BLG – Minimalistic Theme Focused on Readability

EN

«Στα τέσσερα»: Queer σεξ και πορνεία στον ύστερο καπιταλισμό

Δημήτρης Μανούκας

Scott Favor: Θα πουλήσω τον κώλο μου, το κάνω άλλωστε συνέχεια στον δρόμο για μετρητά. Και έτσι θα μπω στο εξώφυλλο ενός βιβλίου. Όταν ξεκινάς να το κάνεις τζάμπα, τότε είναι που αρχίζεις να βγάζεις φτερά, σωστά Μάικ;

Mike Waters: Τί;

Scott Favor: Φτερά, Μάικλ. Βγάζεις φτερά και γίνεσαι νεράιδα [=fairy].

Νεράϊδες και αυτόματα. Τα παραπάνω λόγια μεταξύ του Scott (Keanu Reeves) και του Mike (River Phoenix) ανήκουν στην πολυβραβευμένη ταινία του Gus Van Sant Το δικό μου Αϊντάχο (My Own Private Idaho, 1991), με θέμα τη σχέση των δύο αυτών πρωταγωνιστών που είναι «συνοδοί» («escorts»), αρσενικές, δηλαδή, «πόρνες» («male prostitutes», «hustlers»), άνδρες που προσφέρουν σεξουαλικές υπηρεσίες με αμοιβή[1]. Όπως σημειώνει ο Weitzer, το θέμα των λεγόμενων «συνοδών» έχει μελετηθεί πολύ λιγότερο σε σχέση με την αντίστοιχη γυναικεία εργασία από κοινωνιολόγους και θεωρητικούς των Σπουδών Φύλου[2]. Σε κάθε περίπτωση το είδος αυτό της ανδρικής «σεξουαλικής εργασίας» έχει σε συντριπτικό βαθμό άνδρες πελάτες και είναι ιστορικά και θεωρητικά συνδεδεμένο άρρηκτα με την ομοφυλοφιλία. Ενώ ίχνη του εντοπίζονται ήδη από τις αρχαίες και μεσαιωνικές κοινωνίες, η ανδρική πορνεία άρχισε συστηματικότερα να μελετάται από τον 19ο αιώνα, οπότε και η πιο διαδεδομένη έκφανσή της ήταν η παρουσία «ανδρών με γυναικεία ρούχα» σε οίκους ανοχής και στον δρόμο, οι οποίοι ήταν κοινώς γνωστοί ως «νεράιδες» («fairies»)[3].

Μπορεί κανείς τώρα να συσχετίσει το αρχικό διαλογικό απόσπασμα με τον όρο αυτό, ο οποίος χρησιμοποιείται από τον Scott ειρωνικά και υπονομευτικά, υπονοώντας τη «θηλυκοποίηση» («effemination») όποιου άνδρα δεν πληρώνεται για να κάνει σεξ με το ίδιο φύλο. Αν και τόσο ο Scott όσο και ο Mike είναι συνοδοί, ο πρώτος δηλώνει ότι το κάνει μόνο για τα χρήματα, περιμένοντας να κλείσει τα 21 για να κληρονομήσει τον πλούσιο πατέρα του, δήμαρχο του Πόρτλαντ, ενώ ο δεύτερος, ορφανός που αναζητά την οικογένειά του, αυτοπροσδιορίζεται ανοιχτά ως ομοφυλόφιλος και δεν διστάζει να εκφράσει τον έρωτά του για τον ψυχρό και πραγματιστή φίλο του στη χαρακτηριστική σκηνή που οι δυο τους συζητούν περί «κανονικότητας» («normal») μπροστά από τη φωτιά[4]. Οι δύο ξεκινούν ένα ταξίδι αναζήτησης των γονιών του Mike που αποκαλύπτει όμως πολλά για τον εσωτερικό κόσμο τους. Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στην Ιταλία, όπου μάταια ο Mike αναζητά τη μητέρα του, ο Scott ερωτεύεται την Carmela και επιστρέφουν μαζί στις ΗΠΑ προκαλώντας την ψυχική κατάρρευση του Mike που μένει μόνος χωρίς ερωτική ανταπόκριση από τον φίλο του. Ο πατέρας του Scott τελικά πεθαίνει και ο νεαρός κληρονομεί τη μεγάλη περιουσία του και απομακρύνεται απορρίπτοντας τον Mike και τους υπόλοιπους “συναδέλφους” τους. H ταινία κλείνει όπως ακριβώς αρχίζει, με τον Mike να περιφέρεται στον Idaho highway και να λιποθυμά ύστερα από ένα ναρκοληπτικό επεισόδιο. Λίγο μετά ένας άγνωστος σταματά με το αμάξι δίπλα του, τον μαζεύει από τον δρόμο, τον βάζει μέσα αναίσθητο και φεύγει.

Η ταινία, που αποτελεί την αφορμή για το παρόν δοκίμιο, θέτει αντί εισαγωγής τα θέματα που θα απασχολήσουν στη συνέχεια: την ανδρική πορνεία, τη σχέση χρήματος και σώματος, τη σεξουαλικότητα, τη σεξουαλική επιθυμία και ομοερωτική ταυτότητα και την αναπαράστασή τους. Το δοκίμιο θα εκτυλιχθεί γύρω από ένα πρόσφατο και πολύ ενδιαφέρον σχετικό ελληνικό λογοτεχνικό παράδειγμα, το διήγημα «Στα τέσσερα» του Κώστα Περούλη, ελπίζοντας ότι θα διαφωτίσει τον γενικά ανεξερεύνητο χώρο αναπαράστασης του αρσενικού υποκειμένου που επιδίδεται σε ομοερωτικές σεξουαλικές πράξεις επί πληρωμή και προτείνοντας μεθοδολογικά και ερμηνευτικά εργαλεία. Πρέπει να σημειωθεί ότι, τόσο λόγω οικονομίας όσο και του αχαρτογράφητου πεδίου, οι προσεγγίσεις που θα ακολουθήσουν στοχεύουν στην παρουσίαση ενδεικτικών μόνο όψεων της βιβλιογραφίας και στην ανάδυση ανοιχτών ερωτημάτων και προτάσεων για περαιτέρω μελέτη.

