BLG – Minimalistic Theme Focused on Readability

EN

Οι πόρνες στην ελληνική ποίηση: Τέσσερα στιγμιότυπα

Παναγιώτης Ράμμης

Οι πόρνες είναι ένα θέμα που δεν θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητη τη λογοτεχνία μας. Ο αγοραίος έρωτας, συνδεδεμένος με την ανθρώπινη ορμέμφυτη κατάσταση, αποτέλεσε σχολείο εκμάθησης της σεξουαλικής πράξης, όχι μόνο μέσα από την καθαρά πρακτική διαδικασία, αλλά συμβόλιζε και τη φυσιολογική ένταξη του αγοριού στην κοινωνία των αντρών. Αυτό ήταν κάτι συνηθισμένο κατά τον προηγούμενο αιώνα, εποχή “δράσης” των ποιημάτων που θα σχολιαστούν στη συνέχεια. Η διαδικασία άρχισε να φθίνει μετά τη σεξουαλική επανάσταση (Μάης του ’68). Σήμερα ένα πορνείο θεωρείται χώρος ερωτικού περιθωρίου.

Η εταίρα, λοιπόν, εκτός του μαθησιακού χαρακτήρα που είχε, αποτέλεσε έμπνευση για τον ευαίσθητο ψυχισμό των καλλιτεχνών, έστω κι αν εμφανίζεται μόνο σε κάποια ελάχιστα δείγματα γραφής (ακόμη, πάντως, και στον “συντηρητικό” Γιώργο Σεφέρη). Η επιλογή των τεσσάρων ποιημάτων που ακολουθούν έγινε (εκτός από την αυτονόητη παρουσία των εταίρων) με βάση τη διαφορετικότητα της κάθε θέασης. Κριτήριο η μοναδική τους εκφραστικότητα, η γλώσσα που συγκινεί τις αισθήσεις. Δεν υπάρχουν στα έργα αυτά κοινωνικές ή ανούσιες ηθικολογικές αναλύσεις, αλλά μόνο το καθαρά ανθρώπινο στοιχείο. Οι συγκεκριμένες δουλεύτρες της αμαρτίας παρουσιάζονται ως ιέρειες, παιδούλες, εξαθλιωμένες και ως συντροφιά πολυτελείας αντίστοιχα.

Πώς μπορούμε να παραβλέψουμε, από την άλλη, τη σπουδαία ελληνική πεζογραφία. Τη Μαντάμ Ορτάνς από το βιβλίο Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά του Νίκου Καζαντζάκη. Τις πόρνες του Καραγάτση που έρχονται σε επαφή με τους ήρωές του, στις γεμάτες από αγιοσύνη και αμαρτία ιστορίες του. Τα μπουρδέλα και τις πουτάνες στα Βαμμένα κόκκινα μαλλιά του Κώστα Μουρσελά, που περιγράφει, με μοναδικό γλαφυρό τρόπο, τη ζωή στη φτωχή Αθήνα στα χρόνια μετά την κατοχή και τον εμφύλιο. Σε όλους μας είναι γνωστός ο βίος του Κώστα Καρυωτάκη, ο οποίος έπλεξε τη ζωή του με τις φτωχές πόρνες και πληρώθηκε με τη σαρκοφάγο αρρώστια της σύφιλης.

