BLG – Minimalistic Theme Focused on Readability

EN

Η «Ελενίτσα» του Κωνσταντίνου Τσιτσελίκη: Μια πόρνη στη γαλλοκρατούμενη Κοζάνη του Μεγάλου Πολέμου

Μάριος-Κυπαρίσσης Μώρος

κι ίσως μείνει αιώνια τ’ όνομά μου σα σύμβολο
εκείνων που σώθηκαν και λυτρώθηκαν 
ότι ηγάπησαν πολύ.

Ν. Χριστιανόπουλος, «Μαγδαληνή».

Προλογικά. Η λογοτεχνική παραγωγή του Μεσοπολέμου επεφύλαξε μια ιδιαίτερη θέση στις πόρνες, τις οποίες αναπαράστησε σε ποικίλες μορφές· πόρνες που γίνονται καθρέφτες μιας κοινωνίας σαθρής υπό διάλυση, πόρνες που εγγράφεται στο σώμα τους ένας κόσμος κακοφωτισμένος από κόκκινα φανάρια, στον οποίο το περιθώριο γίνεται ο κανόνας κι ο διαβήτης, πόρνες οι οποίες έχουν απολέσει, πάντα σχεδόν ακούσια, τους δεσμούς με το οικογενειακό τους περιβάλλον και ό,τι αυτό συμβολίζει γίνονται ένας “τύπος” της λογοτεχνίας[1]. Αντιδιασταλτικά σε αυτόν τον “τύπο”, ωστόσο, λειτουργούν μορφές της πόρνης που θέτει τον εαυτό της σε κίνδυνο για έναν ανώτερο σκοπό, όπως η πατρίδα. Ανάμεσα στις τελευταίες, έρχεται να κατατάξει η μελέτη αυτή μία πόρνη εγγραμμένη στις σελίδες ενός δυτικομακεδόνα πεζογράφου του Μεσοπολέμου, άγνωστου στο κοινό, ακόμα και στο ειδικό, ο οποίος, όμως, έχει μία ιδιαίτερη θέση στη λογοτεχνική σκηνή της Κοζάνης, του Κωνσταντίνου Τσιτσελίκη (1882-1938). Ο Τσιτσελίκης, δικηγόρος στο επάγγελμα, θα παίξει σημαντικό ρόλο και στο πολιτικό γίγνεσθαι της πόλης, καταλαμβάνοντας διάφορες δημόσιες θέσεις, οι οποίες θα σχετιστούν σε πολλαπλά επίπεδα με τη συγγραφική του παρουσία[2]. Αν και η συγκαταλογή του με τους Γ. Βαφόπουλο, Μ. Λαγουδάκη και Θ. Τζήμητρα «στο σημείο εκκίνησης της βορειοελλαδικής λογοτεχνίας στις αρχές της δεκαετίας του ’20» είναι λίγο υπερβολική[3], πρέπει να τονιστεί ότι ο Τσιτσελίκης αποτελεί ένα σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία της τοπικής λογοτεχνίας[4]. Συνεργασίες του θα δημοσιευτούν στον περιοδικό τύπο της εποχής (Μακεδονικό Ημερολόγιο Θεσσαλονίκης, Μακεδονικά Φύλλα, Νέα Εστία κ.ά.), ενώ οκτώ διηγήματά του με θέματα ηθογραφικά, ερωτικά και κοινωνικά θα αποτελέσουν τη μόνη συλλογή διηγημάτων του, Μακεδονικές εικόνες (1924)· το λογοτεχνικό του έργο θα ολοκληρωθεί με τις δύο νουβέλες: Ένα ξερίζωμα (1926) και Αγάπη στον Αλιάκμονα (1935), η πρώτη δημοσιευμένη στην Αθήνα από τις εκδόσεις των αδερφών Δ. & Π. Δημητράκου και η δεύτερη δημοσιευμένη αρχικά σε συνέχειες στην αθηναϊκή εφημερίδα Τύπος κι αργότερα στη Βόρειο Ελλάδα[5]. Είναι χαρακτηριστικά όσα γράφει ο Διονύσης Μανέντης, κοζανίτης γιατρός, το 1939, για τον Τσιτσελίκη, έχοντας διαβάσει την Αγάπη στον Αλιάκμονα: «Η Κοζάνη επί πλέον έχει να επιδείξει ένα λογοτέχνη πρώτης γραμμής τον παλαίμαχον Κ. Τσιτσελίκην, του οποίου απολαμβάνω τας ημέρας αυτάς μιαν ωραίαν του δημιουργίαν. […] Ο Τσιτσελίκης δημιουργεί την τοπική λογοτεχνία εδώ. Σπουδαίο για τον τόπο…»[6]. Όλα σχεδόν τα έργα που ο Τσιτσελίκης θα δημοσιεύσει ώς τον πρόωρο θάνατό του διαδραματίζονται στην πόλη της Κοζάνης, με εξαίρεση το Ένα ξερίζωμα, στο οποίο, βέβαια, θα βρούμε και σκηνές στο πρωτοδικείο της πόλης.

Στα διηγήματά του ο Τσιτσελίκης χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη εικόνες και ανθρώπους από την καθημερινή ζωή της Κοζάνης· άλλοτε πρόσωπα υπαρκτά, όπως ο Μητροπολίτης Φώτιος στην Αγάπη στον Αλιάκμονα, άλλοτε γραφικές φυσιογνωμίες της πόλης, κι άλλοτε πρόσωπα παρμένα από το περιθώριό της, οι χαρακτήρες που “ζουν” στα έργα του προσφέρουν στον αναγνώστη μία εικόνα της Κοζάνης του Μεσοπολέμου. Οι Μακεδονικές εικόνες είναι ίσως το πλέον ενδεικτικό έργο του Τσιτσελίκη για την ανάπλαση αυτής της εποχής· στις σελίδες τους, όπως παρατηρεί ο Μάκης Καραγιάννης, «βλέπεις έκπληκτος την πόλη να γίνεται μια χοάνη όπου συμφύρονται διάφορες εθνότητες. Συμπαθείς Τούρκοι αγάδες και χωρικοί, Ρώσοι αιχμάλωτοι, Μαροκινοί, Σενεγαλέζοι και προπάντων Γάλλοι». Λίγο παρακάτω, ο ίδιος μελετητής θα τονίσει και τη σημασία των έργων του Τσιτσελίκη για την ιστορική γνώση της εποχής: «Και πρέπει να πούμε ότι η γνώση μας για τις συνθήκες που επικρατούσαν την εποχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην πόλη, τη συμπεριφορά των Γάλλων με τις συλλήψεις και την τρομοκρατία, το πώς αισθάνονταν οι άνθρωποι τότε οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στα διηγήματα και την αρθρογραφία του Τσιτσελίκη, που ήταν ένας ενεργός πολίτης»[7].