Το διήγημα του Περούλη αποτελεί μέρος της συλλογής Αυτόματα (Αντίποδες 2016), που περιλαμβάνει δέκα διηγήματα, το καθένα από τα οποία αφορά ένα συγκεκριμένο επάγγελμα και έχει έναν βασικό πρωταγωνιστή. Όπως φαίνεται και από τον υπερώνυμο τίτλο της συλλογής, καθοριστικό ρόλο παίζουν για τους δέκα ανθρώπους και τα δέκα επαγγέλματα που αναπαρίστανται, η αυτοματοποίηση και η επαναληπτικότητα της εργασίας και της καθημερινής ζωής του υποκειμένου[5]. Η ακατάσχετη επανάληψη αυτών των κοινωνικών ρόλων είναι άκρατα συνδεδεμένη τόσο με τη γλώσσα της αφήγησης όσο και των υποκειμένων την οποία η κριτική έχει χαρακτηρίσει «νατουραλιστική», «σκληρή», «κοφτή» και «λιτή», με επιμονή όμως στη λεπτομέρεια, δίνοντας έτσι την εντύπωση μιας «αμετουσίωτης πραγματικότητας» η οποία διαπνέει τις σελίδες της συλλογής[6]. Η τελευταία αυτή άποψη δεν είναι άλλωστε τυχαία διότι, όπως αποκαλύπτει η Μικέλα Χαρτουλάρη, ο συγγραφέας έκανε σχετική έρευνα για το κάθε επάγγελμα πριν ξεκινήσει να γράφει τα διηγήματα, με στόχο να αναπαραστήσει «την αίσθηση ενός επαγγέλματος, ως ολοκληρωμένη αίσθηση ενός κόσμου, αξεχώριστα υλικού και κοινωνικού και προσωπικού, όπως είναι κάθε δουλειά», καταλήγοντας έτσι να ξεπηδά και ο ίδιος μέσα από τη δική του αφήγηση[7].

Τα υποκείμενα των διηγημάτων, όπως έχει επισημανθεί και από την κριτική, κάθε άλλο παρά επαναστατικές φιγούρες είναι, αφού καταλήγουν να καταπίνονται από την πραγματιστική επαναληπτικότητα της καθημερινότητάς τους. Μπορεί τα ίδια να μην «στρατεύονται» και να αντιδρούν, τον ρόλο όμως αυτόν αναλαμβάνει η ίδια η γλώσσα και η αφήγηση που ξεγυμνώνουν τον «τεχνοκρατικοποιημένο», όπως θα έλεγε και ο Περούλης[8], λόγο και τον εκθέτουν στην αναγνωστική πρόσληψη και ερμηνεία. Τη σχέση αυτή γλώσσας και υποκειμένου σχολιάζει εύστοχα η Έφη Γιαννοπούλου: «Τα Αυτόματα δεν αρθρώνονται προφανώς στο επίπεδο του ατομικού, ούτε όμως το υπερβαίνουν προς χάριν του συλλογικού. Εστιάζουν στο επίπεδο του υποκειμένου, αυτού που υφίσταται την καθυπόταξη που ασκείται μέσα από το επάγγελμα, αλλά και διατηρεί την αυτενέργεια εντός αυτής της υπαγωγής. Κι αν κάτι μας λένε τα Αυτόματα είναι πως το υποκείμενο διαμορφώνεται από τη γλώσσα (εξαίσια ευκαιρία λογοτεχνικής πανδαισίας) και από τις σχέσεις εξουσίας που ακριβώς αυτή η γλώσσα αποτυπώνει»[9].

Με αφορμή, λοιπόν, το διήγημα «Στα τέσσερα» θα επιχειρηθεί μια προσέγγιση της σχέσης της εξουσιαστικής αυτής γλώσσας και του υποκειμένου, του ατομικού και του συλλογικού, της σεξουαλικής ταυτότητας και του χρήματος. Ο χρόνος της ιστορίας είναι μόνο κάποιες απογευματινές και βραδινές ώρες και η αφήγηση, με εσωτερική εστίαση, περιστρέφεται γύρω από τον πρωταγωνιστή που προσφέρει, ως συνοδός, ομοερωτικές, όπως φαίνεται, σεξουαλικές υπηρεσίες με “βασική” αμοιβή τα 120 ευρώ. Οργανώνει τις συναντήσεις του μέσα από μια διαδικτυακή σχετική πλατφόρμα, όπου οι πελάτες του έπειτα τον αξιολογούν γράφοντας «reviews». Το διήγημα, υπό το πρίσμα της λογοτεχνικής θεωρίας, μπορεί να χαρακτηριστεί «φέτα ζωής» («slice of life story») καθώς ξεκινά in medias res, είναι ωμά ρεαλιστικό, έχει ελλιπή πλοκή χωρίς κορύφωση και συγκρούσεις και ανοιχτό τέλος, δίνοντας ελάχιστες πληροφορίες για τα τρία πρόσωπα που έχουν φυσική παρουσία, και όχι ψηφιακή, στην εξέλιξη της ιστορίας[10].

Έτσι, κάπου στη Λάρισα, έναν από τους πολλούς σταθμούς που έχει να κάνει και αυτόν τον μήνα ο τριαντάχρονος πρωταγωνιστής για να βγάλει, ως συνήθως, το μηνιάτικο πεντοχίλιαρο, τον υποδέχεται, μάλλον στο σπίτι του, ένας πενηντάρης εφοριακός, ο Αλέκος, που τον περιμένει με έναν ακόμη φίλο του, τον Νικολάκη, και οι τρεις τους, αφού κάνουν «μυτιές» ξεκινούν ένα σεξουαλικό τρίο που κρατά περίπου μία ώρα και περιγράφεται με κάθε λεπτομέρεια μέσα από έναν ωμό και πορνογραφικό λόγο. Αφού πληρωθεί, ο πρωταγωνιστής επιστρέφει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του, όπου εκτυλίσσεται η δεύτερη και τελευταία σκηνή του διηγήματος. Συνδέεται στην πλατφόρμα και διαβάζει τα νέα μηνύματα, κανονίζει τα επόμενα ραντεβού και διατρέχει τα reviews του. Κάποια στιγμή τού στέλνει μήνυμα κάποιος που η πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης τον ενημερώνει με GPS ότι βρίσκεται κοντά και η αφήγηση κλείνει με τη συνάντηση με τον πελάτη να κανονίζεται: «“Σε μια ώρα θα ’χω χύσει, τώρα”, είπε ο μαλακάκος. Έπιασε τον πούτσο του. Τίποτα ακόμα. “Σε μισή”, απάντησε. Θα του σηκωνόταν. Δεν είχε και τι να κάνει εδώ μέσα»[11].

