BLG – Minimalistic Theme Focused on Readability

EN

Η αδιαφορία και το μίσος

Ζαν Μποντριγιάρ

μετάφραση Άγγελος Μουταφίδης

Άλλοτε είχαμε αντικείμενα στα οποία μπορούσαμε να πιστεύουμε, αντικείμενα πίστης. Αυτά έχουν τώρα πια εξαφανιστεί. Όμως, είχαμε επίσης αντικείμενα στα οποία δεν πιστεύαμε –λειτουργία εξίσου ζωτική με την πρώτη. Αντικείμενα μεταβατικά, ειρωνικά κατά κάποιον τρόπο, αντικείμενα της αδιαφορίας μας, αλλά, παρόλα αυτά, αντικείμενα. Οι ιδεολογίες έπαιζαν αρκετά καλά αυτόν τον ρόλο. Κι αυτές έχουν εξαφανιστεί. Και δεν επιζούμε πλέον παρά μέσω ενός συλλογικού αντανακλαστικού ευπιστίας που συνίσταται όχι μόνο στο να απορροφούμε ό,τι κυκλοφορεί στον αστερισμό της πληροφορίας, αλλά και στο να πιστεύουμε στην αρχή (principe) και την υπερβατικότητα της πληροφορίας. Παραμένοντας, ωστόσο, βαθιά δύσπιστοι και εχθρικοί απέναντι σ' αυτό το είδος αντανακλαστικής συναίνεσης. Όπως οι δούλοι δεν πίστεψαν ποτέ ότι ήταν δούλοι θεϊκώ δικαίω, έτσι κι εμείς δεν πιστεύουμε στην πληροφορία θεϊκώ δικαίω, αλλά κάνουμε σαν να ήταν έτσι. Πίσω απ’ αυτή τη βιτρίνα αναπτύσσεται μια αρχή γιγαντιαίας δυσπιστίας, μυστικής αποσύνδεσης και άρνησης κάθε κοινωνικού δεσμού.

Το κατώφλι της αδράνειας, μιας πιθανής βαρυτικής κατάρρευσης από την υπέρβαση του βάρους της κριτικής, κινδυνεύει να ξεπεραστεί χάρη στη συστημική απορρόφηση όλων των αρνητικών στοιχείων: κραχ, λάθη, σκάνδαλα, συγκρούσεις, τα πάντα απορροφώνται από το σύστημα σαν να έχουν εξατμιστεί. Όλες οι αποτυχίες και οι αναταράξεις χωνεύονται και ανακυκλώνονται. Απελπιστική μεταστασιμότητα που προκαλεί μια ολόκληρη γκάμα βίαιων, ιοβόλων, αποσταθεροποιητικών εκφορτίσεων, που είναι το σύμπτωμα αυτής της κατάρρευσης.

Από δω προκύπτουν όλα τα σύγχρονα πάθη μας, πάθη χωρίς αντικείμενο, πάθη αρνητικά, όλα γεννημένα από την αδιαφορία, όλα οικοδομημένα πάνω σ’ έναν εικονικό άλλο, στην απουσία πραγματικού αντικειμένου, και προορισμένα να κρυσταλλωθούν κατά προτίμηση στο οτιδήποτε.

Βρισκόμαστε σ’ ένα κοινωνικό κράτος δεύτερου βαθμού: απόντες, σβησμένοι, ασήμαντοι στα ίδια μας τα μάτια. Αφηρημένοι, ανεύθυνοι, εξασθενημένοι. Το οπτικό μας νεύρο έχει παραμείνει ανέπαφο, αλλά όλα τα άλλα έχουν εξασθενήσει. Να τι δανείζεται η πληροφορία από την ανατομία: απομονώνει ένα αντιληπτικό δίκτυο, αλλά αποσυνδέει τις ενεργούς λειτουργίες. Δεν απομένει παρά μια πνευματική οθόνη της αδιαφορίας, αντίστοιχη της τεχνικής αδιαφορίας των εικόνων.

