BLG – Minimalistic Theme Focused on Readability

EN

«Φταίει το κεφάλι το κακό μας»; Καλοπιάνοντας το κακό

Στα παιδιά αρκεί η εξήγηση «το είπε η μαμά μου» για να πιστέψουν πως κάτι είναι κακό. Στους μεγάλους ενίοτε λείπει η μαμά τους: στους περισσότερους θα άρεσε η πιθανότητα να αναλάμβανε κάποιος άλλος την ευθύνη να διακρίνει το κακό. Έστω πως είναι το αντίθετο του καλού: Τότε ό,τι δεν είναι καλό είναι κακό; Δεν υπάρχει κακό χωρίς καλό; Και καλό τι είναι; Από τον κατά λάθος κακό του Σωκράτη, το ευκαρτέρητον δεινόν του Επίκουρου, την κακιά ύλη του Πλωτίνου και άλλων, το πέρα από το καλό και το κακό του Νίτσε, μέχρι σήμερα, το κακό δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί μια πρόκληση –όχι μόνο για τη φιλοσοφία και τη θεολογία. Γιατί υπάρχει και από πού έρχεται; Αν ο (πανάγαθος και παντοδύναμος) θεός σχετίζεται μ’ αυτόν τον κόσμο, πώς είναι δυνατόν να υπάρχει το κακό; Είμαστε ελεύθεροι να κάνουμε το κακό; Πόσο θα αλλάζαμε αν είχαμε στη διάθεσή μας ένα δαχτυλίδι όπως εκείνο του Γύγη; Κακοί υπάρχουν ή είναι ανεμόμυλοι; Και, αν δεν τους πούμε με το όνομά τους, υπάρχει περίπτωση να μείνουν μακριά; Κάτι κακό (μια πράξη, μια σκέψη, έναν δαίμονα) θα βρούμε σε κάθε ανθρώπινο: ένα (έστω και κατά λάθος) λάθος, μια αστοχία, μια αμαρτία, ένα αμάρτημα –ενίοτε θανάσιμο.

Λογοτεχνία και κακό για τον Μπατάιγ σημαίνει Μπωντλαίρ (που έγραψε τα περίφημα Άνθη του κακού), Μπλέηκ (που πάντρεψε ουρανό και κόλαση), Σαντ (που δοκίμασε και ξεπέρασε τα όρια του σώματος), Προυστ (που αναζήτησε την παραβίαση τον νόμου) και Ζενέ (που τάχτηκε στο κακό). Για σας μπορεί να σημαίνει και (σχεδόν) οτιδήποτε άλλο. Τα μυθιστορήματα που πραγματεύονται με έναν τρόπο το κακό είναι αναρίθμητα. Ελάχιστο δείγμα αποτελούν το Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ, το Έγκλημα και τιμωρία του Ντοστογιέφσκι, το Πόλεμος και ειρήνη του Τολστόι, το Πόλεμος και πόλεμος του Κρασναχορκάι (τρία στα τέσσερα έχουν μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη). Σε ό,τι αφορά τον κινηματογράφο, το μυαλό πάει εύκολα στον Νοσφεράτου του Μουρνάου (και τους άλλους απέθαντους), στη Σιωπή των αμνών του Ντέμι, στο Σέβεν του Φίντσερ (και πάλι: δύο στα τρία έχουν βασιστεί σε μυθιστορήματα). Είναι, ωστόσο, απολύτως βέβαιο πως το κακό δεν το συναντάμε μόνο στα θρίλερ.

Για να έρθουμε στο δικό μας κακό και στο πέμπτο ανθρώπινο: Όλα ξεκινούν με την Τριανταφυλλιά Βράνα, που μας μεταφέρει από τον αινιγματικό κόσμο του Κάφκα στον ευφυή κόσμο του Χάνεκε –ταυτόχρονα, από το όνειρο στην πραγματικότητα και πάλι πίσω. Ένας Κ. και ένας Κλαμ, ένας πύργος που υπάρχει και δεν υπάρχει, πορείες που δεν οδηγούν πουθενά και ένα κείμενο χωρίς τέλος· τι το κακό έχει ο Πύργος; Αμέσως μετά η Σοφία Κιόρογλου καταπιάνεται με ένα έργο που δεν θα μπορούσε να λείπει από το τεύχος μας: Το κουρδιστό πορτοκάλι του Μπέρτζες και του Κιούμπρικ. Βία και υπερβία, κουρδίσματα και πειράματα, ο κακός Άλεξ και το κακό σύστημα. Αλλιώς, άτομο και κρατική μηχανή: τι το κακό, τι το ανθρώπινο; Ένας κατά συρροή δολοφόνος (ο Εντ Γκέιν), ένας μυθιστοριογράφος (ο Ρόμπερτ Μπλοχ) και ένας σκηνοθέτης (ο Άλφρεντ Χίτσκοκ) απασχολούν τον Γιώργο Πανόπουλο που γράφει για το κλασικό Ψυχώ. Ηδονοβλεψίες, ανθρωποκτονίες, πολλαπλές προσωπικότητες και η γνωστότερη ίσως κινηματογραφική σκηνή σε ντους. Στη συνέχεια, ο Λάμπρος Παπαγιάννης δοκιμάζει να καταδείξει μια οντολογία του κακού στον Αντίχριστο του Λαρς φον Τρίερ. Προτείνει μια περιδιάβαση από την «Εδέμ» στην «εκκλησία του Σατανά», με την παρέα μιας γυναίκας, ενός άντρα, ενός νεκρού παιδιού και τριών ζητιάνων. Βία από και προς τον εαυτό, πόνος, το χάος που προσπαθεί να επικρατήσει και ένα κακό που τείνει να αυτονομηθεί. Η Αντιγόνη Σιώμου έπειτα εξετάζει τη σχέση ανθρώπου και μηχανής με αφορμή τη δυστοπία Metropolis της Τέα φον Χάρμπου και του Φριτς Λανγκ. Παρατηρεί το θηλυκό ανδροειδές μες στην πατριαρχική κοινωνία, την πτώση του ανθρώπου και την αυξανόμενη ζωτικότητα της μηχανής που απαιτεί ενίοτε (ανθρωπο-)θυσίες.