Το αυτόματο ως queer υποκείμενο. Ήδη από τις παραπάνω σειρές φαίνεται καθαρά η έντονη παρουσία ενός από τους κυρίαρχους λόγους της αφήγησης, αυτός του ανδρικού σώματος. Ο σωματικός αυτός λόγος είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον σεξουαλικό ομοερωτικό λόγο και την ομόφυλη επιθυμία που κινεί τα υποκείμενα. Το διήγημα ξεκινά και κλείνει με εικόνες ενός πέους που είναι σε ετοιμότητα για μια σεξουαλική πράξη η οποία πάντα περιλαμβάνει άτομα του ίδιου φύλου. Η πράξη όμως αυτή, και μπορεί κανείς εδώ να θυμηθεί τις εισαγωγικές σειρές αυτού του δοκιμίου, δεν είναι χωρίς αντίτιμο. Και έτσι από τον σεξουαλικοποιημένο σωματικό λόγο περνά κανείς στον δεύτερο κυρίαρχο λόγο της αφήγησης, τον επαγγελματικό και οικονομικό. Ο λόγος αυτός του χρήματος είναι μάλιστα και προϋπόθεση για την κίνηση της όποιας πλοκής αλλά και της ίδιας της σεξουαλικής πράξης. Τα σώματα πληρώνουν και πληρώνονται προκειμένου να έρθουν σε επαφή με την εικόνα του χρήματος να επανέρχεται συνεχώς στην αφήγηση. Η διαπλοκή των δύο αυτών λόγων εξουσίας, καθοριστικών για την όποια αναπαράσταση της πορνείας, θα αναλυθεί εδώ με τη συνδρομή, για λόγους που θα εξηγηθούν περισσότερο παρακάτω, της queer θεωρίας και νεομαρξιστικών πολιτισμικών προσεγγίσεων. Οι δύο αυτές θεωρητικές τάσεις, που κινούνται στον χώρο του μεταμοντέρνου, όχι χωρίς εντάσεις με αυτό και μεταξύ τους, θα επιτρέψουν την προσέγγιση του σωματικού και χρηματικού λόγου που διαπερνούν το διήγημα ελπίζοντας ότι θα διαφωτίσουν την αναπαράσταση της ανδρικής ομοερωτικής πορνείας σε αυτό.

Στο σημείο αυτό μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι ήδη από τον τίτλο αποφεύγεται η χρήση της «ομοφυλοφιλίας» ως δηλωτικής κατηγορίας σεξουαλικής ταυτότητας και προσανατολισμού αναφορικά με το διήγημα του Περούλη. Και αυτό διότι κανένα από τα πρόσωπα που συμμετέχουν στην πλοκή ή παρουσιάζονται ψηφιακά δεν αυτο-καθορίζονται ως ομοφυλόφιλοι άνδρες. Ο πρωταγωνιστής, όπως ο Scott του My Own Private Idaho, είναι πιθανό να μην δηλώνει ομοφυλόφιλος και η μόνη του επιθυμία να είναι το κέρδος· ή και όχι. Ο Αλέκος, επίσης, είναι παντρεμένος με παιδιά όπως αναφέρεται στο κείμενο και δεν δηλώνει ότι ανήκει σε κάποια σεξουαλική κατηγορία. Το μόνο ομόφυλο στο διήγημα είναι τελικά η σεξουαλική πράξη και η επιθυμία. Για αυτόν τον λόγο προτιμάται η queer θεωρία για την προσέγγιση της σεξουαλικότητας των υποκειμένων στην προκειμένη περίπτωση.

Η αποθέωση του υποκειμενισμού και κατά συνέπεια της διασπασμένης ταυτότητας που επέφερε η μετανεωρικότητα και το μεταμοντέρνο ως αισθητική της έκφραση είχε ως αποτέλεσμα την αμφισβήτηση των ορίων μεταξύ οποιωνδήποτε νεωτερικών διπόλων και κατηγοριών, όπως το straight/ gay, με παράλληλη συνέπεια τη λεγόμενη «απο-διαφοροποίηση» («de-differentiation») ως αντίδραση στη «διαδικασία πολιτισμικής διαφοροποίησης» που πρέσβευε η νεωτερικότητα, έναν όρο που εισήγαγε στην πολιτισμική θεωρία ο Scott Lash. Η νέα αυτή διαδικασία συνεπάγεται την αποσταθεροποίηση των καθιερωμένων ταυτοτήτων και τη δημιουργία αμφισημιών ενώ συνάμα νέες πολιτισμικές δυνατότητες και θέσεις προσφέρονται στα υποκείμενα[12]. Η απουσία κατηγοριοποιητικών διαφορών μεταξύ των ομάδων καθιστά έτσι αδιάφορη τη δήλωση μιας συγκεκριμένης ταυτότητας του «ανήκειν» και υπογραμμίζει εμφατικά τη σημασία της «πράξης» («act»), της «επιθυμίας» («desire») και της «επιτέλεσης»/ «επιτελεστικότητας» («performance»/ «performativity»), έννοιες που αποθεώνουν ένα «εδώ» και ένα «τώρα» απορρίπτοντας ολιστικές και συνολικές αφηγήσεις και κατηγορίες.