Η Ελενίτσα, λοιπόν, του ομώνυμου διηγήματος είναι μία πόρνη, η οποία περνά ανάμεσα από τις «μυλόπετρες τις Ιστορίας», που ακόμα κι αν δεν τη συνθλίβουν, όπως γίνεται με πολλές ηρωίδες της εποχής της, αφήνουν πάνω της το στίγμα τους. Αυτή τη σχέση της πρωταγωνίστριας με την Ιστορία θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε στην παρούσα μελέτη, απαντώντας, ή μάλλον επαναδιατυπώνοντας ερωτήματα όπως: Ποια είναι η σχέση του γυναικείου αυτού σώματος με την Ιστορία; Κατά πόσο μπορούμε να μιλήσουμε για εγγραφή της «εθνικής συνείδησης» στην Ελενίτσα; Πόσο, εν τέλει, μπορεί η ηρωίδα να απομακρυνθεί από μία στερεοτυπική εικόνα, αλλά και μοίρα, μιας μεσοπολεμικής πόρνης στη λογοτεχνία;

Ι. «Βιβ λα Φρανς!» και «Βιβ λα Γκρες!». Η Κοζάνη, μετά τα γεγονότα του Νοεμβρίου του 1916 και την επικράτηση του κινήματος της «Εθνικής Αμύνης», μετά, δηλαδή, από την ένταξή της στο «κράτος της Θεσσαλονίκης» κι όχι στο «κράτος των Αθηνών», γνωρίζει τη Γαλλική Κατοχή από στρατεύματα της Αντάντ, η οποία θα διαρκέσει τρία χρόνια. Η πόλη θα γίνει έδρα γαλλικού προξενείου, ενώ σε αυτή θα στρατοπεδεύσουν το 40ό Σύνταγμα Ιππικού της Αφρικής και το Μαροκινό Σύνταγμα Ιππικού των Σπαχήδων. Η Κοζάνη θα γνωρίσει μία έντονη πολιτιστική κίνηση την περίοδο της γαλλοκρατίας, την οποία ο έλληνας γενικός διοικητής Δυτικής Μακεδονίας Ι. Ηλιάκης, μέσω της εφημερίδας Ηχώ της Μακεδονίας, θα εξάρει[8]. Προς τιμήν των γαλλικών δυνάμεων, οι οποίες εισήλθαν στην Κοζάνη χωρίς επεισόδια, σε αντίθεση π.χ. με τη Φλώρινα, δόθηκαν αρκετές δεξιώσεις, με τους γάλλους αξιωματικούς να παρακάθονται με μέλη της κοζανίτικης κοινωνίας. Με μια τέτοια δεξίωση ξεκινά και η «Ελενίτσα», στην οποία η πρωταγωνίστρια κάθεται ανάμεσα σε γάλλους αξιωματικούς· σε κάθε «Βιβ λα Φρανς!» που ξεστομίζει, ακούγονται τα «Βιβ λα Γκρες!» των Γάλλων, ενώ δεν λείπουν από το στόμα τους νύξεις στις πόρνες που εγκαταστάθηκαν στην Κοζάνη παράλληλα με την εγκατάσταση των γαλλικών στρατευμάτων: «Υπάρχουν Έλληνες και προ πάντων Ελληνίδες που μας αγαπούν!»[9].

Η Ελενίτσα θα ξεχωρίσει τον ανθυπίλαρχο Ολιβιέ, με τον οποίο το ίδιο εκείνο βράδυ θα κοιμηθεί· ο Τσιτσελίκης θα περιγράψει την ερωτική τους πράξη γράφοντας πως αφού γδύθηκε η Ελενίτσα, ξάπλωσε στο κρεβάτι «όπου μετά δυο λεπτά έπεσε και ο ίδιος»[10], ενώ θα αφιερώσει δύο σχεδόν παραγράφους στις σκέψεις και τα συναισθήματά της. Η τελευταία αυτή διάσταση της ψυχογράφησης των χαρακτήρων από τον Τσιτσελίκη έχει τονιστεί ιδιαίτερα από την κριτική[11]. «Ποιος ξέρει! Σκέφθηκε η Ελενίτσα το καϋμένο το παλληκάρι, θα γλυτώση άραγε απ’ αυτόν τον πόλεμο! ή θα παν χαμένα τα νειάτα του σε καμμιά άγνωστη λακκιά εδώ της Μακεδονίας!»[12]. Ο αφηγητής θα περιγράψει τα συναισθήματα που γεννούνται στην πρωταγωνίστρια για τον Ολιβιέ, λίγο πριν παραχωρήσει τον φακό θέασης στην ίδια την Ελενίτσα. Βλέποντας μέσα από τα δικά της μάτια, ο αφηγητής, ο οποίος συχνά θα μεταφέρει το βάρος της εκφοράς του λόγου και της ιδεολογίας από τη μια πλευρά στην άλλη, παραθέτει και ενός είδους ιδεολογική χροιά στις σκέψεις της Ελενίτσας. Η τελευταία θαυμάζει στον Ολιβιέ όχι μόνο την ομορφιά αλλά και την αντρειοσύνη του, την οποία μετρά με τις συλλήψεις των ανταρτών που αντιστάθηκαν στη γαλλική κατοχή της περιοχής. Εδώ, θα δούμε μια Ελενίτσα να εκφέρει έναν καθαρά αντεθνικό λόγο, έναν λόγο διαμεσολαβημένο από τον ίδιο τον Ολιβιέ, του οποίου μοιάζει να δανείζεται τη φωνή: «Ψες ακόμη δεν της διηγήθηκε στο γλέντι πώς κατόρθωσε με το απόσπασμά του να αιχμαλωτίσει σαράντα αντάρτες απ’ αυτούς τους βρωμοέλληνες που δεν θέλουν τους Γάλλους και τους έφερε εδώ στην Κοζάνη; Είχαν και καμμιά δεκαριά γυναίκες αυτοί οι αντάρτες. Ακούς εκεί! Νάχουν και γυναίκες! […] Ουφ! Καλά τους κάμουν τότε και οι Γάλλοι που τους τουφεκίζουν»[13]. Βλέπουμε, λοιπόν, πως στην πρωταγωνίστρια χρεώνεται ένας καθαρά αντεθνικός λόγος, τον οποίο προκαλεί ένας εξίσου «έρως αντεθνικός»[14]. Ο Τσιτσελίκης επιλέγει να χρησιμοποιήσει τον αφηγημένο μονόλογο, δίνοντας σε τρίτο πρόσωπο τις σκέψεις της πρωταγωνίστριάς του. Η τελευταία αυτή παρατήρηση έχει σημασία, καθώς όταν στην Ελενίτσα χρεωθεί ρητά ο λόγος δε θα βρούμε αυτή την ανθελληνικότητα. Στην επόμενη ακριβώς σειρά θα πει: «-Τι κρίμα να σκοτώνουνται έτσι άδικα οι άνθρωποι!»[15].