Φρονώ πως δεν θα ήταν εκτός θέματος να αναφέρω κάποια διάσημα έργα και από την παγκόσμια λογοτεχνική κληρονομιά, που είναι κτήμα όλων μας, ασχέτως καταγωγής ή γλώσσας. Οι ιερόδουλες βρίσκονται σε πρώτο πλάνο σε έργα όπως Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ή Η κρίση του Άντον Τσέχωφ. Στο Υπόγειο του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι η νεαρή Λίζα έχει έναν από τους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Ένα ολόκληρο κεφάλαιο του Οδυσσέα του Τζαίημς Τζόυς τιτλοφορείται «Κίρκη» (όνομα χαμαιτυπείου). Μέσα στο πονηρό αυτό σπίτι, σε μία ονειρική και σουρεαλιστική ατμόσφαιρα, οι πόρνες παρουσιάζονται ως δικαστές του ήρωα Λεοπόλδου Μπλουμ. Άλλωστε και ο ίδιος ο Τζόυς ήταν τακτικός θαμώνας των οίκων ανοχής. Γνώριζε έτσι, εκ του σύνεγγυς, κάποια από τα πιο σκοτεινά μυστήρια της ανθρώπινης ψυχής και ύπαρξης. Στο συγκλονιστικό μυθιστόρημα του Ιάπωνα Γιασουνάρι Καβαμπάτα Η χώρα του χιονιού η γκέισα Κομάκο συντροφεύει σε όλη την πλοκή τον ήρωα Σιμαμούρα. Μια ιστορία που ξετυλίγει τον εκλεπτυσμένο αισθησιασμό της ανατολής, απαλλαγμένο από τα πουριτανικά βαρίδια της δύσης.

Ο κατάλογος των έργων δεν σταματάει εδώ. Κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η ρομαντική θέαση των γυναικών από τους συγγραφείς. Οι πόρνες ήταν αγαπητές, όχι όμως η ίδια η πορνεία ως μορφή χυδαίας εκμετάλλευσης.

1. Κώστας Ουράνης: «Εταίρα». Ο Ουράνης υπήρξε κοσμοπολίτης και αισθησιακός στη γραφή του. Διέθετε το αεικίνητο και άγρυπνο βλέμμα της ευαίσθητης καλλιτεχνικής ψυχής. Οι Νοσταλγίες, συλλογή που εκδόθηκε το 1920, εκπέμπουν εξωτισμό και διψούν για αναζήτηση υψηλών αισθητικών ιδανικών, δίχως βέβαια να στερούνται την υποβλητική μελαγχολική ατμόσφαιρα. Αυτή πάντοτε δρούσε ως κινητήριος δύναμη που ώθησε πολλούς καλλιτέχνες να μεγαλουργήσουν. Ο κόσμος των δημιουργών πάλλεται από ένταση, από έναν ρυθμό αρμονίας αλλά και κτηνώδους σφρίγους. Μετεωρίζονται, με την ίδια ευκολία, σε ανέφελους απαστράπτοντες ουρανούς, όπως και στα πιο αβυσσαλέα βάραθρα της ύπαρξης. Περιγράφουν, με μαεστρία, αιθέριες γυναικείες υπάρξεις, ακόμη κι αν είναι πόρνες. Άλλωστε θέματα ταμπού δεν υπάρχουν στην τέχνη.

Εταίρα

Στην κάμαρα, που μιαν ωχρή γλυστράει μέσα ημέρα,

σ’ ένα βελούδινο χαλί με την κοιλιά πεσμένη,

με τα λεπτά της πόδια της ολόρθα στον αέρα

και τη ρεμβή της κεφαλή στα χέρια ακουμπισμένη,

ολόγυμνη, ακίνητη και σκεφτική, η Εταίρα

στης πλήξεώς της το κενό σκληρά στηλώνει μάτια,

όμοια με τη γρανιτική και την αρχαία Σφίγγα

που στης μεγάλης έρημου ορθώνεται τα πλάτια.

Η πόρτα της είνε κλειστή στων θαυμαστών το πλήθος

και τίποτα την πλήξη της δεν την ενδιαφέρει,

μονάχα μ’ ένα κάποτες αφηρημένο χέρι

χαϊδεύει αργά στον πάλλευκο και τον ψυχρό λαιμό της

ένα πρασινοκίτρινο κ’ ημερωμένο φίδι,

όπου έχει κουλουριαστεί σα ζωντανό στολίδι.