Έτσι, η queer θεωρία, θεμελιωμένη βέβαια στο έργο της Judith Butler σχετικά με την επιτέλεση ρόλων τόσο από το κοινωνικό όσο και από το βιολογικό φύλο, το οποίο επίσης κατασκευάζεται, δε δέχεται στατικές ταυτότητες, όπως «straight» και «gay», αλλά κινητές. Οι «ρευστές» αυτές (αντι-)ταυτότητες δεν τοποθετούνται πλέον απέναντι στην ετεροφυλοφιλία αλλά απέναντι στην «κανονικότητα» («normativity») αρνούμενες εξ ορισμού να συζητήσουν την τοποθέτησή τους σε θεσμοθετημένα πλαίσια διαφορών[13]. Υπό αυτό το πρίσμα, ας σημειωθεί φυσικά ότι ένα υποκείμενο δεν χρειάζεται να αυτο-προσδιοριστεί ως queer για να ισχύσει η παραπάνω θέαση της υποκειμενικότητας αφού η ίδια η οπτική γωνία απορρίπτει τις δηλωτικές κατηγορίες. Έτσι, η εκάστοτε πράξη και επιθυμία και οι αναπαραστάσεις τους αναδεικνύονται ως τα μόνα σημάδια μιας queer πολιτικής, τα οποία έχει τη δυνατότητα να αναγνωρίσει και ο εξωτερικός παρατηρητής, όπως συμβαίνει και στην παρούσα προσέγγιση του διηγήματος.

Σε κάθε περίπτωση, γίνεται φανερό ότι η queer θεωρία, όπως και το μεταμοντέρνο σε όλες του τις πτυχές, αναδεικνύει τη σημασία του ειδικού, συγκεκριμένου και πρόσκαιρου έναντι του γενικού που δεν γίνεται δεκτό ως ουσιοκρατικό. Και ενώ οι στοχεύσεις της φαντάζουν ιδανικές και απόλυτα θεμιτές, σε αυτό ακριβώς το σημείο εγείρονται οι όποιες νεομαρξιστικές αντιρρήσεις που αναγνωρίζουν έναν πιθανό κίνδυνο εκμετάλλευσης της απελευθέρωσης αυτής του υποκειμενισμού από τον «ύστερο καπιταλισμό», για να χρησιμοποιήσει κανείς τον όρο του Fredric Jameson, που μπορεί να μετατρέψει την ελευθεριακή και ρευστή υποκειμενικότητα σε πραγματιστικό ατομικισμό που εξυπηρετεί τις κεφαλαιοκρατικές συνθήκες[14]. Στο πλαίσιο της queer θεωρίας που, όπως προαναφέρθηκε, αντιτίθεται στο «κανονικό» αντί μόνο του «ετεροφυλόφιλου», ο Michael Warner, ένας από τους σημαντικότερους διαμορφωτές της, αναφέρεται στον κίνδυνο αυτό ως «ετεροκανονικότητα» («heteronormativity»), στο «αποκλειστικό προνόμιο και την ικανότητα της ετεροφυλόφιλης κουλτούρας να ερμηνεύει τον εαυτό της ως κοινωνία»[15].

Ο Κώστας Κανάκης, μελετώντας την ομοερωτική γλώσσα και τη σεξουαλικότητα σε διαδικτυακές πλατφόρμες gay γνωριμιών, ορίζει την ετεροκανονικότητα ως δεδομένο της «άρρητης κοινωνικής προσδοκίας για ετεροφυλοφιλική συμπεριφορά, και των στερεοτύπων που αυτή προάγει για όλα τα έμφυλα υποκείμενα», συνδέοντας έτσι σωματικό και σεξουαλικό λόγο, κάτι που απασχολεί και το δοκίμιο αυτό[16]. Καθώς, όπως προαναφέρθηκε, τα υποκείμενα του διηγήματος δεν φέρουν δηλωτικά ταυτότητας, αλλά σεξουαλικής και εξαγοράσιμης πράξης και επιθυμίας, μπορούν να ιδωθούν ως queer και να παρατηρηθεί η σχέση τους με την ετεροκανονικότητα. Όπως εύστοχα σημειώνει ο Κανάκης, όψεις της σεξουαλικής «υποκειμενικότητας» κρύβονται τελικά στις σεξουαλικές επιθυμίες που εκφράζουν οι χρήστες στα προφίλ τους με αποτέλεσμα η έμφαση να στρέφεται στην ετεροκανονικότητα που, μέσω της γλώσσας των χρηστών, αποκαλύπτει την ισχύ του ετεροφυλόφιλου ηγεμονικού λόγου και επιμένει να εξουσιάζει και, μάλιστα, να δημιουργεί εσωτερικές ιεραρχήσεις στον ομοερωτικό. Δεν είναι λίγοι οι χρήστες που «οικειοποιούνται την κυρίαρχη αρσενικότητα» και διακρίνουν μεταξύ «θηλυπρέπειας» και «αρρενωπότητας» προσδίδοντας ιεραρχικά χαρακτηριστικά στις υποκειμενικότητες που κατασκευάζουν μέσω των σεξουαλικών επιθυμιών τους[17]. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ετεροκανονικού προσδιορισμού αποτελεί το παρακάτω απόσπασμα από το διήγημα, όπου ο Νικολάκης, αναλαμβάνοντας τον ενεργητικό σεξουαλικό ρόλο, απευθύνεται στον «πελάτη» Αλέκο: «Ο Νικολάκης άρχισε να τον πηδάει πιο γρήγορα απ’ την άλλη και να τον φτύνει, άρχισε την κασέτα τι πουτάνα και παλιοαδερφή είναι και θα το πει στη γυναίκα του να το ξέρει. […] Όπως τον γαμούσε του έλεγε […] να πεθάνει, να πεθάνει το παιδί του. Κάθε μία που τον κάρφωνε του ’λεγε να πεθάνει όλη η οικογένειά του»[18].

Η παραπάνω σκηνή είναι ενδεικτική των προηγούμενων σχολίων περί ετεροκανονικότητας και χρειάζεται να σημειωθεί εδώ ότι η προσέγγιση αφορά την αναπαράσταση της σεξουαλικότητας και τους εξουσιαστικούς λόγους που την επηρεάζουν και όχι το όποιο σεξουαλικό «φετίχ» ή τον ενεργητικό και παθητικό σεξουαλικό ρόλο, τα οποία μπορεί να οικειοποιούνται και να μεταφράζουν τις σχέσεις εξουσίας αλλά δεν τις προϋποθέτουν απαραίτητα. Για αυτόν τον λόγο, τέτοια ζητήματα βιολογικού και σεξουαλικού ερεθισμού δεν θα αναλυθούν περαιτέρω εδώ. Πάντως, αν υποθέσει κανείς ότι αυτή η σεξουαλική πρακτική αρέσει στον Αλέκο, αφού πληρώνει για να επιτελέσει αυτόν τον ρόλο, αυτό σίγουρα δεν είναι βέβαιο για τον πρωταγωνιστή συνοδό, ο οποίος δεν εκφράζει καμιά σεξουαλική επιθυμία ή γούστο και παραμένει αδιάφορος ή ανέκφραστος απέναντι σε κάθε σωματική ευχαρίστηση.

