόρον εἰς τὰ συνήθη καὶ κοινὰ παρὰ πᾶσι πταίσματα[2]. Άλλωστε, δεν θα μπορούσε να γίνει και διαφορετικά, δεδομένου ότι από τις τάξεις αυτών των συνηθισμένων ανθρώπων, ο Παπαδιαμάντης αντλεί συστηματικά τους ήρωες των διηγημάτων του. Επομένως, στον Παπαδιαμάντη το ηθικό κακό, δηλαδή το κακό που πηγάζει από τις πράξεις και τις σκέψεις των προσώπων[3], είναι κατά βάση «κοινόχρηστο»· δράστες είναι οι απλοί νησιώτες (στην περίπτωση των σκιαθίτικων διηγημάτων), οι οποίοι δεν διαθέτουν δαιμονική ή νοσηρή προσωπικότητα, ενώ οι αμαρτίες ή ακόμα και τα εγκλήματά τους όχι μόνο δεν απειλούν τη συνοχή και την ίδια την ύπαρξη της κοινότητας, αλλά, επιπλέον τους οδηγούν στην πλήρη εναρμόνιση με την κοινότητα, με έναν κόσμο διαρκών ερίδων, ανταγωνισμών, συμφερόντων και αδικιών[4]. Το γεγονός ότι τα πρόσωπα αυτά δεν είναι ιδιαζόντως απεχθή, δεν σημαίνει ότι είναι και ενάρετα. Σε ορισμένα σκιαθίτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη όμως, απαντάται και μια σειρά ηρώων που υποκύπτουν στην αμαρτία, για τους οποίους δηλώνεται ρητά είτε ο, κατά τα άλλα, ακέραιος χαρακτήρας τους, είτε η καλή σχέση που διατηρούσαν με τα θύματά τους. Αυτοί οι ήρωες θα μας απασχολήσουν στην παρούσα εργασία.

Η εστίαση σε σκιαθίτικα και όχι και σε αθηναϊκά διηγήματα οφείλεται στο γεγονός ότι η Σκιάθος, το προσφιλές νησί της νοσταλγίας, της ελευθερίας και του μυστηριακού φυσικού κάλλους, ο κατεξοχήν locus amoenus για τον Παπαδιαμάντη, εξελίσσεται παράλληλα ως ένας τόπος, όπου τα ανθρώπινα πάθη οξύνονται και εξωθούνται στα άκρα, με ολέθριες συνέπειες. Σύμφωνα με την οξυδερκή παρατήρηση του Α. Κοτζιά, οι δολοφονίες και οι απόπειρες ή τα, ματαιωμένα έστω, σχέδια για τον φόνο κάποιου προσώπου στην πλειονότητά τους πραγματοποιούνται στη Σκιάθο[5]. Επίσης, οι διάφορες καταστροφικές ανθρώπινες ροπές, όπως η απληστία, ο αλκοολισμός, η χαρτοπαιξία, ο φθόνος, η καταλαλιά ή η ματαιοδοξία περιγράφονται με σαφώς μεγαλύτερη ενάργεια και δραματικότητα στα σκιαθίτικα απ’ ό,τι στα αθηναϊκά διηγήματα. Το λέει, άλλωστε, και ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης στους «Ελαφροΐσκιωτους»: Μικρὸν χωρίον, μεγάλη κακία. Τὸ μῖσος ἐμαίνετο, καὶ μαινόμενον ἐβασίλευεν, ἐν μέσῳ οἰκογενειῶν καὶ ἀτόμων. Ἐκυκλοφόρει εἰς ὅλας τὰς ἀρτηρίας, εἰς ὅλας τὰς φλέβας τῆς μικρᾶς κοινωνίας[6].

Η ανάγνωσή μας δεν είναι χρονολογική, αλλά θεματική και εκκινεί από διηγήματα που θεματοποιούν την ανατροπή των καλών σχέσεων και την ανάδυση μεμπτών συμπεριφορών εντός μιας οικογένειας. Έτσι, στην «Τύχη απ’ την Αμέρικα» (1901), ο έπηλυς Θανάσης, πολλά χρόνια ξενιτεμένος στην Αμερική και, πλέον ευκατάστατος πλην όμως βαριά άρρωστος, πέφτει θύμα της ματαιοδοξίας και της μεγαλομανίας της μητέρας και της αδερφής του, της απληστίας του μεγάλου του αδερφού, Στάθη, και της αδιαφορίας του πατέρα του. Άπαντες, γονείς, αδέρφια, γαμπροί ενδιαφέρονται για την εξαργύρωση των επιταγών του Θανάση, για τη συμφέρουσα διανομή των μετρητών, για την προικοδότηση της μονάκριβης αδερφής, για την επίδειξη της πρόσφατης ευμάρειας στους συγχωριανούς και για την τέλεση ενός εντυπωσιακού και θορυβώδους γάμου. Η μητέρα, συνεπαρμένη από την απρόσμενη “καλή τύχη” της κόρης της, προσχηματικά μόνο ενδιαφέρεται για τον καταβεβλημένο από τη φθίση γιο της, ενώ η παρουσία του πατέρα είναι εντελώς ισχνή[7]. Η αδερφή του Θανάση, προσπαθεί με επιτηδειότητα και προσποιητή γλυκύτητα να τον πείσει να της δώσει κι άλλα χρήματα, ενώ ο Στάθης, ο καλὸς καὶ φρόνιμος ἄνθρωπος[8], δεν διστάζει να κλέψει το πορτοφόλι του ετοιμοθάνατου πια αδερφού του, έτσι ώστε να μην τον προλάβει η αδερφή του.

Στο «Νησί της Ουρανίτσας» (1902) πάλι, τονίζεται το γεγονός ότι η συγκατοίκηση της Ουρανίτσας με τη μέλλουσα πεθερά της, τη Μπερνίτσα, κυλούσε αρμονικά και ευχάριστα και ότι οι σχέσεις της πεθεράς με τη μητέρα της Ουρανίτσας ήταν αγαστές (ἡ Οὐρανίτσα […] ἐζοῦσε πολὺ ἀγαπημένα μὲ τὴν πεθερά της. Κ᾽ ἡ συμπεθέρα μὲ τὴν μάννα μου εἶχαν ἀγάπες, κι ὅλοι ἦσαν χαρούμενοι[9]). Παρ’ όλα αυτά, η μεταστροφή της Μπερνίτσας, όταν ακούει την Ουρανίτσα να ομολογεί ότι είχε προγαμιαίες σχέσεις με τον γιο της και ότι είχε μείνει έγκυος, είναι άμεση. Θεωρώντας ότι η νύφη της είναι μοιχαλίδα, της υποδεικνύει με σκληρότητα τη λύση της αυτοκτονίας, διαγράφοντας μονομιάς την πρότερη συμπάθεια. Η κοπέλα υπακούει· το άψυχο σώμα της διαπομπεύεται ως μίασμα και ενταφιάζεται εκτός χριστιανικού νεκροταφείου, στο ομώνυμο ερημονήσι.