Την Εταίρα, στο ομώνυμο ποίημα του Ουράνη, τη συναντούμε στο δωμάτιό της. Βρίσκεται μόνη, δίχως την παρουσία κάποιου άντρα, σε στιγμή ανάπαυλας και νωχελικής περισυλλογής. Πρόκειται για μια ιέρεια του αγοραίου έρωτα. Δεν έχει πελάτες ή προστάτες που να την εκμεταλλεύονται, αλλά πλήθος θαυμαστών. Ηδυπάθεια, πλήξη, κενότητα. Μια μαυλίστρα, μια αρχαία Αιγύπτια ίσως, χαϊδεύει ένα ημερωμένο φίδι, σύμβολο του ανδρισμού και της αμαρτίας. Μια λάγνα ύπαρξη που το βάρος της αμαρτίας της δεν σφίγγεται σαν θηλιά γύρω από τον λαιμό της, αλλά «σα ζωντανό στολίδι». Η θεία ηδονή στο γυμνό της κορμί είναι ένα πολύτιμο περιδέραιο. Το σώμα της είναι ναός της Αφροδίτης όπου οι θνητοί άντρες βαπτίζονται στο αρχέγονο νάμα του πάθους.

2. Γιώργος Σεφέρης: «Ο κ. Στρατης Θαλασσινόσ περιγράφει Έναν Άνθρωπο» (4. Παλικάρι). Η ποιητική φωνή του Σεφέρη ηχεί με αρμονία ανάμεσα στην παράδοση και στο σύγχρονο, για την εποχή του, κάλεσμα του μοντερνισμού. Η εκφραστικότητά της μοναδική με δομή περίτεχνη. Από την άλλη στέκει τόσο οικεία για τον καθένα μας. Ο ποιητής δεν σπούδασε μόνο σε κλειστές και βαρυφορτωμένες βιβλιοθήκες, αλλά εντρύφησε στο μεγάλο βιβλίο της ζωής. Η γλώσσα του συνομιλεί με τους ανθρώπους, που είναι συνοδοιπόροι του στον πόνο, στην προσμονή, στην απώλεια. Ο Σεφέρης δεν μιλάει για τα πράγματα, μιλάει με τα πράγματα. Η μεγάλη ποίηση είναι η αληθινή συγκίνηση, πέρα από κάθε διανοουμενισμό και περιττό στολίδι. Ο καλλιτέχνης υπηρετεί τις υψηλές αξίες με μόχθο και συνέπεια. Οι αλήθειες των ποιημάτων του θεωρούνται παγκόσμια αισθητικά σύμβολα. Η ιστορία ξαναζεί μέσα στις δεκάδες περσόνες των ηρώων του. Το περιεχόμενό της δεν είναι κάτι νεκρό και παρωχημένο. Τα διδάγματά της είναι διαχρονικά σε κάθε έκφανση της ανθρώπινης μοίρας.