Το αυτόματο ως queer ψηφίο. Όπως θα φανεί στη συνέχεια, αυτή η στάση μάλλον δεν είναι άσχετη με την επί πληρωμή παροχή σεξουαλικών υπηρεσιών όπως αυτή αναπαρίσταται στο διήγημα. Πάντως, ας υπογραμμιστεί εδώ ότι ο στόχος αυτού του δοκιμίου δεν είναι σε καμία περίπτωση ηθικοπλαστικός ή απορριπτικός όσον αφορά την πορνεία. Στόχος είναι η πρόταση μιας πολιτισμικής ανάγνωσης και η ανάδυση ερωτημάτων αναφορικά με τους εξουσιαστικούς λόγους, την πορνεία και το queer υποκείμενο όπως αυτά αναπαρίστανται στο διήγημα τοποθετημένα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικο-κοινωνικό και αφηγηματικό πλαίσιο. Άλλωστε, τη μελέτη των φαινομένων ανάλογα με τη συγκυρία του «εδώ» και «τώρα» προτείνουν, αν και με διαφορετικές στοχεύσεις όπως σημειώθηκε, τόσο η queer θεωρία όσο και οι νεομαρξιστικές προσεγγίσεις, που λαμβάνουν υπόψη τις σύγχρονες μετανεωτερικές συνθήκες και τοποθετούν το υποκείμενο στα νέα δεδομένα του «ύστερου καπιταλισμού». Για παράδειγμα, η Rosemary Henessey αναφέρει χαρακτηριστικά: «Βασικό χαρακτηριστικό της δομής του ύστερου καπιταλισμού είναι ένας νέος παγκόσμιος καταμερισμός της εργασίας. […] [Αυτό που τον διακρίνει είναι] ο τρόπος με τον οποίο οι νέες τεχνολογίες έχουν επιταχύνει και σκορπίσει τον χώρο παραγωγής σε άνευ προηγουμένου επίπεδα. Παρόλο που ο ύστερος καπιταλισμός έχει μεγεθύνει την ομογενοποίηση των κοινωνικών σχέσεων και πολιτισμικών μορφών, χαρακτηρίζεται επίσης από έναν πρωτοφανή κατακερματισμό της παραγωγικής διαδικασίας σε υπο-εθνικές τοπικότητες [=subnational localities]. […] Η παραγωγή βασίζεται στην αυξημένη κινητικότητα και στη συμπίεση χώρου και χρόνου –εφαρμόζοντας στρατηγικές αύξησης του κέρδους όπως τη μικρή φουρνιά [=small batch], την παραγωγή επάνω στην ώρα [=just-in-time-production], και την εξωτερική ανάθεση [=outsourcing]»[19].

Είναι χρήσιμη, αν όχι αναγκαία, η συσχέτιση των παραπάνω με την πορνεία στην ψηφιακή εποχή, όπως αναπαρίσταται στο διήγημα. Με την «ομογενοποίηση» εννοείται η αποκαθήλωση των διπόλων και των κατηγοριών, η «από-διαφοροποίηση» και οι queer προτάσεις που ευνοούν την ανάδειξη και αποδοχή της διαφορετικότητας. Όμως, αυτό το χαρακτηριστικό γίνεται έρμαιο της ανεξέλεγκτης αγοράς με τα νέα μέσα να προσφέρουν ευκαιρίες για αύξηση του κέρδους και άμεση και συνεχή παραγωγή προϊόντων. Στο διήγημα η διαδικτυακή πλατφόρμα είναι ο χώρος παραγωγής που κινείται συνεχώς και το προϊόν δεν είναι άλλο από το σώμα αλλά και τη σεξουαλικότητα του πρωταγωνιστή. Το κοινωνικό δίκτυο λειτουργεί ως χώρος συνάμα παραγωγής και κατανάλωσης του προϊόντος, ένας χώρος που, αφού δεν είναι φυσικός αλλά ψηφιακός, επιτρέπει την αποπροσωποποίηση και την ανωνυμία του σώματος που άγεται και φέρεται ανάλογα με τη ζήτηση. Η προσφορά είναι συνεχής και ο χώρος παραγωγής, η πλατφόρμα και το GPS, επιτρέπει τη «συμπίεση χώρου και χρόνου», αυξάνοντας την «κινητικότητα» του προϊόντος και άρα το κέρδος. Δεν είναι τυχαίο που ο πρωταγωνιστής παραμένει ανώνυμος στο μεγαλύτερο μέρος του διηγήματος και μόνο προς το τέλος ένα από τα reviews πελατών αποκαλύπτει το όνομά του: «Χαριτωμένη ευγενική καυλίτσα, ο Πανούλης συμμετέχει αδιαμαρτύρητα σε ό,τι του ζητηθεί. Δε ζήτησε από πριν το δώρο του, αλλά μέτρησε τα αργύρια (να βεβαιωθεί περί του ολικού ποσού). Εξυπηρετικός να φέρει μωρομάντηλα να με σκουπίσει. Τώρα στα εκατόν είκοσι ευρώ υπάρχουν και καλύτερες λύσεις»[20].