Την αμέσως επόμενη φορά που ο αφηγητής θα δώσει τον λόγο στην πρωταγωνίστριά του, η Ελενίτσα θα μιλήσει για τον έρωτά της για τον Ολιβιέ. Η Δέσποινα Μπισχινιώτη, διερευνώντας το πρότυπο του ιδανικού άνδρα, όπως παρουσιάζεται σε κείμενα με πρωταγωνίστριες πόρνες, παρατηρεί ότι «το όνειρο μιας πόρνης για τον ιδανικό σύντροφο είναι να μην ανήκει εκείνος στους τύπους αντρών που κινούνται στους χώρους του υποκόσμου», ενώ λίγο παρακάτω συνδέει αυτό το όνειρο «με την επιδίωξή της για ένα καλύτερο μέλλον, για μια ανθρώπινη ζωή»[16]. Η Ελενίτσα όμως αδυνατεί να πιστέψει αυτό το όνειρο: «-Τι ανοησίες που κάθουμαι και τώρα και συλλογιούμαι! είπε. Να μ’ αγαπήσει ένας Γάλλος αξιωματικός εμένα και να με πάρη!!...»[17].

Βλέποντας μακροσκοπικά την αφήγηση του διηγήματος, δεν θα ήταν άτοπο να πούμε πως ο Τσιτσελίκης προσπαθεί να καταστήσει την Ελενίτσα στην αρχή του έργου του “ανοίκεια” στον αναγνώστη του, να την αποξενώσει, και σιγά σιγά να της προσφέρει ψήγματα ενός ανθρωπισμού που θα κορυφωθεί στο τέλος του διηγήματος. Η πρωταγωνίστρια στο μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης κινείται μεταξύ Γαλλίας κι Ελλάδας· ακόμα και στην περιγραφή της, η οποία αγγίζει το γκροτέσκο του «Μοσκώβ-Σελήμ», θα βρούμε αυτή τη διχοστασία: «Ήταν το χαϊδεμένο παιδί των Γάλλων. Φορούσε κάτι ψηλές μαύρες μπόττες κι ένα ώμορφο πράσινο καπελίνο με μια χρυσή φουντίτσα που έμοιαζε σαν Γαλλικό πηλίκιο εκστρατείας και σαν Ελληνικό ευζωνικό φέσι. Κοντό φουστανάκι από χακί που την έδειχνε πάντοτε μικρότερη απ’ ότι ήταν και ένα μικρό μαστίγιο στο χέρι»[18].

ΙΙ. «Θηλυκός στρατιώτης μισθοφόρος του έρωτος». Αυτή την περιγραφή θα ακολουθήσει ο χαρακτηρισμός της Ελενίτσας ως «θηλυκ[ού] στρατιώτ[η] μισθοφόρ[ου] του έρωτος έτοιμ[ου] να πολεμήσει κάθε ώρα και στιγμή, κάθε μέρα και κάθε νύχτα που θα της παρουσιάζετο ευκαιρία για μάχη ερωτική»[19]. Δύο χρόνια πάλευε η Ελενίτσα, θα πει ο αφηγητής κλείνοντας μια εγκιβωτισμένη αφήγηση για το πώς βρέθηκε η τελευταία στην Κοζάνη. Και πάλι μέσω του ελεύθερου πλάγιου λόγου, δοσμένου σε τρίτο πρόσωπο, ο αναγνώστης ακολουθεί την αναδρομή της Ελενίτσας στο παρελθόν της[20]. Η αφήγηση αυτή, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί “νουβέλα” μέσα στη γραμμική αφήγηση του διηγήματος, γυρνάει πίσω στα παιδικά χρόνια της πρωταγωνίστριας στην Πόλη. Η Ελενίτσα κάνει την εμφάνισή της στο διήγημα με σημαδεμένα χαρτιά· στα δεκαέξι της για πρώτη φορά γνώρισε τον κόσμο του πληρωμένου έρωτα, παρασυρμένη από μια γειτόνισσα, η οποία περιγράφεται με τα πιο μελανά χρώματα, ενώ κάποτε η αφήγηση παίρνει θέση αναφερόμενη στη γριά ως «μέγαιρα». Βλέπουμε και πάλι ότι ο Τσιτσελίκης προσπαθεί τεχνηέντως να άρει από τους ώμους της Ελενίτσας ένα μέρος από το βάρος που χρεώνεται ως πόρνη, αξιοποιώντας παράλληλα έναν “τόπο” της σχετικής λογοτεχνικής παραγωγής, την ακούσια εκπόρνευση του σώματος σε εφηβική ηλικία με τη συνέργεια κάποιας μεγαλύτερης γυναίκας. Η δεκαεξάχρονη Ελενίτσα, ορφανή από πατέρα, με μια μητέρα που ξενοδουλεύει για να συντηρήσει τις δύο κόρες της κι έναν αδερφό που τα ελάχιστα έσοδά του από τη δουλειά δεν επαρκούν, γνωρίζει μέσω της γριάς γειτόνισσας την αγκαλιά του Νιουχάτ Μπέη, η οποία όταν ανοίξει της προσφέρει τριάντα χρυσές λίρες.