Ως πιο αναπάντεχη ανατροπή θεμελιακών και δεδομένων οικογενειακών σχέσεων στα διηγήματα που εξετάζουμε θεωρούμε την αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας της μικρής Αρετής από τον ίδιο της τον πατέρα, στη «Στοιχειωμένη καμάρα» (1904). Ο αναγνώστης μένει έκθαμβος μπροστά στη σχεδόν κινηματογραφική περιγραφή της απόπειρας: κατά τη διάρκεια μιας εξόρμησης με τη βάρκα, πατέρας και κόρη φτάνουν σε ένα σημείο όπου τα νερά είναι καταγάλανα και ο βυθός γεμάτος από γυαλιστερά κοχύλια και μικρά ψάρια. Ο πατέρας, σε παιγνιώδη και ευχάριστο τόνο, παρακινεί την κόρη του να σκύψει και να κοιτάξει τον βυθό. Ταυτόχρονα, κινείται προς το μέρος της, με αποτέλεσμα η βάρκα να γείρει απειλητικά προς τη θάλασσα. Το παιδί πανικοβάλλεται και προσπαθεί να κρατήσει ισορροπία, ενώ ο πατέρας εξακολουθεί να το πιέζει λεκτικά και σωματικά να κοιτάξει προς τον πυθμένα της θάλασσας. Ωστόσο, τελευταία στιγμή, πριν σπρώξει αποφασιστικά και οριστικά την Αρετή, αναβάλλει το σχέδιό του. Εκνευρισμένος, κωπηλατεί προς την κοντινή ακτή και εγκαταλείπει εκεί το τρομαγμένο κορίτσι. Αργότερα, όταν πια η Αρετή φτάνει σε ηλικία γάμου, ο πατέρας της επιχειρεί, πάλι δίχως αποτέλεσμα, να διαβάλει την τιμή της στον μέλλοντα σύζυγό της. Πρόκειται για ακόμα έναν ανάξιο και ύπουλο πατέρα[10], άθυρμα της δεύτερης συζύγου του και μητριάς της Αρετής, ο οποίος, προκειμένου να μην εναντιωθεί στο άσβεστο μίσος της μητριάς προς την προγονή, δεν διστάζει να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή και την αξιοπρέπεια του ίδιου του του παιδιού[11].

Η «Γλυκοφιλούσα» (1894) και ο «Θάνατος κόρης» (1907) αποτελούν άλλη μια κατηγορία διηγημάτων, στα οποία οι ήρωες είναι ή θα αναμενόταν να είναι “καλοί”. Πρόκειται για περιπτώσεις αγαθών γυναικών, οι οποίες, σε ένα σπάνιο ξέσπασμα θυμού, εκστομίζουν, με αξιοσημείωτη αγριότητα, κατάρες προς τις κόρες τους· και στα δύο διηγήματα, οι κόρες πεθαίνουν. Η θεια-Αρετώ η Χρονιάρα, καλὴ χριστιανή που δὲν εἶχε κάμει κακὸ εἰς καμμίαν γειτόνισσαν και που δὲν ἦτο στρίγλα[12], ανελλιπώς δίδασκε την κόρη της να είναι ευσεβής, να μη ζηλεύει, να μη βλαστημά και να μην κακολογεί κανέναν. Ωστόσο, την ημέρα του γάμου της κόρης, εκνευρισμένη ίσως από τις απαιτήσεις του γαμπρού όσον αφορά την προίκα και από την ουδέτερη στάση της νεαρής, την καταράστηκε να πεθάνει μέσα στον χρόνο. Πριν εκπνεύσει ο χρόνος, η κόρη της θειας-Αρετώς πέθανε λεχώνα, ενώ μετά από λίγες μέρες, την ακολούθησε και το νεογέννητο παιδί της. Το όλο γεγονός συνοψίζεται δραματικά μέσα από ένα εύγλωττο πολυσύνδετο σχήμα: Καὶ ὅμως ἡ γραῖα δὲν ἦτο κακῆς ψυχῆς· καὶ ὅμως εἶχε καταρασθῆ τὴν κόρην της «νὰ μὴν τὴν εὕρ᾽ ὁ χρόνος!» Καὶ δὲν τὴν ηὗρεν ὁ χρόνος[13]. Σε ανάμνηση της κατάρας καθώς και της στερεοτυπικής φράσης με την οποία η θεια-Αρετώ ξεκινούσε τις συμβουλές προς την κόρη της (Ζήσῃς χρονίσῃς, θυγατέρα), που θα μπορούσε να εκληφθεί και ως μια αφηγηματική προοικονομία της κατάρας που θα επακολουθούσε, οι συγχωριανές τής προσέδωσαν το παρωνύμιο Χρονιάρα.