Το ποίημα του Σεφέρη, από το οποίο παρατίθενται αποσπάσματα αμέσως παρακάτω, ανήκει στην ενότητα «Ο κ. Στρατής Θαλασσινός» (Τετράδιο Γυμνασμάτων, 1940). Ο νεαρός Στρατής ξεμπαρκάρει μετά από ένα πολύμηνο ταξίδι στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης. Ο ναύκληρος τον πηγαίνει σ’ ένα πορνείο: «Έτσι γνώρισα τις γυναίκες που φορούν μονάχα κάλτσες», μας εξομολογείται. Ο Σεφέρης αριστοτεχνικά σκηνοθετεί με απαράμιλλα λεκτικά πλάνα το πορνείο αυτό. Η φθινοπωρινή ατμόσφαιρα επιβάλλεται υποβλητικά όπως και σε άλλα ποιήματα του μεγάλου δημιουργού: «Είδα τα φύλλα της κληματαριάς κίτρινα/ πεσμένα χάμω/ κολλημένα στις πλάκες στη φτωχή λάσπη». Η περιγραφή του “σπιτιού” περιορίζεται στην αυλή του: «Ήταν ένας περίεργος τόπος/ ένα περιβόλι με δυο καρυδιές μια δράνα ένα πηγάδι/ τριγύρω ο τοίχος με σπασμένα γυαλιά στην άκρη/ ένα αυλάκι τραγουδούσε “Εις το ρεύμα της ζωής μου”./ Τότες είδα για πρώτη μου φορά μια καρδιά/ τρυπημένη με τη γνωστή σαΐτα/ ζωγραφισμένη στον τοίχο με κάρβουνο». Υπάρχει λοιπόν ένα πηγάδι που συμβολίζει την ίδια την ύπαρξη. Νιώθει δέος ο Στρατής καθώς αναμετρά τα χρόνια που ξοδεύτηκαν και το αβέβαιο μέλλον που έρχεται. Μια ξαφνική βίαιη κίνηση γίνεται: «Τότες ο ναύκληρος μ’ άρπαξε από το γιακά και με πέταξε μέσα στο πηγάδι·/ το ζεστό νερό και τόση ζωή τριγύρω στο δέρμα…». Ο Στρατής βρίσκεται μέσα στο ίδιο του το σώμα που καίγεται από τη νιότη και τη ζωή που την κατακλύζει. Μόνος τώρα θα αντιμετωπίσει τον χρόνο, τις αναστολές και τις φοβίες του.

Στο λιτό σκηνικό του πορνείου δεν υπάρχουν μέθυσοι ή προστάτες. Καμία χυδαία παρουσία που να διαταράσσει τον ρόλο των δύο ηρώων. Η εταίρα, ένα κορίτσι που «παίζ[ει] απρόσεχτα με το δεξί του στήθος», εξομολογείται: «Είμαι από τη Ρόδο, με αρρεβώνιασαν 13 χρονώ για 100 παράδες». Η δική της πορεία, «εις το ρεύμα της ζωής», περιγράφεται σε μια συμπυκνωμένη φράση, μοναδική σε ολόκληρο το ποίημα. Κι όμως δεν είναι κομπάρσος αλλά πρωταγωνίστρια στη δραματουργία του Σεφέρη.

Δεν υπάρχει θύμα ή θύτης ούτε μια στυγνή πελατειακή σχέση. Μόνο δυο νεαρές υπάρξεις ριγμένες στο ρεύμα της μοίρας. Παραδομένες σ’ ένα πεπρωμένο που αδυνατούν να ορίσουν. Η κάθε μία με τη δική της αφετηρία, με τις δικές της απώλειες και ζημίες που δόθηκαν σ’ ένα πρόσκαιρο σμίξιμο. Ίσως να μην φαντάζει αταίριαστο τούτο το σκηνικό των δύο αγκαλιασμένων εφήβων στη μικρή αυτή γωνιά μιας αχανούς και κοσμοπολίτικης μεγαλούπολης.

3. Νίκος Καββαδίας: «Πικρία». Ο Καββαδίας έδεσε τη ζωή του με τα κύματα των ωκεανών και με τη μοίρα της ναυτοσύνης. Η γλώσσα του έχει την πλαστικότητα της θάλασσας, τη σκοτεινάγρα των βυθών της, τα επιβλητικά χρώματα της απεραντοσύνης της. Υπήρξε γνήσιος εκφραστής της αγωνίας, της προσμονής, της λαχτάρας και του θανάτου που κρύβει στο υδάτινό της σώμα. Η αρμύρα ενός αξεδίψαστου πόθου, ενός ασίγαστου πάθους αποτυπώνεται σε κάθε ποίημά του. Η θάλασσα τον θρέφει και τον πληγώνει παράλληλα. Είναι πηγή έμπνευσης και κατάρα. Πιστή σύζυγος και άπιστη ερωμένη. Ο Καββαδίας μοιραζόταν με τους ναυτικούς συντρόφους του τη χαρά και τη λύπη, τον ούριο άνεμο και τα αδυσώπητα δρολάπια. Και φυσικά την πληρωμένη ηδονή στα πορνεία των λιμανιών του κόσμου.