Όπως εκείνοι οι περαστικοί στο Σαράγεβο που διασταύρωναν κρυφά το βλέμμα τους με το σώμα μιας γυναίκας δολοφονημένης από κάποιον βομβαρδισμό, σαν να επρόκειτο για το κουφάρι μιας ψόφιας γάτας. Ούτε πένθος ούτε συμπόνια. Αυτός ακριβώς είναι ο τρόπος με τον οποίο ολόκληρη η Ευρώπη περνά δίπλα από το πτώμα της Βοσνίας, χωρίς κανένα αληθινό συναίσθημα πέρα από εκείνο της εργασίας του πένθους που κάνουμε για τους ίδιους μας τους εαυτούς.

Ο καθένας χαμένος στην τροχιά του, κλεισμένος μέσα στη φούσκα του, δορυφοροποιημένος. Για να πούμε την αλήθεια, κανείς δεν έχει πλέον πεπρωμένο, αφού πεπρωμένο δεν υπάρχει παρά στη διασταύρωσή μας με τους άλλους. Κι όμως, οι τροχιές δεν συμπίπτουν (δεν μπορούμε πια να αποκαλούμε πεπρωμένο την ασαφή περιέλιξη που προκαλείται καμιά φορά από τη συναισθηματική πρόσκρουση ορισμένων ατόμων [atomes], ούτε ορισμένες μεταπτώσεις που οφείλονται στην επιτάχυνση). Δεν έχουν παρά τον ίδιο προορισμό. Έτσι, όπως ακριβώς συμβαίνει στους οδικούς κόμβους ή στις λεωφόρους (στους οδικούς κόμβους και λεωφόρους της πληροφορίας), δεν βλέπουν παρά αυτά τα άτομα που πηγαίνουν στην ίδια κατεύθυνση. Δεν βλέπουν το ένα το άλλο περισσότερο απ’ όσο τα ψάρια που στρίβουν όλα μαζί ταυτόχρονα προς την ίδια κατεύθυνση χωρίς να κοιτάζονται. Ο κίνδυνος ατυχήματος είναι μικρότερος, αλλά η ευκαιρία μιας συνάντησης μηδενική. Ο άλλος δεν έχει πια παρά οριακή αξία.

 

Αυτό είναι το μεγάλο σύνδρομο της κοινωνικής εμμηνόπαυσης. Αλλεργία απέναντι στο κοινωνικό, προβλήματα κοινωνικότητας, τέλος της κοινωνικής ωορρηξίας. Αλλόπαυση: προβλήματα της σχέσης. Ονειρόπαυση: τέλος της ωορρηξίας των ονείρων. Πυρετός, άγχος, ίλιγγοι, ακληρία. Εξασθένηση. Όλα ξεκινούν απ’ την εξασθένηση, τη λιγότερο επιθετική μορφή. Ερώτηση: τι σας εξασθενεί; Άλλοτε, το ερώτημα θα μπορούσε να είναι: τι σας παθιάζει, τι σας εξεγείρει; Αλλά στο εξής δεν παθιαζόμαστε, δεν εξεγειρόμαστε, έχουμε νεύρα. Η νευρικότητα είναι το επιδερμικό κατάλοιπο των μεγάλων παθών, μια μικρή δόση αντίδρασης στο ανεπιθύμητο, στην ανυπόφορη καθημερινότητα. Τι σας εκνευρίζει; Όλα, εξ ορισμού. Η νευρικότητα είναι μια αλλεργική μορφή χωρίς καθορισμένο αντικείμενο, μια πλήρης (profuse) και διάχυτη (diffuse) οργή, ένα συναίσθημα που αλληθωρίζει. Οι μηχανικές ανίες, τα τικ των άλλων, τα προσωπικά σας τικ, τα παιδιά, τα αντικείμενα, σας εκνευρίζουν· οι δυσκολίες τους, οι πονηριές τους, η λαθραία αντίστασή τους. Οτιδήποτε σας βομβαρδίζει, οτιδήποτε αγγίζει το όριο του επιπόλαιου κορεσμού της ύπαρξης και έχει ως άμεση λειτουργία να σας εκνευρίζει. Σήμερα συνώνυμος της νευρικής υπερ-αντίδρασης (hyperréaction), ο όρος αυτός σκιαγραφούσε άλλοτε εκείνο απέναντι στο οποίο διευθετούσαμε τα νεύρα μας και το οποίο έμενε εκτός του πεδίου των αισθήσεων, χωρίς δυνατότητα μετατόπισης –αλλά οι δύο αυτές σημασίες βρίσκονται κοντά, γιατί αυτή η υπερ-αντίδραση ανταποκρίνεται, στην πραγματικότητα, σε μια βαθιά αποδέσμευση, σε μια ενοχλημένη αδιαφορία, σε μια αποδυνάμωση.