Η ιστορία της Ελενίτσας από την Πόλη ώς την Κοζάνη δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον· απηχεί, ωστόσο, την προκατάληψη των πρώτων χρόνων μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών απέναντι στις προσφυγοπούλες, πολλές από τις οποίες κατέφυγαν στην πορνεία για να βιοποριστούν. Από τον Νιουχάτ Μπέη στις αγκαλιές άλλων τούρκων αξιωματούχων, μετά στου αρραβωνιαστικού της, Παντελή Αλλεμάνογλου, τον οποίο εγκαταλείπει όταν αυτός, για να αποφύγει την υποχρεωτική στράτευση στον τουρκικό στρατό, θα βρεθεί άνεργος στη Θεσσαλονίκη. Στη μακεδονική πρωτεύουσα η Ελενίτσα θα μείνει για άλλα δύο χρόνια· «[α]πό τότε κυρίως άρχισε γι’ αυτήν η ζωή της κοκκότας»[21]. Η γαλλική κατοχή θα προσφέρει στην Ελενίτσα την ευκαιρία που χρειαζόταν· «Παρατήρησε ότι στη Σαλονίκη δεν είχε πια πέρασι. […] Και τ’ αποφάσισε να φύγη στην επαρχία, στην Κοζάνη, όπου είχε πληροφορίες ότι δεν ήταν καμμιά άλλη ομότεχνός της. Και ήλθε πρώτη»[22]. Η Ελενίτσα, λοιπόν, δεν είναι για την Κοζάνη μία απλή πόρνη· είναι η πρώτη πόρνη, η προπομπός του «συντάγματος της ηδονής» που θα ακολουθήσει τους γάλλους στρατιώτες[23].

ΙΙΙ. «Έρως αντεθνικός» - πράξεις εθνικές (;). Δεν είναι όμως μόνο οι αντάρτες που θα ενοχλήσουν την πρωταγωνίστρια. Κλείνοντας τη δεύτερη από τις τρεις συνολικά ενότητες του διηγήματος, ο αφηγητής θα απομακρυνθεί από τη “συμπαθητική” Ελενίτσα της Πόλης. Με το αυτοκίνητο του Ολιβιέ θα βγουν στην ύπαιθρο, όπου ο γάλλος αξιωματικός θα στήσει ένα πλουσιοπάροχο γεύμα απέναντι ακριβώς από ένα χωράφι μιας οικογένειας Ελλήνων. Ο Τσιτσελίκης, δριμύς κατήγορος της γαλλικής πολιτικής, η οποία οδήγησε σε οριακές καταστάσεις πολλές ελληνικές οικογένειες, θα στιγματίσει αυτή τη χτυπητή διαφορά.

«Ήταν η εποχή που ένας χωρικός έδινε ένα πρόβατο για να προμηθευθή ένα καρβέλι ψωμί μαύρο, και στη Μακεδονία, την εύφορη αλλά πολυπαθή αυτή χώρα, είχαν αρχίσει να πεθαίνουν οι άνθρωποι από την πείνα. Ήταν η εποχή που οι Γάλλοι πολεμούσαν μαζύ μας για τις ελευθερίες των μικρών λαών και για να στείλουν δυο βαγόνια αλεύρι από τη Σαλονίκη για τον πληθυσμό της Κοζάνης εζήτησαν και μετρήθηκε όλος ο χρυσός της πόλις (sic) δια του αντιπροσώπου της Ελληνικής Κυβερνήσεως. […] Μα ήταν απ’ το άλλο μέρος η εποχή κατά την οποίαν εδίδοντο οι πολυτελέστεροι αναγκαστικοί χοροί εις το Μέγαρο της Κυβερνητικής αντιπροσωπείας με Ελληνικό γυναικείο υλικό για να ευχαριστήσουμε τους συμμάχους μας. Την ύπαιθρο χώρα τη θέριζε απ’ άκρη σ’ άκρη η πείνα. Έπρεπεν όμως εις κάθε περίστασι να ευγνωμονούμε τους συμμάχους, οι οποίοι μας έφεραν τον πόλεμο στη χώρα μας»[24]. Το παραπάνω εκτενές απόσπασμα κρίθηκε σκόπιμο να παρατεθεί, γιατί προσφέρει την ευκαιρία για μια ακόμη παρατήρηση. Η «Ελενίτσα» και η Ελενίτσα δίνουν την αφορμή στον αφηγητή να ασκήσει ενός είδους κοινωνική κριτική. Εδώ, βέβαια, δεν έχουμε να κάνουμε με την πόρνη του «εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω»[25], αλλά μια πόρνη που δίνει την ευκαιρία σε έναν αφηγητή ιδεολογικά φορτισμένο και ξεκάθαρα τοποθετημένο να μιλήσει, “βλέποντας” όσα περνούν μέσα από τα δικά της μάτια[26].