Εξίσου απροσδόκητη είναι η έκρηξη και η φοβερή κατάρα της κυρα-Σοφούλας προς την κόρη της, Σειραϊνώ, στο «Θάνατος κόρης». Αγανακτισμένη από τις συνεχείς έριδες της κόρης με τη νύφη της και παρασυρμένη από υπερβάλλοντα ζήλο, όσον αφορά τη φιλοξενία της νύφης στο σπίτι της, καταριέται τη Σειραϊνώ να πεθάνει. Μάλιστα, η κατάρα εκσφενδονίζεται κατά της Σειραϊνώς, ύστερα από συκοφάντησή της εκ μέρους της νύφης της και κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης, την οποία η άτυχη κοπέλα δεν είχε καν προκαλέσει. Σημειωτέον ότι: η κυρα-Σοφούλα ἦτον ἡ εὐγενεστέρα, ἡ χρηστοτέρα γυνὴ τοῦ τόπου, ἡ πρώτη οἰκοκυρὰ τοῦ χωρίου. Τὸ πρόσωπόν της ἦτο εἰκὼν πρᾳότητος καὶ ἐγκαρτερήσεως, ὅλον μειδίαμα καὶ γλυκύτης. Τὰ χείλη της ἔσταζαν μέλι ἀνόθευτον, ἀμιγές. Δὲν ἤξευρεν ὑπερμέτρους, κιβδήλους φιλοφρονήσεις. Δὲν ἠγάπα τὴν ἐπίδειξιν. Αἱ ἐλεημοσύναι της ἦσαν κρυφαί, οἱ τρόποι της ἁπλοῖ, ἐγκάρδιοι. […] Ἦτον πλήρης ἁπλότητος, πρᾳότητος καὶ μετριοφροσύνης[14]. Σύμφωνα με μια παρατιθέμενη στο κείμενο λαϊκή αντίληψη, οι κατάρες των γυναικών που δεν καταριούνται συχνά, είναι αυτές που πραγματοποιούνται. Πράγματι, η Σειραϊνώ, μετά τη μητρική κατάρα, ασθενεί και πεθαίνει.

Τελευταίο αφήνουμε το συγκλονιστικό, κατά τη γνώμη μας, διήγημα «Ο πολιτισμός εις το χωρίον» (1891), ένα από τα λίγα χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη που δεν έχουν αίσια έκβαση[15]. Στο συγκεκριμένο κείμενο, θεωρούμε ότι το ζήτημα της πρόκλησης κακού από ανθρώπους απλούς, καθημερινούς, σίγουρα αμελείς, αλλά πάντως σε καμία περίπτωση κακούργους ή ανήθικους, βρίσκει την πιο ανάγλυφη αποτύπωσή του. Η Θοδωριά, συνειδητοποιώντας ότι ο μικρός γιος της, ο Λευθέρης, είναι άρρωστος, ζητά από τον σύζυγό της, τον μπαρμπα-Στέργιο, να ειδοποιήσει τον γιατρό. Ο μπαρμπα-Στέργιος βρίσκει τον γιατρό να χαρτοπαίζει μαζί με διάφορους γραμματείς, υπολιμενάρχες, τηλεγραφητές κ.ά., σε ένα διανυκτερεύον καφενείο. Εν τω μεταξύ, έχει αρχίσει σφοδρή χιονόπτωση, η οποία δυσχεραίνει τις μετακινήσεις. Οι θαμώνες του καπηλειού, και κυρίως ο γραμματέας του ειρηνοδικείου, Αριστείδης Μαγγανόπουλος, και ο γιατρός, οι οποίοι γνωρίζουν τη ροπή του μπαρμπα-Στέργιου στο αλκοόλ, σπεύδουν να διασκεδάσουν τις ανησυχίες του για το παιδί του, και, με το πρόσχημα της κακοκαιρίας, δεν αργούν να τον μεθύσουν και να τον παρασύρουν στο παιχνίδι. Η Θοδωριά, απελπισμένη από την εναγώνια και ατέλειωτη αναμονή, από την επιδείνωση της υγείας του Λευθέρη και από τη χιονόπτωση, παρακαλεί τον γείτονά της να αναζητήσει τον μπαρμπα-Στέργιο. Η επόμενη ημέρα βρίσκει τον μπαρμπα-Στέργιο να ενεχυριάζει κοσμήματα και ρούχα της γυναίκας του στον τοκογλύφο του χωριού, έτσι ώστε να εξασφαλίσει χρήματα για την κηδεία του παιδιού του. Και πάλι: καημένος ὁ μπαρμπα-Στέργιος δὲν ἦτο καὶ πολὺ κακός […]. Ἦτο […] ἐργατικός, καὶ δὲν τὴν ἐβασάνιζε καὶ πολύ, τὴν γυναῖκά του[16]. Ο δε Μαγγανόπουλος ήταν καλόκαρδος, ενώ και ο γιατρός ἦτο καλὸς νέος […], πρόθυμος, ὄχι πολὺ σκληρὸς οὔτε πλεονέκτης[17].

Αισχροκέρδεια, απληστία, έπαρση, αδιαλλαξία, θυμός, αμέλεια, νωθρότητα· βρισκόμαστε πάντα στην περιοχή του κοινότοπου ή κοινόχρηστου κακού. Σε κείμενα όπως «Ο πολιτισμός εις το χωρίον», «Βαρδιάνος στα σπόρκα», «Η τύχη απ’ την Αμέρικα» και «Το νησί της Ουρανίτσας», το κακό, εκμετάλλευση των ασθενών, ύπουλη κάρπωση των κόπων του ξενιτεμένου και άρρωστου αδελφού, θάνατος άρρωστου παιδιού από αμέλεια, αδικία και κοινωνική σκληρότητα που οδηγούν στην αυτοκτονία, προκαλείται από ένα σύνολο ανθρώπων, οι οποίοι δεν φαίνεται να συνειδητοποιούν τις συνέπειες των πράξεών τους. Άνθρωποι καλόκαρδοι, συνετοί, εργατικοί, συχνά ευυπόληπτοι, παρασύρονται από το εύκολο και άμεσο κέρδος, τη ματαιοδοξία, τους εθισμούς (αλκοόλ, χαρτοπαίγνιο), την υπερβολική αυστηρότητα και τις κοινωνικές προλήψεις και βλάπτουν ανεπανόρθωτα άλλους συνανθρώπους τους ή και την ίδια τους την οικογένεια.

Οι έμποροι και οι εργολάβοι πλουτίζουν συστηματικά εις βάρος των ασθενών του λοιμοκαθαρτηρίου· οι γονείς, τα αδέρφια και πολλοί συγχωριανοί του Θανάση έλκονται από την περιουσία του και τον καλοπιάνουν, αλλά, στην πραγματικότητα, αδιαφορούν για τον ίδιο και την υγεία του· από τους θαμώνες του καφενείου, ούτε ο πατέρας, ούτε ο γιατρός, ούτε κανείς άλλος θεωρεί την υγεία του μικρού Λευθέρη πιο σημαντική από το χαρτοπαίγνιο, το αλκοόλ και την κακοκαιρία· η πεθερά αδικεί τη νύφη της και την ωθεί στην αυτοκτονία, ενώ οι συγχωριανοί βλαστημούν τη σορό της. Πρόκειται, δηλαδή, για περιπτώσεις γενικευμένης εθελούσιας τύφλωσης και απερισκεψίας, στις οποίες η προσωπική ευθύνη και η δυνατότητα για διαφοροποίηση προσωρινά μόνο αποσιωπώνται. Η σκέψη ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να γίνουν και αλλιώς, ότι κάποιος θα μπορούσε να αντιδράσει και να αποτρέψει ή να μετριάσει το κακό, δεν διατυπώνεται ποτέ ρητά, εντούτοις υπονοείται επίμονα, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τον αφηγητή και τον αναγνώστη, καθώς οι ίδιοι οι ήρωες δεν φαίνεται να μετανιώνουν για τη στάση τους[18].