Φυσικά, είναι πολύ πιθανό να μην είναι καν αυτό το όνομα του πρωταγωνιστή, απλά ένα ψευδώνυμο που χρησιμοποιεί, όπως συνηθίζεται σε αυτές τις περιπτώσεις. Ό,τι και να συμβαίνει γίνεται κατανοητό ότι η ονοματοδοσία δεν είναι χρήσιμη στην παραγωγική διαδικασία που αδιαφορεί για προσωπικά χαρακτηριστικά. Επιπλέον, είναι σημαντικό ότι δεν ονομάζει ο ίδιος τον εαυτό του αλλά κάποιος άλλος, ο πελάτης. Το υποκείμενο του διηγήματος ετεροπροσδιορίζεται συνεχώς ανάλογα με τη ζήτηση και προσαρμόζει έτσι τη σεξουαλικότητά του. Η queer σεξουαλική ρευστότητα που το χαρακτηρίζει, όπως τουλάχιστον αναπαρίσταται στο κείμενο, αν και θεμιτό και θετικό χαρακτηριστικό του ύστερου καπιταλισμού και της ομογενοποίησης του μεταμοντέρνου, μπορεί να αναπαραχθεί μαζικά μέσω μιας διαδικτυακής πλατφόρμας και να εγκολπωθεί στους νόμους της ελεύθερης αγοράς. Το σώμα του υποκειμένου μετατρέπεται σε ένα εμπόρευμα, μια «κωλομηχανή» προς πώληση, όπως ένα άλλο review σχολιάζει: «Στο πισωκολλητό πιέζει προς τα πίσω στο καυλί με δύναμη, κωλομηχανή. […] Τον χειρίστηκα σα χταπόδι δεν παραπονέθηκε ούτε στιγμή. Σήκω κάτσε, κάτσε σήκω, γύρνα από εδώ, γύρνα από εκεί αλλά πάντα καταλήγαμε στα τέσσερα»[21].

Το αυτόματο ως queer αντικείμενο. Η έννοια ενός σώματος-μηχανής είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη διαδικασία της αυτοματοποιημένης παραγωγής και της εμπορευματοποίησης. Μέσω του ψηφιακού κόσμου, που ούτως ή άλλως ευνοεί την αστάθεια της ταυτότητας, το εργαζόμενο υποκείμενο έχει τη δυνατότητα να διαφημίζεται και να έχει πρόσβαση σε μια μαζική αγορά. Όπως έχει επισημανθεί στη σχετική βιβλιογραφία, η μαζική διαφήμιση έχει οδηγήσει στην έκρηξη της ανδρικής πορνείας τις τελευταίες δεκαετίες, ειδικά μετά τη διάδοση του διαδικτύου που επέτρεψε την εύκολη, γρήγορη και ευρεία χρήση της εικόνας για την προβολή των παρεχόμενων υπηρεσιών. Μάλιστα, σημαντικό ρόλο παίζουν οι περιγραφές και οι εικόνες του πέους και του προσώπου, διαπίστωση που φανερώνει τη διάσταση μεταξύ προσωπικότητας και σεξουαλικότητας με τη ζυγαριά να γέρνει προς τη μεριά της δεύτερης[22]. Τη διάσταση αυτή εκμεταλλεύεται ο πρωταγωνιστής, ο οποίος «δεν στέλνει συνδυασμό δωρεάν, ή πούτσο ή πρόσωπο»[23]. Ο πραγματιστικός λόγος του χρήματος και του μάρκετινγκ διαπλέκονται με τον ωμό και εμπορευματοποιημένο σωματικό στο πλαίσιο μιας εξίσου απότομης και νατουραλιστικής αφήγησης.

Σε αυτό το σημείο, η «αλυσίδα παραγωγής», μπορεί να σκιαγραφηθεί ως εξής: Το έμφυλο υποκείμενο, ως αυτοματοποιημένος εργαζόμενος, χρησιμοποιεί το σώμα-μηχανή ώστε να παραχθεί μαζικά μια σεξουαλική «πράξη» ή «επιτέλεση», η οποία, προκειμένου να υπάρξει υπεραξία, ρυθμίζεται με βάση τους νόμους ζήτησης της ελεύθερης αγοράς, οι οποίοι δεν είναι άλλοι από τις σεξουαλικές «επιθυμίες» του κοινού που καταναλώνει. Η ανάδειξη της «υλικότητας» («materiality») του σώματος και της επιτέλεσης βιολογικού και κοινωνικού φύλου από τη Judith Butler ενισχύει την άποψη αυτή, αφού η «υλικότητα» επιτρέπει στον εξουσιαστικό λόγο της πατριαρχίας και της ετεροκανονικότητας να περιορίσουν το queer υποκείμενο εγγράφοντας επάνω του τις ανάλογες «κανονιστικές συνδέσεις» («regulatory connections») και ανοίγοντας τον δρόμο για μια ευρύτερη «σεξουαλική παραγωγή» («sexual production»)[24].

Ο Kevin Floyd, σε ένα έργο καθοριστικό για τη σχέση queer θεωρίας και μαρξισμού, μιλά χαρακτηριστικά για «πραγμοποίηση» («reification») της επιθυμίας, μια διαδικασία που επηρεάζει καθοριστικά τις κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσουν τα υποκείμενα της καπιταλιστικής αγοράς. Ο όρος «πραγμοποίηση», θεμελιακός για τη δυτική μαρξιστική σκέψη (αν και δεν είχε βασική θέση στα έργα του Μαρξ, πρώτος ο George Lucaks και έπειτα οι Horkheimer, Adorno και Marcuse της σχολής της Φρανκφούρτης τον εξέτασαν διεξοδικά) και εξαιρετικά πολύσημος για να αναλυθεί διεξοδικά εδώ, έχει τόσο μεταφυσική όσο και ιστορική διάσταση. Συνοπτικά, πρόκειται για την εμπειρία και διαδικασία εκείνη (ή το αποτέλεσμά τους) κατά την οποία: «Δυναμικές, παραγωγικές κοινωνικές σχέσεις μεταξύ ανθρώπων παίρνουν τη μορφή σχέσεων (ανταλλακτικής αξίας) μεταξύ στατικών, αυτόνομων πραγμάτων [=things], πραγμάτων που μοιάζουν να είναι ανεξάρτητα από τους ανθρώπους. Κατά αυτή την έννοια, η κοινωνική διαφοροποίηση είναι η αντιφατική άλλη όψη της επίσημης ισορροπίας. Η πραγμοποίηση επιτάσσει μια εμπειρία ιδιωτικοποίησης και απομόνωσης, μια εμπειρία ανταλλακτικών σχέσεων που είναι αδιαπέραστη από την ανθρώπινη παρέμβαση. […] Ο όρος “queer”, όπως έχω προτείνει, αναφέρεται σε μια αφηρημένη μορφή υποκειμενικότητας, ένα πλεονέκτημα των κοινωνικών σχέσεων, για το οποίο άνοιξε ο δρόμος μέσα από τη συνεχή διαφοροποίηση αυτών ακριβώς των σχέσεων από το κεφάλαιο. […] Μια πραγμοποιητική [=reifying] εννοιολόγηση της σεξουαλικής επιθυμίας, ρυθμίζει έπειτα με τη σειρά της τα σώματα, σε μια κανονιστική απόδοση της σεξουαλικής υποκειμενικότητας. […] Η πραγμοποίηση είναι μια συνθήκη που καθιστά πιθανή μια νέα μορφή κριτικής, αντι-ετεροκανονικής [=antiheteronormative] γνώσης»[25].