Επιστρέφουμε στη σκηνή των δύο εραστών που γευματίζουν απέναντι από μια οικογένεια εξαθλιωμένων χωρικών. Το πλούσιο γεύμα με «μια ή δυο κονσέρβες, ολίγο βούτυρο, ένα κομμάτι τυρί Γραβιέρας και μια σαμπάνια»[27] προκαλεί τα ζηλόφθονα μάτια των χωρικών, και κυρίως εκείνα των παιδιών τους. Όταν η Ελενίτσα θα προσφέρει στα τελευταία τα υπολείμματα του γεύματός τους, οι γονείς δεν θα αντέξουν και θα τρέξουν να πάρουν μέρος από αυτά. Η σκηνή αυτή θα προκαλέσει το γέλιο στον Ολιβιέ, ενώ «-Τι κτήνη που είνε οι χωρικοί αυτοί! είπεν η Ελενίτσα»[28].

Αν ο έρωτας της Ελενίτσας στην αρχή φάνταζε αντεθνικός, ιδιαίτερα όταν σε αυτόν χρεωνόταν η απέχθειά της για τους αντάρτες συμπατριώτες της, στο τέλος του διηγήματος θα της δοθεί η ευκαιρία να τον χρησιμοποιήσει για μια πράξη, που με μεγάλη επιφύλαξη μπορεί να θεωρηθεί εθνική. Το διήγημα γυρνά και πάλι στους «βρωμοέλληνες» αντάρτες, οι οποίοι έχουν φυλακιστεί στη Δημοτική Σχολή του Αγίου Δημητρίου, στα βόρεια της πόλης. Εδώ θα αποκαλυφτεί πως η ομάδα των ανθρώπων που συνέλαβαν οι γάλλοι στρατιώτες ανάμεσα στους αντάρτες είχε και εξαθλιωμένους χωρικούς από την περιοχή των Χασίων, που αναγκάστηκαν να περάσουν κρυφά το ποτάμι και να φτάσουν στην ουδέτερη ζώνη για να προμηθευτούν «καθένας απ’ ολίγο κριθάρι και καλαμπόκι, να το παν πέρα στα Χάσια και στα Βέντζια, στα έρημα και μαύρα χωριά τους για να γλυτώσουν τα παιδιά τους από το θάνατο!»[29]. Η θέα της ομάδας των σαράντα ανθρώπων, μεταξύ των οποίων υπήρχαν και γυναίκες, προξενεί την έκπληξη της Ελενίτσας. Ο Ολιβιέ στέκεται δίπλα της· είναι ο εραστής της, ένας εραστής ο οποίος στην παρούσα φάση έχει κυριολεκτικά εξουσία «δεσμείν και λύειν». Η Ελενίτσα, ωστόσο, το μόνο που θα κάνει γι’ αυτούς είναι να παρακαλέσει τον Ολιβιέ να τους επιτρέψει να φάνε κάτι ελάχιστο από αυτά που κόμισαν διάφορες Κοζανίτισσες για τους φυλακισμένους. Η συμπόνια της θα εξαντληθεί σε μία γριά από την περιοχή των Βεντζίων, την οποία θα ζητήσει από τον Ολιβιέ για υπηρέτριά της. Βλέπουμε, λοιπόν, πως ο αφηγητής οδηγεί την πρωταγωνίστριά του πολύ κοντά στην πραγμάτωση μιας εθνικής πράξης, όπως το να παρακαλέσει για τη ζωή των σαράντα ανθρώπων που «θα στέλλονταν εις το Στρατηγείον Θεσσαλονίκης δια τα περαιτέρω»[30]. Η Ελενίτσα, όμως, δεν θα κάνει καμία τέτοια κίνηση· ακόμα και η πράξη της σωτηρίας της γριάς υπονομεύεται από το γεγονός ότι η Ελενίτσα την βλέπει ως υπηρέτρια. Αν «ο Τούρκος έμεινε Τούρκος» στον «Μοσκώβ-Σελήμ», η Ελενίτσα έμεινε αμετανόητη πόρνη.

IV. Ο συνήθης ύποπτος ενός (μεσοπολεμικού) θανάτου. Ήδη από την περίοδο της Θεσσαλονίκης ο αφηγητής θα υπαινιχτεί κάποια ασθένεια που καταβάλλει την πρωταγωνίστριά του. «Μα τα ξενύχτια, τα μεθύσια και τα αδιάκοπα γλέντια είχαν αρχίσει να κλονίζουν την υγεία της. Το τριανταφυλλένιο χρώμα από τα μάγουλά της και οι στρογγυλάδες του σώματός της είχαν αρχίσει σιγά σιγά να χάνονται»[31]. Ο υποψιασμένος αναγνώστης θα καταλάβει πως η πρωταγωνίστρια πάσχει από την επάρατο νόσο της μεσοπολεμικής λογοτεχνίας, τη φυματίωση. Σχολιάζοντας το διήγημα του Πέτρου Πικρού «Ξεμολογημένα», στο οποίο η ηρωίδα, πόρνη στο επάγγελμα, πάσχει από φυματίωση, η Μπισχινιώτη γράφει: «Η φυματίωση, από την οποία πάσχει η κεντρική ηρωίδα ως εκδιδόμενη γυναίκα, μαρτυρά ότι αυτή ασφυκτιά στο περιβάλλον της. Άλλωστε, όπως επισημαίνει η Susan Sontag, “η φυματίωση είναι αποσύνθεση, εμπύρετος κατάσταση, εξαΰλωση. Είναι μια αρρώστια που έχει να κάνει με τα υγρά –το σώμα μετατρέπεται σε φλέγμα, βλέννα και σάλιο, και τέλος σε αίμα– και με τον αέρα, με την ανάγκη για καλύτερο αέρα”. Η ίδια θεωρητικός της νόσου σημειώνει επίσης ότι, κατά τη μυθολογία της φυματίωσης, υπάρχει γενικά κάποιο έντονο πάθος που προκαλεί την ασθένεια διαμέσου της οποίας εκδηλώνεται, το οποίο μπορεί να είναι και ηθικό. “Αλλά για να οδηγήσει στη νόσο το πάθος πρέπει να ματαιωθεί, να μαραθούν οι ελπίδες”»[32]. Η τελευταία αυτή παρατήρηση της Sontag βρίσκει εφαρμογή και στην «Ελενίτσα». Η ασθένεια εκδηλώνεται για πρώτη φορά, χωρίς τις αναλυτικές περιγραφές που θα ακολουθήσουν, στο ζενίθ της δράσης της πόρνης στη Θεσσαλονίκη, όταν γνώρισε για δύο χρόνια πολλές «ερωτικές μάχες».