Η αλλεργία είναι φαινόμενο της ίδιας τάξης: ακαθόριστη μορφή αποστροφής, διάχυτη εκφόρτιση, συγκρατημένη εχθρικότητα, σαν το σώμα να τα έχει βάλει με τον εαυτό του, παράγοντας την ταλαιπωρία του από το εσωτερικό του. Είναι ανυπομονησία, είναι ένα δυσφορικό πάθος, συνδεδεμένο με την υποτιθέμενη ετερότητα ενός τεχνητά υπερεπενδυμένου κόσμου. Κάθε σύστημα όμοιο με το δικό μας, το οποίο λειτουργεί με υπερφυσική ώθηση, παράγει αυτό το είδος υπερφυσικής αποστροφής, που είναι η σωματική του εκδήλωση. Κάθε κοινωνία που λειτουργεί με απορρίψεις, με αποκλεισμούς, προκαλεί αυτό το είδος φλεγμονής, προστατευτικού ερυθήματος –φράγμα απέναντι στη σαγήνη ενός κόσμου τον οποίο φοβόμαστε, αλλά και απέναντι στον συγχρωτισμό με έναν κόσμο που μας απεχθάνεται.

Στους αντίποδες του υστερικού, που προδίδει επιδεικτικά την απελπισία του για το ότι δεν είναι-εδώ (de n' être pas là), η αλλεργία μαρτυρεί τη σύγχυση ανάμεσα στην εδώ ύπαρξη και στην υπερβολική παρουσία του σώματος. Ας μην ξεχνάμε ότι η αλλεργία είναι μια υπερευαισθησία στην τάδε ή δείνα ουσία. Είναι μια υπερβολή θετικής αντίδρασης. Άρα, ένας αλλεργικός κόσμος είναι ένας κόσμος υπερβολικής ευαισθησίας στο οτιδήποτε –στους άλλους συγκεκριμένα;–, ο οποίος, όμως, αντιστρέφεται μέσα από μια αρνητική μετατροπή. Το ίδιο σχήμα και στην ανορεξία: άρνηση της υπερβολής του σώματος, μεταφορά (métaphore) της υπερτροφίας του συστήματος.

 

Όλα αυτά τα αδιάφορα ή γεννημένα από την αδιαφορία πάθη, όλα αυτά τα αρνητικά πάθη κορυφώνονται στο μίσος. Μια ανοίκεια έκφραση: «Έχω μίσος». Κανένα αντικείμενο. Είναι όπως το «Διαδηλώνω» –ναι, αλλά για ποιο πράγμα; «Αναλαμβάνω» –τι αναλαμβάνεις; Τίποτα συγκεκριμένο. Αναλαμβάνουμε πιθανόν το τίποτα, συγκεκριμένα. Διαδηλώνουμε υπέρ ή κατά του τίποτα –πώς να ξέρουμε; Αυτή είναι η τύχη όλων αυτών των αμετάβατων ρημάτων. Τα γκράφιτι έλεγαν: «Υπάρχω», «Ζω εδώ ή εκεί». Λέγεται μ’ ένα είδος αγαλλίασης, αλλά ταυτόχρονα υπονοεί: δεν υπάρχει κανένα νόημα στη ζωή μου. Αντιστοίχως, η φράση «Έχω μίσος» υπονοεί την ίδια στιγμή: το μίσος μου είναι χωρίς αντικείμενο, δεν έχει κανένα νόημα.