Με τον Χρήστο Κολτσίδα περνάμε στον ελληνικό κινηματογράφο και συγκεκριμένα στον κινηματογραφικό κόσμο του Γιάννη Οικονομίδη, στον οποίο είναι, με έναν (μόνο) τρόπο, «όλα καλά». Νεύρα σπασμένα, απανωτά βρισίδια, βίαιες συμπεριφορές, φόνοι, αποφυλακίσεις –άνθρωποι απλοί και ψάρια που τρώνε άλλα ψάρια. Με τη Νίκη Μίγγα και Τα παιδιά της Χελιδόνας του Διονύση Χαριτόπουλου και του Κώστα Βρεττάκου αλλάζουμε κλίμα και εποχή. Το κακό τώρα είναι ο πόλεμος και το ενδιαφέρον στρέφεται ειδικά στον εμφύλιο: αντίπαλα στρατόπεδα, νικητές και ηττημένοι, μνήμες του εμφυλίου και ταραγμένες οικογενειακές σχέσεις, (πολιτική) δράση και (προσωπική) ζωή. Με τη Vassiliki Kaisidou περνάμε πια στον κόσμο της λογοτεχνίας και στο δικό του κακό. Ερευνούμε εγκλήματα ή το ζήτημα της αλήθειας σε ελληνικές αστυνομικές ιστορίες· και επιπλέον, τα όρια της αθωότητας και της ενοχής, του σωστού (καλού;) και του λάθους (κακού;). Αλήθειες ακαθόριστες, υποθέσεις ανεξιχνίαστες και ένα μονίμως ανοιχτό ερώτημα: Ποιος είναι κάθε φορά ο δολοφόνος; Η διατύπωση της ερώτησης μπορεί να θυμίσει συνειρμικά το διήγημα του Βιζυηνού «Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου», που μας φέρνει στο επόμενο κείμενο του τεύχους. Η Ελένη Πότσα διερωτάται τι λογής είναι το κακό του Βιζυηνού, εστιάζοντας στις μελέτες του, όχι στο λογοτεχνικό του έργο. Την απασχολεί ο στοχαστής Βιζυηνός, με τις νεοπλατωνικές και τις ρομαντικές επιρροές του, και οι συνέπειες αυτής της ιστορίας στην πεζογραφία του. Έπειτα, η Μαρία Αποστολίδου μάς μεταφέρει στη Σκιάθο και μας παρουσιάζει δυνητικά και άλλα εγκλήματα καλών (;) ηρώων του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. «Κοινόχρηστο» κακό, μικρά ή μεγάλα ατοπήματα, απλοί νησιώτες, σκληρές πεθερές, ανάξιοι πατεράδες, μανάδες που ρίχνουν κατάρες. Λίγο πριν από το τέλος, η ποίηση. Η Μαρία Γεωργούλα βάζει τον θάνατο στη θέση του κακού και κοιτάει την περίπτωση του Νίκου Καρούζου. Αφενός ο ποιητής βλέπει το τέλος που έρχεται και το καταθέτει στην ποίησή του. Αφετέρου ο, οικείος του, Μανόλης Πρατικάκης θίγει το ίδιο αυτό τέλος στο δικό του ποιητικό έργο. Θάνατος του εαυτού και θάνατος του άλλου, περάσματα, ποιητικές συνομιλίες, δυσεύρετα χρώματα, κυανό κοβάλτιο. Η ύλη μας κλείνει με τη Χριστίνα Μπέζαρη να μας καλεί σε περιπέτειες (του βλέμματος και άλλες). Το θέμα παραμένει ο θάνατος –ειδικότερα, ο θάνατος στην ποίηση. Με φιλοσοφικά εφόδια και αφορμές από τον Νοβάλις και τον Λωτρεαμόν, αν και όχι αποκλειστικά, διερευνώνται οι ρόλοι που μπορεί να αναλάβει το κακό στη λογοτεχνία. Σε τι καλό μπορεί τελικά να βγάλει; Τι κάνει το κακό στην τέχνη και τι η τέχνη στο κακό;

Για να ανακεφαλαιώσουμε, στο τεύχος, ανάμεσα σε άλλα, θα βρείτε: έναν ακαθόριστο πύργο, ένα φρούτο που κουρδίζεται, μια μηχανή που τρώει ανθρώπους, κατά συρροή δολοφόνους, ανθρώπους καλούς, κακούς και χειρότερους, θεούς στο εδώλιο. Πριν απ’ όλα, για το ζέσταμα, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, στα “εκτός ύλης” μας, ένα σύντομο δοκίμιο του Μποντριγιάρ, δηλαδή αυτού που μας έδειξε τη διαφάνεια του κακού· η μετάφραση είναι του Άγγελου Μουταφίδη. Τα αντικείμενα και οι ιδεολογίες του άλλοτε, η σημερινή ονειρόπαυση, πάθη αδιάφορα, πάθη αρνητικά –μίσος.

Δεν έχουμε παρά να σας ευχηθούμε ευθαρσώς καλό κακό.