Η παραπάνω προσέγγιση του Floyd επιχειρεί μια, μάλλον εξαιρετικά επιτυχή, σύζευξη της queer θεωρίας και του μαρξισμού μέσα από τα νήματα της ετεροκανονικότητας και της πραγμοποίησης. Επίσης, παρουσιάζει την queer ταυτότητα ως θετικό και ελπιδοφόρο “μεταμοντέρνο” αποτέλεσμα των κοινωνικών διαφοροποιήσεων και της ταξικότητας που εκμεταλλεύεται το κεφάλαιο, το οποίο απορροφάται μεν από το εξουσιαστικό «πραγμοποιητικό» και κανονιστικό σύστημα ξεγυμνώνοντας όμως το ετεροκανονικό του περίβλημα και αφήνοντάς το ευάλωτο στην κριτική. Έτσι, είναι δυνατό να διακρίνει κανείς ότι πίσω από την «αλυσίδα παραγωγής» του διηγήματος που περιγράφεται παραπάνω, κρύβεται η πραγμοποίηση της σεξουαλικής επιθυμίας που αναπαρίσταται μέσα από την πορνεία και τις ανταλλακτικές σχέσεις που καθιερώνει. Αν και αποτελεί κατασκευή των ίδιων των υποκειμένων ανεξαρτητοποιείται από αυτά, τα κυβερνά και τα απομονώνει πείθοντάς τα ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος πέραν του καταναλωτισμού και της ετεροκανονικότητας από τα οποία προσφέρει μια πρόσκαιρη και ναρκωτική ανακούφιση, όπως στην περίπτωση του Αλέκου.

Τα υποκείμενα εγκλωβίζονται στις ετεροκανονικές επιταγές, γίνονται «πράγματα» που επιβεβαιώνουν και αναπαράγουν την πατριαρχία ακόμα και ως εσωτερική διαφοροποίηση μέσα από την πρόσκαιρη “ακολασία” για να θυμηθεί κανείς τα λόγια των Max Horkheimer και Theodor Adorno όταν σχολιάζουν τη σύγχρονη μαζική κουλτούρα και την πορνογραφία: «[Η ακολασία] προσφέρεται σε μικρές δόσεις, σαν εμπορική σπεσιαλιτέ, με μια ετικέτα που γράφει πάνω “τολμηρό”. Η μαζική παραγωγή του τολμηρού οργανώνει αυτόματα την απώθησή του. […] Υπέρτατος νόμος της [βιομηχανίας της κουλτούρας] είναι ότι οι άνθρωποι δεν πρέπει να ικανοποιούν τις επιθυμίες τους, πρέπει να γελούν και να αρκούνται σ’ αυτό. [Είναι] η εγγενής στο σύστημα αναγκαιότητα να μην αφήνεται ελεύθερος ο καταναλωτής, να μην του δίνεται ποτέ η ευκαιρία να υποψιαστεί ότι είναι δυνατή οποιαδήποτε αντίσταση. […] Η απόλαυση ευνοεί την παραίτηση, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, θεωρητικά, είναι φτιαγμένη για να βοηθά στην αποσιώπηση της παραίτησης»[26].

Scott Favor: Όταν έφυγα από το σπίτι, η υπηρέτρια με ρώτησε πού πήγαινα. Είπα «Οπουδήποτε. Οτιδήποτε. Καλημέρα».

Mike Waters: Είχατε υπηρέτρια. Αν είχα μια κανονική οικογένεια, και μεγάλωνα σωστά, τότε θα ήμουν ένα ισορροπημένο άτομο.

Scott Favor: Εξαρτάται από το τί θεωρείς κανονικό.

Γρήγορο φαγητό. Στη βραδινή σκηνή μπροστά από τη φωτιά, που αποτέλεσε και το κατώφλι αυτού του δοκιμίου, οι πρωταγωνιστές του My Own Private Idaho αναρωτιούνται επάνω στην έννοια του «κανονικού» και, όπως φαίνεται από τα λόγια του Scott, αυτή δεν εκλαμβάνεται ως μια σταθερή και ενιαία κατηγορία. Τα κοινά μεταξύ του Scott και του πρωταγωνιστή τού «Στα τέσσερα» είναι ίσως περισσότερα από όσα κανείς με μια πρώτη ματιά διακρίνει και, αναμφισβήτητα, ιδιαίτερα διαφωτιστική θα ήταν μια διαθεματική προσέγγιση σχετικά με την αναπαράσταση του queer υποκειμένου στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο.

Με αφορμή τον πρωταγωνιστή του διηγήματος του Περούλη και την αναπαράσταση της ανδρικής πορνείας μέσα από την αφήγηση, ξετυλίχθηκαν παραπάνω κάποιες σκέψεις σχετικά με τη σωματική, σεξουαλική και οικονομική έκφανση της εργασίας του άνδρα συνοδού αλλά και τη διαπλοκή τους στο πολιτισμικό πλαίσιο του ύστερου καπιταλισμού. Με μεθοδολογικά εργαλεία την queer θεωρία, που προτάσσει τη σεξουαλική ρευστότητα και πράξη έναντι πολύπλοκων ή καταφανών κατηγοριών, και μαρξιστικές προσεγγίσεις της μετανεωτερικότητας, που αναζητούν τον κεφαλαιοκρατικό λόγο μέσα από συγχρονικές πολιτισμικές αναπαραστάσεις, τέθηκαν ερωτήματα επάνω στην ετεροκανονικότητα και τις σχέσεις της με τον ψηφιακό καταμερισμό της εργασίας, το σώμα και το εμπόρευμα, τη σεξουαλική απελευθέρωση και την πραγμοποίησή της. Με τα θολά σημεία να παραμένουν και χωρίς καταληκτικά συμπεράσματα, μόνο πρόσθετα κριτικά ερωτήματα μπορεί να θέσεις κανείς, που αφορούν τη σχέση queer υποκειμενικότητας και (αντι-)καπιταλισμού/ μαρξισμού, την επαναστατική σεξουαλικότητα απέναντι στην κανονιστική οικονομική πατριαρχία, την πιθανή συγκριτική προσέγγιση ανδρικής και γυναικείας πορνείας, αν υπάρχουν αυτές οι κατηγορίες, και, τελικά, τη σχέση της με τη σεξουαλική και ταξική αυτενέργεια και συνειδητοποίηση.