Το μίσος είναι, πέραν πάσης αμφιβολίας, κάτι που επιζεί σε κάθε προσδιορίσιμο αντικείμενο, και τρέφεται από την απουσία αυτού του αντικειμένου. Με ποιον να τα βάλω απόψε; Αυτό ακριβώς είναι το αντικείμενο, ο απών άλλος του μίσους. «Έχω» μίσος: είναι σαν ένα είδος δυναμικού, ενέργειας, αρνητικής ή αντιδραστικής, αλλά, αν μη τι άλλο, ενέργειας. Εξάλλου, σήμερα δεν υπάρχουν πλέον παρά πάθη σαν κι αυτά: μίσος, αποστροφή, αλλεργία, απέχθεια, απόρριψη και αποδέσμευση –δεν ξέρουμε πλέον τι θέλουμε, ξέρουμε, όμως, τι δεν θέλουμε. Στην καθαρή απορριπτική του έκφραση, το μίσος είναι ένα πάθος μη διαπραγματεύσιμο, μη αντικαταστάσιμο. Κι όμως, υπάρχει εδώ κάτι σαν πρόσκληση στον απόντα άλλο να προσφερθεί ως αντικείμενο αυτού του μίσους.

Το μίσος ονειρεύεται να υψώσει μια σπαραξικάρδια συμφορά, την οποία ο κόσμος μας πόρρω απέχει πλέον από το να παράσχει, εφόσον όλες οι ενδογενείς του συγκρούσεις οριοθετούνται άμεσα. Στο μίσος που γεννιέται από την αντιπαλότητα και τη διαμάχη αντιτίθεται εκείνο που γεννιέται από τη συσσωρευμένη αδιαφορία, που μπορεί να κρυσταλλωθεί απότομα, μέσα από ένα πέρασμα στα άκρα. Δεν πρόκειται πλέον για το ταξικό μίσος, που παρέμενε παραδόξως ένα αστικό πάθος. Εκείνο είχε έναν στόχο, προωθούσε μια ιστορική δράση. Το σημερινό μίσος εξωτερικεύεται μέσα από acting-out. Δεν είναι φορέας ιστορικής βίας, αλλά αντίθετα μιας μολυσματικότητας γεννημένης από την απόσυρση από την πολιτική και την ιστορία. Μ’ αυτή την έννοια, είναι το χαρακτηριστικό πάθος όχι του τέλους της ιστορίας, αλλά μιας ιστορίας ταυτόχρονα χωρίς τέλος και χωρίς αρχή, από τη στιγμή που δεν δόθηκε λύση σε κανένα από τα προβλήματα που αυτή είχε θέσει. Είναι πιθανό ότι πέραν του τέλους, σ’ εκείνο το όριο όπου τα πράγματα αντιστρέφονται, θα μπορούσε να υπάρξει ένα ακαθόριστο πάθος, όπου ολόκληρο το απόθεμα της ενέργειας θα μεταστραφεί κι αυτό, όπως ο χρόνος, σ’ ένα αρνητικό πάθος.

Ένα αρνητικό πάθος δεν μπορεί να γίνει οικουμενικό (s’universaliser). Δεν μπορούμε να φανταστούμε μια ομοσπονδία του μίσους. Σχεδόν θα επιθυμούσαμε ένα τέτοιο σενάριο να υλοποιηθεί. Αλλά το χειρότερο δεν είναι πάντοτε εξασφαλισμένο. Εκείνο που μένει είναι ότι στο εξής υπάρχει κάτι που διαφεύγει εξ ολοκλήρου από την κοινωνική ρύθμιση. Αν αυτό δεν είναι το τέλος της Ιστορίας, είναι σίγουρα το τέλος του κοινωνικού. Δεν βρισκόμαστε πια στο πεδίο της ανομίας, αλλά στο πεδίο της ανωμαλίας. Η ανωμαλία είναι εκείνο που ξεφεύγει όχι μόνο από τον νόμο, αλλά και από τον κανόνα. Εκείνο που είναι εκτός παιχνιδιού, εκείνο που δεν είναι πια σε θέση να παίξει. Η βία υποθαλπόταν στο εκτός-νόμου, η μολυσματικότητα υποθάλπεται στο εκτός-παιχνιδιού. Αλλά γι’ αυτό που υποθάλπεται στην ίδια την ανωμαλία δεν γνωρίζουμε τίποτα. Όταν ένα σύστημα αγγίζει το οικουμενικό (τα μήντια, τα δίκτυα, οι χρηματιστικές αγορές, τα δικαιώματα του ανθρώπου), γίνεται αυτομάτως ανώμαλο και εκκρίνει μολυσματικές ασθένειες κάθε είδους: κραχ, AIDS, ηλεκτρονικούς ιούς, απορρύθμιση, παραπληροφόρηση. Το ίδιο το μίσος είναι ένας ιός αυτού του είδους.