Η Ελενίτσα, λοιπόν, χρεώνεται τη συνηθέστερη μορφή ασθένειας των ομοτέχνων της λογοτεχνικών, αλλά και μη, ηρωίδων. Έχει ενδιαφέρον η περιγραφή του Τσιτσελίκη, η οποία ξεκινά από τα εξωτερικά συμπτώματα που περιγράφει στο παραπάνω απόσπασμα του διηγήματος, για να κορυφωθεί με τη σκηνή στον νιπτήρα, όπου περιγράφεται η αιμόπτυση της πρωταγωνίστριας: «Ω αυτός ο αναθεματισμένος βήχας ξανάρχισε πάλι! Κοντός, ξηρός και αδιάκοπος την ετάραζε ολόκληρη. Κάτι φλέγματα στάθηκαν στο λαιμό της· έφτυσε στη λεκάνη του λαβομάνου και είδε πως ήταν κόκκινα, σαν να ήταν ανακατεμμένα με αίμα. Τα μάγουλά της είχαν κοκκινήσει από το βήχα. Μα η κοκκινάδα εκείνη ήτο ανακατεμμένη με κιτρινάδα. Κάτι που την έκαμνε άσχημη σαν φάντασμα»[33]. Ο θάνατος της πρωταγωνίστριας προοικονομείται από τη σκηνή αυτή του καθρεφτίσματος του πάσχοντος σώματός της και της παρομοίωσης με το φάντασμα. Με ένα αφηγηματικό άλμα του Τσιτσελίκη, ο αναγνώστης θα βρεθεί μετά από το περιστατικό με τους φυλακισμένους αντάρτες στον Οκτώβριο του 1917 και στον θάνατο της Ελενίτσας. Μοιάζει σαν η αφήγηση να της στερεί τα πάντα, λίγο πριν την τελευταία της κατοικία: «Ο Ολιβιέ την είχε εγκαταλείψει προ πολλού. Είχεν αναγκασθή να πωλήσει όλα τα κοσμήματά της δια να διατηρηθή κατά την ασθένειάν της»[34]. Τα στερήθηκε όλα; Όχι. Ο μόνος άνθρωπος που τη συντροφεύει στο τελευταίο της ταξίδι ώς το κοιμητήριο είναι η γριά από τα Βέντζια, ως υπενθύμιση, ίσως, της δύναμης της μόνης πράξης μεγαλοψυχίας που της αποδίδεται σε ολόκληρο το διήγημα.

Επιλογικά. Η Ελενίτσα του ομώνυμου διηγήματος ξεκινά δίχως ιδεολογία και εθνικά συναισθήματα, δε διστάζει μάλιστα να καταφερθεί και εναντίον των συμπατριωτών της που εναντιώθηκαν στα γαλλικά στρατεύματα κατοχής, για να καταλήξει μέσω ενός αντεθνικού έρωτα σε μία πράξη που κάπως εξιλεώνει τον εθνικό εαυτό της. Αν η πρωταγωνίστρια κατορθώνει έστω και λίγο και υπερβαίνει τον αντεθνικό της εαυτό, δεν καταφέρνει να υπερβεί και τη μοίρα πολλών λογοτεχνικών ομοτέχνων της. Το τέλος της δεν κομίζει κάτι το πρωτότυπο. Η Ελενίτσα, θα μπορούσαμε να πούμε, ανήκει στον “τύπο” της μεσοπολεμικής πόρνης. Η φυματίωση, που θα την ακολουθεί από τη Θεσσαλονίκη, θα τη βρει στην Κοζάνη και θα τη σκοτώσει στο πλευρό της γριάς γυναίκας που η Ελενίτσα έσωσε.

Στην «Ελενίτσα» δεν θα βρούμε τις νατουραλιστικές περιγραφές των εκδιδόμενων γυναικών και των πορνείων με τις γριές ματρόνες, ούτε τις περιθωριακές φυσιογνωμίες των θαμώνων των οίκων ανοχής. Η Ελενίτσα είναι μία πόρνη που περνά διαρκώς μέσα από συμπληγάδες. Τσακισμένη θα περάσει τις πρώτες, της Ιστορίας, για να βρεθεί διαλυμένη, σωματικά και ψυχικά, μπροστά στον θάνατο. Ο συγγραφέας της καταφέρνει να συνδέσει το σώμα της πόρνης, το σημαδεμένο από μια τραυματισμένη σεξουαλικότητα, με το σώμα της Ιστορίας, εξίσου σημαδεμένο ανεξίτηλα από άλλου είδους βίαιες εγγραφές. Η «Ελενίτσα» δεν αποτελεί κοινωνική κριτική, με την έννοια ότι η κοινωνία είναι μια πόρνη. Τα μάτια της πρωταγωνίστριας δίνουν το υλικό για το στόμα του αφηγητή. Η ματιά της Ελενίτσας είναι ο, πολιτικός άνδρας, Τσιτσελίκης που στιγματίζει τη γαλλοκρατία στην Κοζάνη και τα παρεπόμενά της.

Όπως και να ’χει, μακριά από όποιες αξιολογικές κρίσεις, που δεν προσφέρουν κάτι στη φιλολογική μας διερεύνηση, η «Ελενίτσα» είναι ένα ξεκάθαρα πρωτότυπο διήγημα, ακόμα κι αν η δράση του δεν είναι τόσο πρωτότυπη, για τα λογοτεχνικά δεδομένα της Κοζάνης. Το πιο ενδιαφέρον ίσως είναι ότι αναφέρεται σε μια περίοδο θολή για την ιστορική, πόσο μάλλον για τη φιλολογική, έρευνα, όπως είναι η περίοδος του Εθνικού Διχασμού και της Γαλλικής Κατοχής της Μακεδονίας.