Στα υπόλοιπα διηγήματα που εξετάζουμε εδώ, δηλαδή, στη «Γλυκοφιλούσα», στη «Στοιχειωμένη καμάρα» και στο «Θάνατος κόρης», το κακό δεν διαπράττεται στο πλαίσιο κάποιας συλλογικότητας, αλλά από μεμονωμένα άτομα· Οι μεν δύο μητέρες που καταριούνται τις κόρες τους στη «Γλυκοφιλούσα» και στο «Θάνατος κόρης» είναι ευσεβείς και μεγαλόψυχες και δεν εντάσσονται στη χορεία των δυσοίωνων, μισάνθρωπων και μίζερων γυναικών, των στριγλών, που αφθονούν στο παπαδιαμαντικό corpus (π.χ. στον «Αβασκαμό του Αγά», στη «Στρίγλα μάννα», στα «Δύο κούτσουρα», στην «Αποσώστρα», στο «Μάννα και κόρη» κ.α.)· ο δε γερο-Κουμενής της «Στοιχειωμένης καμάρας», αν και δεν περιγράφεται πουθενά ως χρηστός και καλός, θα όφειλε, λόγω της πατρικής ιδιότητάς του, να προστατέψει την κόρη του από τη μανία της μητριάς. Ο ποταπός πατέρας της «Στοιχειωμένης καμάρας» ζητά συγχώρεση από την κόρη του, ενώ είναι ετοιμοθάνατος, έτσι ώστε να πεθάνει λυτρωμένος. Ο όψιμος χαρακτήρας της μετάνοιας του γερο-Κουμενή, η απεχθής περιγραφή του ψυχορραγήματός του (ἐσκυλογαύγιζε[19]) και το κλείσιμο του διηγήματος με την υπενθύμιση της αδιανόητης απόπειρας δολοφονίας εναντίον της κόρης του, έτσι ώστε να στεριώσει ο δεύτερος γάμος του, θέτουν εν αμφιβόλῳ την ειλικρίνεια της ίδιας της μετάνοιας, αναδεικνύουν όμως την αξία της ειλικρινούς συγχώρεσης εκ μέρους της Αρετής.

Στον αντίποδα των προσώπων που διολισθαίνουν στο κακό, τίθενται τα θύματά τους, τα οποία σκιαγραφούνται ως μαρτυρικές μορφές· ο Θανάσης που λιώνει μέρα με τη μέρα από τη φθίση, που εμπιστεύεται τυφλά τον αδερφό του για τη διαχείριση της περιουσίας του και που βρίσκει παρηγοριά στα συγκαταβατικά λόγια συμπάθειας της οικογένειάς του· η τίμια Ουρανίτσα, στον αυτοσχέδιο τάφο της οποίας, ανθίζουν όμορφα και ευωδιαστά αγριολούλουδα· η Θοδωριά και η Αρετή, υποδείγματα εγκαρτέρησης και ιώβειας υπομονής απέναντι στις πολλαπλές δοκιμασίες που τους επιφύλαξε η ζωή.

Φτάνοντας στη «Γλυκοφιλούσα» και στο «Θάνατος κόρης», παρατηρούμε ότι το ενδιαφέρον του συγγραφέα κλίνει κυρίως προς τις δυο μητέρες και όχι τόσο προς τις κόρες· κι αυτό γιατί οι τελευταίες δεν είναι, τελικά, θύματα κανενός. Παρά τη χρονική ακολουθία ανάμεσα σε κατάρες και θανάτους, ο Παπαδιαμάντης φαινομενικά μόνο υπαινίσσεται και τη μεταφυσική αιτιακή σχέση τους. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, προσπαθεί να εκλογικεύσει τα αίτια θανάτου –στη «Γλυκοφιλούσα» αναφέρεται ότι η κοπέλα ήταν λεχώνα και στο «Θάνατος κόρης» ότι είναι πολύ πιθανό η Σειραϊνώ να αυθυποβλήθηκε, τρομαγμένη από τη σφοδρότητα του θυμού της μητέρας της– έτσι ώστε να τα αποσυνδέσει από την κατάρα και να μπορέσει να επικεντρωθεί στις συνέπειες που έχει η εκφορά της κατάρας για τις ίδιες τις μητέρες. Διαβάζοντας παραπληρωματικά το διήγημα «Τ’ αερικό στο δέντρο» και τη θεωρητική προσέγγιση της κατάρας που επιχειρείται εκεί διά στόματος του ιερέα, διαπιστώνουμε ότι το κακό που εύχεται ο καταρώμενος είναι συνήθως δυσανάλογο προς το παράπτωμα του αποδέκτη της κατάρας. Επομένως, στην περίπτωση που η κατάρα επαληθευτεί, λειτουργεί, μέσω των τύψεων, ως τιμωρία για τον ίδιο τον θύτη που δεν καταφέρνει να χαλιναγωγήσει τον εκνευρισμό του, με αποτέλεσμα ο θύτης να μετατραπεί τελικά σε θύμα. Την ίδια άποψη συναντούμε και στο «Θάνατος κόρης». Υπό αυτήν την έννοια, η θεια-Αρετώ και η κυρα-Σοφούλα, οι οποίες, ζουν για πολλά χρόνια μετά τον θάνατο των θυγατέρων τους, αναδεικνύονται ως θύματα των ίδιων τους των καταρών. Ωστόσο, αμφότερες, μετά τη διάπραξη της αμαρτίας, αποδέχονται παθητικά και υπομονετικά την τραγική μοίρα τους, όπως ακριβώς και οι αναμάρτητες Θοδωριά και Αρετή[20].