Πικρία

Ξέχασα κείνο το μικρό κορίτσι από το Αμόι

και τη μουλάτρα που έζεχνε κρασί στην Τενερίφα,
τον έρωτα, που αποτιμάει σε ξύλινο χαμώι,
και τη γριά που εμέτραγε με πόντους την ταρίφα.

Το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου,
και τα κρεβάτια ξέχασα τα σαραβαλιασμένα
με τα λερά σεντόνια τους τα πολυκαιρισμένα,
για το κορμί σου, που έδιωχνε το φόβο του θανάτου.

Στο ποίημα «Πικρία» (Τραβέρσο, 1975 –παρατίθενται οι δυο πρώτες στροφές) αναδεικνύεται μια ατμόσφαιρα ωμά ρεαλιστική δίχως ωραιοποιήσεις. Λερά σεντόνια, ταλαιπωρημένες πόρνες που μυρίζουν ίσως (ας μου επιτραπεί η “παρέμβαση”) πολυκαιρισμένο σπέρμα. Οι ρόλοι γνωστοί: Η γριά τσατσά μετράει τις εισπράξεις στο “παγκάρι” του οίκου ανοχής. Ο κίνδυνος της σύφιλης παραμονεύει στο κάθε σμίξιμο. Η στοιχειώδης ασφάλεια κατά την ερωτική πράξη είναι ανύπαρκτη. Το περμαγγανάτο (χημικό διάλυμα απολυμαντικού) δεν είναι ικανό να διαφυλάξει κανέναν από τους συνουσιαζόμενους. Όλοι παραδίδονται στη μοίρα και την τύχη. Ένα ερωτικό σφιχταγκάλιασμα, έστω και τόσο ριψοκίνδυνο, τόσο πρόσκαιρο είναι ικανό άραγε να κατανικήσει τον θάνατο στις ψυχές των ταλαίπωρων ναυτικών; Οξύμωρο ακούγεται! Μα γι’ αυτούς τους θαλασσόλυκους τόσο αληθινό.

Ο Καββαδίας είχε πολλές σχέσεις με πόρνες. Ήταν άντρας που σεβόταν και λάτρευε τις γυναίκες, αλλά δεν ήθελε να ερωτευθεί, να δεθεί μόνιμα με κάποια: Ο φόβος του θαλασσινού που δύσκολα μπορεί να νοικοκυρευτεί, να κάνει οικογένεια. Υπάρχει μια μαρτυρία του πεζογράφου Μήτσου Κασόλα στην οποία αναφέρεται χαρακτηριστικά:

Στα τελευταία του χρόνια ο Νίκος Καββαδίας έλεγε για τον έρωτα:

 –Τον κορόιδευα, δεν τον πίστευα. Ίσως τον φοβόμουνα, γιατί όχι; Και χθες πήγα στον Πειραιά κι έψαχνα να βρω κάτι… μια γυναίκα που μου ᾽πε μια φορά: «Σε καταριέμαι να αγαπήσεις εξήντα χρονών και να δούμε τότε πώς θα γελάς τώρα που φεύγεις!» Και πήγα στο νεκροταφείο να της ανάψω ένα κερί, παρ᾽ όλο που δεν είμαι θρήσκος και δεν πιστεύω στο Θεό. Ήμουνα εγώ είκοσι, αυτή ήταν πενήντα.

–Φυσικό ήτανε τότε να φύγεις.

–Φυσικά, ναι. Αλλά τώρα η κοπέλα που αγαπάω εγώ είναι 25 κι εγώ 65.

–Αν σου πει μείνε, την παρατάς τη θάλασσα;

–Όχι, για όνομα του Θεού, όχι.
(«Η βάρδια του φίλου μου Νίκου Καββαδία τέλειωσε», Αυγή, 16/02/1975, 3· εδώ παρατίθεται από: Τ. Κόρφης, Νίκος Καββαδίας: Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του. Αθήνα: Πρόσπερος 1991 (11978), 80).