Ο Μάριος-Κυπαρίσσης Μώρος είναι Μεταπτυχιακός φοιτητής Νεοελληνικής Φιλολογίας του Α.Π.Θ.

 
 


[1] Για μία συστηματική και ενδελεχή διερεύνηση της λογοτεχνικής απεικόνισης της πόρνης στη μεσοπολεμική ελληνική λογοτεχνία βλ. τη διπλωματική μεταπτυχιακή εργασία της Δ. Μπισχινιώτη, Σεξουαλικότητα, σχέσεις εξουσίας και σωματικές εν-γραφές σε πεζά λογοτεχνικά κείμενα της δεκαετίας του 1920, Α.Π.Θ., Τμήμα Φιλολογίας. Θεσσαλονίκη 2014, http://ikee.lib.auth.gr/record/269780/files/GRI-2015-14658.pdf (πρόσβαση: 30/12/2016), 24-205. Ευχαριστώ κι από τη θέση αυτή τον, Αναπληρωτή Καθηγητή Νεοελληνικής Φιλολογίας του Α.Π.Θ., Λάμπρο Βαρελά και την, Υποψήφια Διδάκτορα Νεοελληνικής Φιλολογίας του Α.Π.Θ., Δέσποινα Μπισχινιώτη για τις παρατηρήσεις τους, με τις οποίες βελτίωσαν κατά πολύ την τελική εικόνα του κειμένου.

[2] Πλέοντας πολύ κοντά στον σκόπελο του βιογραφισμού, τονίζουμε τη σχέση της πολιτικής ζωής του Τσιτσελίκη με τη συγγραφική του παραγωγή, έχοντας κατά νου τα μεγαλύτερα σε έκταση έργα του, Ένα ξερίζωμα και Αγάπη στον Αλιάκμονα, στα οποία η θητεία του στην επιτροπή για την αποκατάσταση των προσφύγων, αλλά και η συμμετοχή του σε δίκες για τις περιουσίες των εκτοπισθέντων Βαλαάδων, καθώς και η συμμετοχή του στις πρώτες εκλογές για τη νεοαπελευθερωμένη πόλη το 1914, στις οποίες, όμως, δεν εκλέγεται, του προσφέρουν μία μεγαλύτερη άνεση στην παρουσίαση πτυχών της πλοκής των έργων, σχετιζόμενες με την ιστορία της Κοζάνης. Κάτι ανάλογο, όπως θα φανεί, συμβαίνει και με την «Ελενίτσα». Αξίζει να προστεθεί εδώ ότι τα έργα του Τσιτσελίκη χρονικά δεν απέχουν πολύ από την εποχή στην οποία τοποθετούνται και συχνά ενισχύονται με τεκμήρια (όπως η επιστολή ενός Βαλαά που κατατίθεται στο δικηγορικό γραφείο του ίδιου του Τσιτσελίκη στο Ένα ξερίζωμα). Βλ. και το δικό μας: «Ο σταυρός και το μισοφέγγαρο. Οι Βαλαάδες στη νεοελληνική λογοτεχνία: Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, Ένα ξερίζωμα», Παρέμβαση 178, 2015, 89-108.

[3] Μ. Καραγιάννης, Η αισθητική της ιθαγένειας. Κοζάνη: Παρέμβαση 2001, 71.

[4] Βλ. και τη συνανακοίνωσή μας με την Τάνια Σαμαρά στο 1ο Πανελλήνιο Συμπόσιο Λογοτεχνίας «Θεωρήσεις και Αναθεωρήσεις της τοπικής γραμματείας», που διοργανώθηκε τον Φεβρουάριο του 2016 στην Κοζάνη με θέμα: «Ο κανόνας και ο διαβήτης: Πρόσωπα και έργα της τοπικής γραμματείας».

[5] Η εκδοτική τύχη του έργου του Τσιτσελίκη δεν ήταν μεγάλη. Από το σύνολο των έργων του μόνο η Αγάπη στον Αλιάκμονα γνώρισε μία επανέκδοση από τις εκδόσεις της Παρέμβασης το 1993. Έχει συγκεντρωθεί ένα μέρος των υπόλοιπων γνωστών διηγημάτων του και ετοιμάζεται η έκδοσή τους.

[6] Δ. Μανέντης, «Ο φόρος τιμής», Βόρειος Ελλάς, 24/10/1937· παρατίθεται στο: Β. Π. Καραγιάννης, «Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης», Δυτικομακεδονικά Γράμματα 8, 1997, 200, όπου και τα σχετικά με τη γενικότερη κριτική υποδοχή του Τσιτσελίκη.

[7] Μ. Καραγιάννης, Η αισθητική της ιθαγένειας, 75.

[8] Σημειώνουμε εδώ τα όσα ο Τσιτσελίκης γράφει για τον Ηλιάκη στα 1931, όταν ο τελευταίος έγινε επίτιμος δημότης Κοζάνης και Πτολεμαΐδας: «Το γεγονός αυτό θα μας θυμίζει εσαεί την μαύρην εποχήν της εν Μακεδονία Ξενοκρατίας, των Laisser Passer, των συλλήψεων, εξοριών, τυφεκισμών και της κατάλυσης πάσης ιδέας κρατικής κυριαρχίας και ατομικής ελευθερίας» (Βόρειος Ελλάς, 04/01/31). Εδώ, παρατίθεται από: Χ. Μπέσας, Το χρονικό της Κοζάνης 1914-1919: Η Κοζάνη στα χρόνια του μεγάλου πολέμου μέσα από τις τοπικές εφημερίδες. Κοζάνη: Ινστιτούτο Βιβλίου και Ανάγνωσης Κοζάνης 1999, 80.

[9] Κ. Τσιτσελίκης, «Ελενίτσα», 101. Τα αποσπάσματα προέρχονται από το βιβλίο του Μάκη Καραγιάννη, στο οποίο παρατίθεται ολόκληρο το διήγημα: Η αισθητική της ιθαγένειας, 99-122 (όλες οι παραπομπές γίνονται εδώ· στο εξής: «Ελενίτσα»).