Από τα διηγήματα που εξετάστηκαν εδώ, αλλά και από το σύνολο του παπαδιαμαντικού corpus[21], αντιλαμβάνεται κανείς ότι η αδράνεια, η καρτερικότητα, η παθητικότητα συνθέτουν για τον Παπαδιαμάντη τον ενδεδειγμένο τρόπο ζωής και αντιμετώπισης όλων των δεινών. Η στάση αυτή δεν πηγάζει από μοιρολατρία, αλλά από βαθιά πίστη σε μια θεϊκή οικονομία και τελεολογία, οι οποίες προχωρούν ανεξαρτήτως της ανθρώπινης βούλησης και δράσης. Για τον Παπαδιαμάντη, ο κόσμος που δημιούργησε ο Θεός είναι άρτιος αισθητικά και ηθικά· στον κόσμο αυτό, το κακό είναι οντολογικά απόν, ανύπαρκτο, δεν προκύπτει από τον Θεό. Το κακό αναδύεται όταν ο άνθρωπος, αξιοποιώντας λανθασμένα το αυτεξούσιό του, την ελεύθερη βούληση που διαθέτει κατ’ εικόνα του Θεού, εξεγείρεται εναντίον του Δημιουργού του και της τελειότητας του κόσμου. Επομένως, παρατηρούμε ότι η προσωπική ευθύνη, για την οποία έγινε λόγος παραπάνω, με αφορμή τον «Βαρδιάνο στα σπόρκα», την «Τύχη απ’ την Αμέρικα», «Το νησί της Ουρανίτσας» και το «Ο πολιτισμός εις το χωρίον», απασχολεί τον Παπαδιαμάντη, στον βαθμό που αυτή ισοδυναμεί με τη σωστή ή όχι διαχείριση του αυτεξουσίου. Η, έστω και προσωρινή, απόρριψη του Θεού και της δημιουργίας του προκαλεί τελικά τη συντριβή του ίδιου του αποστάτη και τον εγκλωβίζει στα προσωπικά του αδιέξοδα, όπως είδαμε να συμβαίνει με τις δύο μητέρες στη «Γλυκοφιλούσα» και στο «Θάνατος κόρης»[22].

Εντούτοις, η εγκαρτέρηση είναι προσωρινός μόνο τρόπος αντιμετώπισης και βίωσης του κακού και του πόνου που απορρέει από αυτό. Η οριστική λύτρωση επέρχεται με τον θάνατο. Επαναλαμβανόμενο μοτίβο του παπαδιαμαντικού έργου είναι η πεποίθηση ότι ο άνθρωπος δεν θα πρέπει να γεννιέται καν[23]. Μάλιστα, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Saunier, η στειρότητα, ως υποκατάστατο του θανάτου, αναδεικνύεται ως ιδανικό σε πολλά διηγήματα του Παπαδιαμάντη[24]. Από αυτήν την αντίληψη πηγάζει και η τάση του, τάση που έχει επισημανθεί από την πλειονότητα των μελετητών του, να παρουσιάζει θανάτους βρεφών, παιδιών και νεανίδων, ατόμων δηλαδή, που πεθαίνουν μέσα στην αθωότητά τους, πριν προλάβουν να αμαρτήσουν και να γευτούν την οδύνη της ζωής[25]. Αίφνης, στα υπό εξέταση διηγήματα, έχουμε θανάτους παιδιών και νεαρών μητέρων στον «Βαρδιάνο στα σπόρκα», τον θάνατο του μικρού Λευθέρη αλλά και όλων των άλλων μεγαλύτερων παιδιών της Θοδωριάς, της εγκύου Ουρανίτσας, της λεχώνας κόρης και του νεογέννητου εγγονιού της θειας-Αρετώς, της νεαρής Σειραϊνώς. Ειδικά για την τελευταία, διατυπώνεται ρητά η άποψη ότι ο θάνατός της ήταν προτιμότερος από μια ζωή που θα της επεφύλασσε νομοτελειακά την κοινοτοπία του γάμου και άλλες κοινοτοπίες (Εἶναι δὲ λίαν πιθανόν, σχεδὸν βέβαιον, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀντήλλαξεν ἀντὶ τῆς κοινοτοπίας τοῦ γάμου καὶ τῶν ἄλλων κοινοτοπιῶν, δὲν δύναται ἢ νὰ εἶναι καλύτερον. Διότι ἀδύνατον νὰ εἶναι χειρότερον[26]).

Η προβληματική του κακού και η απαισιόδοξη θέαση της επίγειας ζωής είναι κυρίαρχες στο παπαδιαμαντικό έργο. Στην παρούσα εργασία, προσπαθήσαμε να φωτίσουμε μία μόνο πτυχή του σύνθετου αυτού θέματος: τους καλούς ανθρώπους που σε οριακές στιγμές, αποκαλύπτουν τη σκοτεινή τους πλευρά. Αποτέλεσμα είναι η ανεπίγνωστη πρόκληση κακού στους γύρω τους ή η αυτοκαταστροφή τους· και όλα αυτά σε ένα νησί ειδυλλιακό, το οποίο, εξίσου ανεπίγνωστα, μετατρέπεται σε τόπο ανθρωποφαγίας και βαναυσότητας. Πρόκειται για μια αντινομία απολύτως οικεία και ανθρώπινη, για μια αντινομία κοινότοπη, η οποία όμως δεν παύει ποτέ να εκπλήσσει.

 

Η Μαρία Αποστολίδου είναι Υποψήφια Διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

 
 
 
 

Ενδεικτικός κατάλογος παπαδιαμαντικών έργων που θεματοποιούν το κακό

 

1. «Οι έμποροι των εθνών» (1882)

2. «Η γυφτοπούλα» (1884)

3. «Το χριστόψωμο» (1887)

4. «Η τελευταία βαπτιστική» (1888)

5. «Η σταχομαζώχτρα» (1889)

6. «Η χτυπημένη» (1890)

7. «Φτωχός Άγιος» (1891)

8. «Μία ψυχή» (1891)

9. «Ο πολιτισμός εις το χωρίον» (1891)

10. «Ο καλόγερος» (1892)

11. «Η βλαχοπούλα» (1892)

12. «Οι ελαφροΐσκιωτοι» (1892)

13. «Ναυαγίων ναυάγια» (1893)

14. «Βαρδιάνος στα σπόρκα» (1893)

15. «Η Γλυκοφιλούσα» (1894)

16. «Πατέρα στο σπίτι!» (1895)