Τέλος αξίζει να αναφερθεί ο πίνακας του Γιάννη Τσαρούχη «Ναυτικός και πόρνη» που χρησιμοποιήθηκε στη β’ έκδοση της συλλογής του Καββαδία Πούσι (1973).

4. Κωνσταντίνος Καβάφης: «Ο Οράτιος εν Αθήναις». Ο μεγάλος αλεξανδρινός ποιητής έζησε μεταξύ ηδονής και θανάτου. Το σπίτι όπου διέμενε ήταν σε μια κακόφημη συνοικία που λεγόταν Αταρίν, ανάμεσα στο Ελληνικό Νοσοκομείο και τους οίκους ανοχής της Αλεξάνδρειας, τους οποίους ο ποιητής χαρακτήριζε μάλιστα Ναούς του σώματος αλλά και της ψυχής –και αυτό δεν είναι καβαφική ειρωνεία. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως στο ισόγειο του σπιτιού του λειτουργούσε άλλοτε, για αρκετά χρόνια, ένας οίκος της “απωλείας”. Για το μεγαλείο της ποίησής του δεν θα ήθελα να αναφέρω περισσότερα. Παραθέτω λοιπόν το παρακάτω αποκηρυγμένο ποίημά του. Το πορνείο δεν βρίσκεται στην αγαπημένη του πόλη αλλά «εν Αθήναις».

Ο Οράτιος εν Αθήναις

Εις της εταίρας Λέας το δωμάτιον,

όπου κομψότης, πλούτος, κλίνη απαλή,

νέος, με ιάσμας εις τας χείρας, ομιλεί.

Κοσμούσι τους δακτύλους του λίθοι πολλοί,

κ’ εκ σηρικού λευκού φορεί ιμάτιον

με ανατολικά κεντήματ’ ερυθρά.

Η γλώσσα του είν’ Αττική και καθαρά,

αλλ’ ελαφρός τις τόνος εν τη προφορά,

τον Τίβεριν προδίδει και το Λάτιον.

Ο νέος την αγάπην του ομολογεί,

κ’ η Αθηναία τον ακούει εν σιγή

τον εύγλωττόν της εραστήν Οράτιον·

κ’ έκθαμβος βλέπει νέους κόσμους του Καλού

εντός του πάθους του μεγάλου Ιταλού.

Η Λέα, εταίρα πολυτελείας, διαθέτει απαστράπτον δωμάτιο, πλούσιο σε ανέσεις: ικανό να δεχτεί τους ευγενείς πελάτες της. Η Λέα ακούει τον λατίνο ποιητή Οράτιο έκθαμβη, «εν σιγή», όμως γοητευμένη από το κύρος και τη σημαντική θέση που κατέχει ο εραστής της στον ρωμαϊκό κόσμο. Νιώθει σίγουρα υπερήφανη, καθώς στέκει ακροάτρια των εξομολογήσεών του.

Η ποίηση στο τέλος θριαμβεύει. Η εταίρα μένει μαγεμένη και άφωνη μπροστά στον κάθε (μεγάλο) δημιουργό. Η ποίηση είναι η τέχνη που θαυμάζει τον κόσμο γύρω της, τη φύση, και τους ανθρώπους, με το φως και το σκοτάδι που τους αρμόζει ή τους βαραίνει. Οι μεγάλοι ποιητές γνωρίζουν πως τα έργα τους μπροστά στη μεγαλοσύνη του σύμπαντος στέκουν «εν σιγή», δίχως κομπασμό ή αλαζονεία. Γι’ αυτό είναι τόσο σπουδαία και αληθινά που ξεπερνούν τον φτενό ανθρώπινο χρόνο. Γίνονται οικουμενικά σύμβολα, φάροι του αειλαμπούς πνεύματος.

Ο Παναγιώτης Ράμμης είναι συγγραφέας.