Δείτε τον Paulin, αυτόν τον άνθρωπο από τη Γουαδελούπη που πριν μερικά χρόνια δολοφονούσε ηλικιωμένες κυρίες. Πρόσωπο τερατώδες, αλλά cool, χωρίς εμφανές μίσος. Χωρίς ταυτότητα, ακαθόριστου φύλου, μιγάς. Διέπραττε τις δολοφονίες του χωρίς να χρησιμοποιεί βία, χωρίς αιματοχυσίες. Τις αφηγήθηκε με μεγάλη αδιαφορία. Αδιάφορος απέναντι στον εαυτό του, αφαιρούσε ανθρώπινες ζωές αδιαφοροποίητα. Αλλά μπορούμε να σκεφτούμε ότι πίσω απ’ όλο αυτό υπήρχε ένα θεμέλιο ριζικού μίσους. Χωρίς αμφιβολία, ο Paulin είχε μίσος, αλλά ήταν υπερβολικά στιλάτος, υπερβολικά καλλιεργημένος για να το εκφράσει ανοιχτά.

Μέσα στην οικουμενική συναίνεση (τη Νέα Παγκόσμια Τάξη, τη Νέα Δημοκρατική Τάξη) προβάλλουν βίαιες μοναδικότητες, στο μέτρο που αυτό το οικουμενικό είναι απαράδεκτο. Η αρχή της διαπραγμάτευσης και της συμφιλίωσης με κάθε τίμημα είναι μια αρχή τελικής λύσης, η οποία κάθε τόσο οδηγεί «στην» τελική λύση. Δεν χρειαζόμαστε καθόλου την ψυχανάλυση για να μάθουμε ότι ο άνθρωπος είναι ένα ζώο διφορούμενο, αδιαφοροποίητο, και ότι είναι απερίσκεπτο να θέλει κανείς να ξεριζώσει απ’ αυτόν το κακό για να φτιάξει ένα ορθολογικό ον. Ωστόσο, πάνω σ’ αυτόν τον παραλογισμό βασίζονται όλες οι προοδευτικές ιδεολογίες μας.

Κι έτσι, αφήνουμε ένα υπόλειμμα που, ως μη διαπραγματεύσιμο, δεν έχει τύχει διαπραγμάτευσης, και μεταμορφώνεται με φυσικό τρόπο σε μίσος. Μ’ αυτή την έννοια, το μίσος, πάθος μολυσματικό (passion virale), είναι επίσης ένα ζωτικό πάθος (passion vitale). Ενάντια στην τελειότητα του συστήματος, το μίσος είναι μια απόλυτη ζωτική αντίδραση.

Είναι το ίδιο συναίσθημα που τρέφει, σε όλους τους άλλους λαούς πέρα από τους δυτικούς, αυτή τη σπλαχνική, βαθιά απάρνηση αυτού που αντιπροσωπεύουμε και αυτού που είμαστε. Ως εάν αυτοί εδώ οι λαοί να ήταν εξίσου κάτοχοι του μίσους. Μπορούμε να τους προσφέρουμε όλη την οικουμενική φιλανθρωπία που μπορούμε, υπάρχει όμως σ’ αυτούς ένα είδος ετερότητας που δεν επιζητά την κατανόηση, ένα είδος ασυμβατότητας που δεν επιθυμεί τη διαπραγμάτευση. Το χάσμα ανάμεσα στη δική μας κουλτούρα του οικουμενικού και ό,τι έχει απομείνει από ιδιαιτερότητες αποκτά επιπλέον σκληρότητα και βάθος. Η μνησικακία τους μπορεί να είναι ανίσχυρη, όμως, στο φόντο της πιθανής τους εξόντωσης, ένα πάθος εκδίκησης διεισδύει και εξαρθρώνει τον δυτικό κόσμο· κι όλα αυτά, ως εάν το φάντασμα των αποκλεισμένων να ξεκίνησε να στοιχειώνει τις συμβατικές κοινωνίες μας.

 

[«L’ indifférence et la haine», στο: Le crime parfait. Paris: Galilée 1995, 194-201.]