17. «Άγια και πεθαμένα» (1896)

18. «Χωρίς στεφάνι» (1896)

19. «Ο αβασκαμός του Αγά» (1896)

20. «Το σπιτάκι στο λιβάδι» (1896)

21. «Έρως - ήρως» (1897)

22. «Το ενιαύσιον θύμα» (1899)

23. «Αμαρτίας φάντασμα» (1900)

24. «Οι μάγισσες» (1900)

25. «Ο Γαγάτος και τ’ άλογο» (1900)

26. «Απόλαυσις στη γειτονιά» (1900)

27. «Το πνίξιμο του παιδιού» (1900)

28. «Η τύχη απ’ την Αμέρικα» (1901)

29. «Η θητεία της πενθεράς» (1901)

30. «Το νησί της Ουρανίτσας» (1902)

31. «Στρίγλα μάννα» (1902)

32. «Η φόνισσα» (1903)

33. «Ο κοσμολαΐτης» (1903)

 

34. «Οι κουκλοπαντρειές» (1903)

35. «Η συντέκνισσα» (1903)

36. «Η φωνή του δράκου» (1904)

37. «Τα δύο κούτσουρα» (1904)

38. «Η στοιχειωμένη καμάρα» (1904)

39. «Τ’ μπουφ του πλι» (1904)

40. «Η χήρα του Νεομάρτυρος» (1905)

41. «Η αποσώστρα» (1905)

42. «Ο πεντάρφανος» (1905)

43. «Άψαλτος» (1906)

44. «Έρμη στα ξένα» (1906)

45. «Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου» (1906)

46. «Το τυφλό σοκάκι» (1906)

47. «Σταγόνα νερού…» (1906)

48. «Κοινωνική αρμονία» (1906)

49. «Η Μακρακιστίνα» (1906)

50. «Η ξομπλιαστήρα» (1906)

51. «Θάνατος κόρης» (1907)

52. «Τα πτερόεντα δώρα» (1907)

53. «Με τον πεζόβολο» (1907)

54. «Τ’ αερικό στο δέντρο» (1907)

55. «Τα ρόδιν’ ακρογιάλια» (1908)

56. «Το μυρολόγι της φώκιας» (1908)

57. «Τα δύο τέρατα» (1909)

58. «Ο αντίκτυπος του νου» (1912)

59. «Τραγούδια του Θεού» (1912)

60. «Τ’ αγγέλιασμα» (1912)

61. «Οι Κανταραίοι» (1912)

62. «Τα Φραγκλέικα» (1912)

63. «Ο γάμος του Καραχμέτη» (1914)

64. «Μάννα και κόρη» (1914)

65. «Τα ιατρεία της Βαβυλώνος» (1925)

 

 

 
 


[1] Στο: Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος (κριτική έκδοση), Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Άπαντα, 2. Αθήνα: Δόμος 21997, 571. Στο εξής, θα παραπέμπουμε στην κριτική έκδοση των Απάντων του Παπαδιαμάντη, αναφέροντας μόνο τον τίτλο του διηγήματος, τον τόμο και τη σελίδα. Ευχαριστώ θερμά τους καθηγητές μου, Π. Σ. Πίστα και Δ. Καργιώτη, για τις πολύτιμες συμβουλές τους.

[2] «Ναυαγίων ναυάγια», 2, 502.

[3] Ο όρος «ηθικό» χρησιμοποιείται για να αντιδιαστείλει αυτόν τον τύπο κακού από το «φυσικό», δηλαδή το κακό που οφείλεται στη φύση, τις ασθένειες, τον θάνατο από φυσικά αίτια κτλ. Για τα είδη του κακού στον Παπαδιαμάντη, βλ. Β. Αθανασόπουλος, «Ο Παπαδιαμάντης και το Κακό», Διαβάζω 165, 1987, 68-79 και τη διπλωματική μεταπτυχιακή εργασία της Σ. Μιχαλοπούλου, Το πρόβλημα του κακού στο έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (Α.Π.Θ., Τμήμα Φιλολογίας. Θεσσαλονίκη 2012, http://ikee.lib.auth.gr/record/135993/files/GRI-2015-13935.pdf [πρόσβαση: 28/05/2017]), η οποία βασίζεται εν πολλοίς στο άρθρο του Αθανασόπουλου.

[4] Ο όρος «κοινόχρηστο κακό» και η ανάλυσή του ανήκει στον Σ. Ζουμπουλάκη, «Από το κοινόχρηστο κακό στο ακραίο έγκλημα», πρόλογος στο: Α. Παπαδιαμάντης, Η φόνισσα: Κοινωνικόν μυθιστόρημα. Αθήνα: Εστία 142006, 9-22 και βέβαια παραπέμπει ευθέως στην «κοινοτοπία του κακού» («banality of evil») της H. Arendt (βλ. Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ: Μια έκθεση για την κοινοτοπία του κακού, μτφ. Β. Τομανάς. Θεσσαλονίκη: Νησίδες 2009). Σύμφωνα με τον Ζουμπουλάκη, μέσα σε αυτόν τον κόσμο όπου κυριαρχούν οι διάφορες εκφάνσεις του κοινόχρηστου κακού, οι πραγματικά αγαθοί ήρωες των παπαδιαμαντικών διηγημάτων, όπως π.χ. η Κουμπίνα από τον «Γάμο του Καραχμέτη», αποτελούν εξαίρεση. Συγκεκριμένα, για την Κουμπίνα και τη δύναμη της αγαθότητας ως απάντηση στη βαναυσότητα και την απανθρωπιά, βλ. Τ. Λιγνάδης, «Ομολογία πίστεως στον Παπαδιαμάντη», στο: Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος (επιμ.), Φώτα ολόφωτα: Ένα αφιέρωμα στον Παπαδιαμάντη και τον κόσμο του. Αθήνα: Ε.Λ.Ι.Α. 1981, 117-131 και Α. Ταλιγκάρου, «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: από τη “Βασιλική δρυ” στη “Φόνισσα”», στο: E. Close & M. Tsianikas (επιμ.), Greek Studies in Australia: Research Perspectives. Proceedings of the 1st Biennial Conference of Greek Studies. Adelaide: Flinders University, Department of Languages – Modern Greek 1997, 158-173. O Ζουμπουλάκης διαχωρίζει το κοινόχρηστο κακό των περισσότερων παπαδιαμαντικών διηγημάτων από το φοβερό και ανεπανάληπτο, στο παπαδιαμαντικό corpus, έγκλημα της «Φόνισσας». Η Φραγκογιαννού θέτει εαυτόν εκτός και υπεράνω της κοινότητας, εκτελώντας τους φόνους απολύτως συνειδητά και υπολογισμένα και θεωρώντας ότι δρα ως εκπρόσωπος του Θεού, προς όφελος του κοινωνικού συνόλου. Πρόκειται για το απόλυτο έγκλημα, για το οποίο η θεία και η ανθρώπινη δικαιοσύνη δεν μπορούν να αποφανθούν με βεβαιότητα, και για το οποίο ο δράστης δεν έχει προσωπικά κίνητρα και δεν μετανιώνει πραγματικά.