[10] «Ελενίτσα», 104.

[11] Πρβλ. Α. Παπακώστα, «Πολιτιστική κίνηση στην Κοζάνη μετά την απελευθέρωση: Λογοτεχνία, θέατρο, μουσική» στο: Χ. Καρανάσιος, Κ. Ντίνας, Δ. Μυλωνάς & Δ. Σκρέκας (επιμ.), Κοζάνη 600 χρόνια ιστορίας: Γένεση και ανάπτυξη μιας Μακεδονικής Μητρόπολης. Κοζάνη 2014, 551-552. Βλ. και της ίδιας, «Η Αγάπη στον Αλιάκμονα του Κων. Τσιτσελίκη ως αντιπροσωπευτικό δείγμα της μετάβασης από την ηθογραφική παραγωγή στην εσωτερικότητα και την ψυχογραφική διείσδυση», στο: Χ. Καρανάσιος, Κ. Ντίνας & Δ. Μυλωνάς (επιμ.), Η Δυτική Μακεδονία στους Νεότερους Χρόνους: Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου Ιστορίας Δυτικής Μακεδονίας, Γρεβενά 2-5 Οκτωβρίου 2014. Γρεβενά: Εταιρεία Δυτικομακεδονικών Μελετών 2016, https://asynedrioedymme.wordpress.com/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B7%CE%B3%CE%AE%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82/ (πρόσβαση: 30/12/2016), 805-816.

[12] «Ελενίτσα», 105.

[13] «Ελενίτσα», 106. Η υπογράμμιση δική μας.

[14] Μ. Μικέ, Έρως (αντ)εθνικός: Ερωτική επιθυμία και εθνική ταυτότητα στον 19ο αιώνα. Αθήνα: Πόλις 2007.

[15] «Ελενίτσα», 106.

[16] Δ. Μπισχινιώτη, Σεξουαλικότητα, σχέσεις εξουσίας και σωματικές εν-γραφές σε πεζά λογοτεχνικά κείμενα της δεκαετίας του 1920, 127, 128.

[17] «Ελενίτσα», 107.

[18] «Ελενίτσα», 111.

[19] «Ελενίτσα», 111.

[20] Ο αφηγημένος μονόλογος ή ελεύθερος πλάγιος λόγος προσφέρει στον συγγραφέα και τον αναγνώστη τις σκέψεις του πρωταγωνιστή εν τη γενέσει τους. Μπορεί, δηλαδή, ο αναγνώστης να παρακολουθήσει την αγωνία του πρωταγωνιστή από απόσταση αναπνοής, βλέποντας τις σκέψεις του να παρατίθενται αποσπασματικά, παρέχοντας μια θολωμένη εικόνα των όσων βιώνει. Κάτι τέτοιο δεν θα βρούμε στον Τσιτσελίκη. Οι πρωταγωνιστές του μοιάζουν να επαναφέρουν στο μυαλό τους φράσεις ολοκληρωμένες, παρμένες από μια άλλη αφήγηση, ψύχραιμη. Για την τεχνική του ελευθέρου πλάγιου λόγου βλ. Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη, Αφηγηματικές τεχνικές στον Παπαδιαμάντη (1887-1910). Αθήνα: Κέδρος 2001, 216 κ.ε.

[21] «Ελενίτσα», 110.

[22] «Ελενίτσα», 110.

[23] Πρόκειται για τις πόρνες που ακολουθούσαν τα στρατεύματα στον Μεσαίωνα.

[24] «Ελενίτσα», 114.

[25] Στίχος της Γαλάτειας Καζαντζάκη από το ποίημα «Αμαρτωλό» (πρώτη δημοσίευση το 1931). Για την πόρνη ως μοχλό κοινωνικής κριτικής βλ. Δ. Μπισχινιώτη, Σεξουαλικότητα, σχέσεις εξουσίας και σωματικές εν-γραφές σε πεζά λογοτεχνικά κείμενα της δεκαετίας του 1920, 103-106. Βλ. επίσης, Χ. Ντουνιά, Πέτρος Πικρός: Τα όρια και η υπέρβαση του νατουραλισμού. Αθήνα: Γαβριηλίδης 2006, 35-44.

[26] Το ίδιο θα συμβεί κι αργότερα, όταν ο αφηγητής θα αναφερθεί στον ποταμό Αλιάκμονα και τα γύρω τοπία του, τα οποία οι δύο εραστές θαυμάζουν: «πού μπορούσαν να φανταστούν οι δυστυχείς χωρικοί ότι θα τους εύρισκε το τρομερό απόσπασμα των Μαροκινών, που γύριζε τις μέρες εκείνες από το Ζιδάνι και τη Δεσκάτη και είχε σπείρει τον τρόμο και τον θάνατο στη Μακεδονική γη!»· «Ελενίτσα», 119. Τον ίδιο τρόπο κοινωνικής κριτικής θα συναντήσουμε και στη νουβέλα Αγάπη στον Αλιάκμονα, αυτή τη φορά με τα βέλη του να στρέφονται σε υπαρκτά πρόσωπα, όπως τονίσαμε νωρίτερα.

[27] «Ελενίτσα», 113.

[28] «Ελενίτσα», 115.

[29] «Ελενίτσα», 118.

[30] «Ελενίτσα», 121.

[31] «Ελενίτσα», 110.

[32] Δ. Μπισχινιώτη, Σεξουαλικότητα, σχέσεις εξουσίας και σωματικές εν-γραφές σε πεζά λογοτεχνικά κείμενα της δεκαετίας του 1920, 26-27. Για τα αποσπάσματα της Sontag βλ.: Η νόσος ως μεταφορά: Το Aids και οι μεταφορές του, μτφ. Γ. Λυκιαρδόπουλος & Σ. Ροζάνης. Αθήνα: Ύψιλον 1993, 18-19 και 27, αντίστοιχα.

[33] «Ελενίτσα», 113.

[34] «Ελενίτσα», 122.