[5] Εξαιρούνται οι δολοφονίες στα ευάριθμα διηγήματα και μυθιστορήματα, η υπόθεση των οποίων εκτυλίσσεται στην Εύβοια (π.χ. «Οι Κανταραίοι») ή εκτός Ελλάδας, στην Κωνσταντινούπολη, στη Βενετία κ.α. (π.χ. «Οι έμποροι των εθνών», «Η χήρα του Νεομάρτυρος»). Βλ. Α. Κοτζιάς, Τα αθηναϊκά διηγήματα και δύο δοκίμια για το χρόνο. Αθήνα: Νεφέλη 1992, 51-54, 56-60, 62-64, όπου επισημαίνεται ότι επ’ ουδενί η ζωή στην Αθήνα προβάλλεται ως ρόδινη, απλώς εκεί, σκιαγραφείται μια κατάσταση γενικευμένης και, εν αντιθέσει με τη Σκιάθο, πιο απρόσωπης ηθικής εξαχρείωσης.

[6] 2, 492.

[7] Σύμφωνα με την ψυχαναλυτική προσέγγιση του G. Saunier, Εωσφόρος και άβυσσος: Ο προσωπικός μύθος του Παπαδιαμάντη, μτφ. Ε. Τσολακέλλη. Αθήνα: Άγρα 2001, 80, 92-95, 111-112, 175-176, 204-205, 272-274, η παρουσίαση του πατέρα ως αδιάφορου ή ανίκανου και ο συνακόλουθος εκμηδενισμός του είναι μοτίβα που συναντώνται επανειλημμένως στα μυθιστορήματα και τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη.

[8] 3, 335.

[9] 3, 384-385.

[10] Βλ. G. Saunier, Εωσφόρος και άβυσσος, 272-273, όπου αναφέρεται επιπροσθέτως ότι, συχνά, στο παπαδιαμαντικό έργο, οι πατέρες, και γενικότερα οι άνδρες, είναι ανίκανοι όχι μόνο να προστατεύσουν και να βοηθήσουν τα παιδιά τους, αλλά και να ολοκληρώσουν με επιτυχία μια κακή πράξη, σε αντίθεση με τις γυναίκες, οι οποίες εμφανίζονται ασυγκρίτως πιο επιτήδειες και πιο αδίστακτες. Την ίδια παρατήρηση αναφορικά με την ανδρική αδεξιότητα και τη γυναικεία ευελιξία και αποτελεσματικότητα διατυπώνει και ο Αθανασόπουλος, «Ο Παπαδιαμάντης και το Κακό». Η M. Vassiliadi, «L’anatomie d’un crime au féminin: Poison, passions et autres délices», CahiersBalcaniques [En ligne], Hors-série 2016, 1-13, http://ceb.revues.org/6701 (πρόσβαση: 27/04/2017), εξετάζοντας, μεταξύ άλλων, το «Χριστόψωμο» του Παπαδιαμάντη, προσθέτει ότι στο ελληνικό συλλογικό φαντασιακό, ήδη από την αρχαιότητα, τα γυναικεία εγκλήματα θεωρούνται πολύ πιο αποτρόπαια από τα ανδρικά, επειδή συνήθως διαπράττονται με ύπουλο τρόπο και συνδέονται (π.χ. δηλητηριάσεις) με λειτουργίες θεμελιώδεις και στενά συνυφασμένες με την καθημερινότητα και την ίδια τη ζωή, όπως η τροφή και η μαγειρική, λειτουργίες δηλαδή, τις οποίες ελέγχουν αποκλειστικά οι γυναίκες ως μητέρες, νοικοκυρές και τροφοί.

[11] Η Ε. Κατρινάκη, «Λαϊκά παραμυθιακά θέματα στον Παπαδιαμάντη: “Η στοιχειωμένη καμάρα” και οι κατατρεγμένες κόρες», στο: Γ. Βοζίκας (επιμ.), Λαϊκός πολιτισμός και έντεχνος λόγος: Ποίηση, πεζογραφία, θέατρο (Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο: Αθήνα 8-12 Δεκεμβρίου 2010), 1. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών 2013, 641-651, παρατηρεί ότι στο συγκεκριμένο διήγημα, εμφανίζονται τρεις θεματικοί άξονες, συχνότατοι στα λαϊκά παραμύθια: α) η κακή μητριά, β) η συκοφάντηση της ηρωίδας αναφορικά με την παρθενία της, γ) η απόπειρα δολοφονίας της κόρης από τον πατέρα και η εγκατάλειψή της.

[12] «Η Γλυκοφιλούσα», 3, 78. Ο Ι. Κ. Κολυβάς, «Η ορθόδοξη προοπτική στο έργο του Παπαδιαμάντη (Η ανθρωπολογία και το πρόβλημα του κακού)», Διαβάζω 165, 1987, 80-90, επισημαίνει ότι ο χαρακτηρισμός «στρίγλα», ο οποίος αποδίδεται σε πολλές ηρωίδες των παπαδιαμαντικών διηγημάτων, έχει ηθική φόρτιση και δηλώνει την ανταρσία του ανθρώπινου πνεύματος εναντίον του Θεού και την αμφισβήτηση της τελειότητας της Δημιουργίας. Αυτή, άλλωστε, είναι και η ερμηνεία που δίνει στη λέξη ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, όταν θεωρητικολογεί περί κακού στο διήγημα «Τα δύο κούτσουρα» (3, 625-626).

[13] «Η Γλυκοφιλούσα», 3, 78.

[14] 4, 186.

[15] Σ. Ζουμπουλάκης, «Αναπάντεχα Χριστούγεννα», στο: Ο στεναγμός των πενήτων: Δοκίμια για τον Παπαδιαμάντη. Ηράκλειο & Αθήνα: Π.Ε.Κ. 2016, 32-40.

[16] 2, 239.

[17] 2, 245.

[18] Στο σημείο αυτό, δεν μπορούμε παρά να παραπέμψουμε στην Arendt, η οποία, μελετώντας το Ολοκαύτωμα των Εβραίων και τη στάση των απλών, καθημερινών Γερμανών απέναντι σε αυτό, απορρίπτει έννοιες όπως «συλλογική ενοχή» και «συλλογική αθωότητα» ως γενικευτικές και παραπλανητικές. Αντιθέτως, καταδεικνύει την προσωπική ευθύνη και την ατομική συμβολή κάθε Γερμανού πολίτη στην ολοκληρωτική ηθική κατάρρευση της γερμανικής κοινωνίας της εποχής, καθώς και το γεγονός ότι άνθρωποι που πόρρω απείχαν από το να χαρακτηριστούν κακοί ή εγκληματίες, μετατράπηκαν ασυναίσθητα, σε όργανα των ναζιστικών μηχανισμών εξόντωσης, απλώς επειδή δεν σκέφτηκαν να αντιδράσουν διαφορετικά. Αυτό ακριβώς είναι για την Arendt το νόημα της «κοινοτοπίας του κακού». Βλ. σχετικά, Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ, 48-49, 89-90, 94-96, 103, 121, 215-216, 223-231 και Π. Κουφοπούλου, «Το πορτραίτο ενός Ναζί ή ως πού είναι ικανός να φτάσει ένας κοινός ταχυδρόμος», επίμετρο στο: Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ, 237-239.

[19] 3, 638.

[20] Σύμφωνα με την άποψη του Saunier, την οποία παραθέτουμε αλλά δεν υιοθετούμε, η θεια-Αρετώ της «Γλυκοφιλούσας» δεν φαίνεται να νιώθει τύψεις για τη φοβερή κατάρα της, σε αντίθεση με την κυρα-Σοφούλα του «Θανάτου κόρης», η οποία ζει για πολλά χρόνια μετά τον θάνατο της νεαρής Σειραϊνώς με τις ενοχές της και, μάλιστα, όπως ειρωνικά αναφέρεται, εἰς τῆς νύμφης της τὰ χέρια (4, 190), πληρώνοντας με αυτόν τον τρόπο το απερίσκεπτο ξέσπασμά της. Βλ. Εωσφόρος και άβυσσος, 310-319, όπου η θεια-Αρετώ και η κυρα-Σοφούλα εντάσσονται στο ψυχαναλυτικό «μορφοείδωλο» της κακής μητέρας, της μητέρας-φόνισσας, μαζί με πλήθος άλλων παπαδιαμαντικών ηρωίδων που έχουν μητρικές ιδιότητες, ανάμεσα στις οποίες, δεσπόζει βέβαια η Φραγκογιαννού. Για τον Saunier, ενδεικτική της πρόθεσης του Παπαδιαμάντη για ανάπτυξη του μοτίβου της κακής μητέρας στα δύο αυτά διηγήματα, είναι η εντελώς προσχηματική και υποτυπώδης αιτία του θυμού κυρίως της θειας-Αρετώς, αλλά και της κυρα-Σοφούλας.

[21] Βλ. ιδίως τα διηγήματα και τις νουβέλες, όπου αναπτύσσονται οι απόψεις του Παπαδιαμάντη περί κακού, καλού και θεοδικίας, είτε έμμεσα, μέσω κάποιων ηρώων, είτε άμεσα, εν είδει “παράβασης”. Μερικά από τα κυριότερα κείμενα αυτής της κατηγορίας είναι τα εξής: «Οι ελαφροΐσκιωτοι» (1892), «Αμαρτίας φάντασμα» (1900), «Η φόνισσα» (1903), «Η φωνή του δράκου» (1904), «Τα δύο κούτσουρα» (1904), «Θάνατος κόρης» (1907), «Τα πτερόεντα δώρα» (1907), «Τα ρόδιν’ ακρογιάλια» (1908). Στο τέλος του παρόντος άρθρου, παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος με τα μυθιστορήματα, τα διηγήματα και τις νουβέλες του Παπαδιαμάντη, στα οποία το κακό (οποιασδήποτε μορφής) κατέχει εμβληματική θέση.

[22] Ιδιαιτέρως διαφωτιστικά από αυτή την άποψη είναι τα άρθρα του Γ. Θέμελη, «Ο Παπαδιαμάντης και ο κόσμος του», ανατύπωση από τα Χρονικά του Πειραματικού Σχολείου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ΝΗ΄, 1961, 7-44 και του Κολυβά, «Η ορθόδοξη προοπτική στο έργο του Παπαδιαμάντη (Η ανθρωπολογία και το πρόβλημα του κακού)».

[23] Βλ. ενδεικτικά: Μίαν σωτηρίαν εὑρίσκω· τὸ νὰ μὴν ἔχῃ γεννηθῆ κανεὶς ποτὲ ἢ νὰ ἔχῃ ἀποθάνει μὲ τὴν ὥρα του! («Η θητεία της πενθεράς», 3, 409)· Καὶ ἄλλοτε πάλιν τὴν ἤκουσαν νὰ δογματίζῃ ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν συμφέρει νὰ κάμνῃ πολλὰ κορίτσια, καὶ ὅτι τὸ καλύτερον εἶναι νὰ μὴ πανδρεύεται κανείς. Ἡ δὲ συνήθης εὐχή της πρὸς τὰ μικρὰ κοράσια ἦτο «νὰ μὴ σώσουν!… Νὰ μὴν πᾶνε παραπάνω!» («Η φόνισσα», 3, 428).

[24] Υποκατάστατο της στειρότητας και του θανάτου θεωρείται και η μοναστική ζωή. Βλ. G. Saunier, Εωσφόρος και άβυσσος, 61-62, 111, 116-117, 122-123, 231-232, 244, 334.

[25] Βλ. Γ. Θέμελης, «Ο Παπαδιαμάντης και ο κόσμος του».

[26] «Θάνατος κόρης», 4, 190. Υπό αυτή την οπτική, μάλιστα, ο τίτλος του διηγήματος έχει σχεδόν προγραμματικό χαρακτήρα.