Ίσως, κλείνοντας, προκειμένου να προλάβει κανείς ανακριτικές ερωτήσεις σχετικά με το «αρχαιότερο επάγγελμα» του τύπου “το κάνει επειδή το θέλει ή επειδή το έχει ανάγκη;” που μόνο ατομικιστικά και επίπλαστα απαντώνται, είναι περισσότερο κριτικό να διερωτάται επάνω στη «συνειδητότητα» του υποκειμένου και την «ανθρωπινότητα» των συνθηκών. Στο διήγημα, η ίδια η αφήγηση δίνει μάλλον μια απάντηση, αναπαριστώντας τον πρωταγωνιστή ως εργαζόμενο και την επιθυμία ως προϊόν αλυσίδας fast food. Ο «Πανούλης» που «μια φορά τον είχαν βγάλει σε προσφορά για μια βδομάδα» εκφράζει, κάπου ανάμεσα στην πραγματιστική απόρριψη του ίδιου του συγγραφέα που του στέλνει πρόσκληση για συνέντευξη, ως μετα-κειμενική παιχνιδιάρικη φιγούρα, και στο επόμενο ραντεβού του excel, μια μόνο μελλοντολογική επιθυμία: «Πέντε χρόνια ακόμα και μετά θ’ αγόραζε κανένα φραντσάιζ και θα καθότανε, κανένα Γρηγόρη ή Μικέλ»[27]. Τί είναι, τελικά, το ανθρώπινο και τί το Μικέλ[28];

Ο Δημήτρης Μανούκας είναι Μεταπτυχιακός φοιτητής Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας του Α.Π.Θ.



[1] Ας σημειωθεί εδώ ότι στα ελληνικά θα χρησιμοποιείται στο εξής ο όρος «συνοδός», όπως συμβαίνει και στη σχετική βιβλιογραφία, αφού η λέξη «πόρνη» είναι γένους θηλυκού, αντίθετα με το αγγλικό «prostitute» στο οποίο το φύλο δεν είναι γλωσσικά εκπεφρασμένο. Βλ. σχετικά Κ. Κανάκης, «Εκφράζοντας ανδρικές ομοερωτικές επιθυμίες και υποκειμενικότητες στο διαδίκτυο», Σύγχρονα Θέματα 105, 2009, 78-83.

[2] R. Weitzer, Sex for Sale: Prostitution, Pornography, and the Sex Industry. New York: Routledge 2010, 8-10.

[3] K. Kaye, «Male Prostitution», λήμμα στο: M. H. Ditmore (επιμ.), Encyclopedia of Prostitution and Sex Work.1: A-N. Westport, CΤ: Greenwood, 275-281. Με την έννοια της «παρενδυσίας» να μην έχει ακόμα αναδυθεί και της ομοφυλοφιλίας να μην έχει θεσμικά ποινικοποιηθεί ευρέως, οι περιγραφές και οι προσδιορισμοί ποικίλουν, με τις «νεράιδες» να είναι ο πιο συνηθισμένος. Η συστηματική κατηγοριοποίηση της ομοφυλοφιλίας και των υπόλοιπων τύπων σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτοτήτων ξεκινά από τα τέλη του 19ου αιώνα, με την αρωγή της νεαρής τότε επιστήμης της σεξολογίας και ψυχολογίας, και συμπίπτει με την έναρξη της εντατικής κρατικής και κοινωνικής καταστολής του φαινομένου. Το παραπάνω λήμμα αποτελεί μια πολύ χρήσιμη ιστορική αναδρομή από τότε μέχρι και τις μέρες μας.

[4] Η σκηνή στο: https://www.youtube.com/watch?v=JID5_FUL4mE (πρόσβαση: 27/01/2017). Ας σημειωθεί ότι ο Van Sant έγραψε το σενάριο ως σύγχρονη αναπαράσταση των σαιξπηρικών Ερρίκος Δ’ και Ερρίκος Ε’ με τα οποία συνδέεται διακειμενικά. Έμπνευση αποτέλεσε επίσης το μυθιστόρημα City of Night (1963) του John Rechy, κλασικό παράδειγμα λογοτεχνίας με θέμα την ανδρική πορνεία.

[5] Κ. Αγοραστός, «Παγιδευμένοι σε ρόλους», http://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/peroulis-kostas-antipodes-automata, 13/01/2016 (πρόσβαση: 28/01/2017).

[6] Δ. Μαρίνος, «Άνθρωποι μπλεγμένοι στον ιστό της καθημερινότητας», Fractal, 13/07/2016, http://fractalart.gr/aytomata/· Γ. Ν. Περαντωνάκης, «Η σκληρή… γλώσσα της εργασίας», http://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/peroulis-kostas-antipodes-automata-2, 26/02/2016· Σ. Ιντζές, «Χωρίς προαπαιτούμενα», http://www.thraca.gr/2016/08/2015.html, 22/08/2016 (πρόσβαση σε όλα: 28/01/2017).

[7] Μ. Χαρτουλάρη, «Μήπως είμαστε η δουλειά μας;», Η Εφημερίδα των Συντακτών, 26/02/2016, https://www.efsyn.gr/arthro/mipos-eimaste-i-doyleia-mas (πρόσβαση: 28/01/2017).

[8] «Ίσως θα πρέπει να ξαναδούμε τον κόσμο της εργασίας μας στην αντίφασή του […]. Να δούμε πόσο “τεχνοκρατικοποιημένος” έχει γίνει και συγχρόνως πόσο δικός μας παραμένει, πόσο ξεπετάγεται κάθε τόσο ο εαυτός μας μέσα απ' τα σπλάχνα του. Να τον δούμε δηλαδή, όχι ως το κακό “άλλο” μιας “αληθινής” κοινωνικής και εργασιακής ζωής, αλλά ως ανθρώπινο κόσμο»· το σχόλιο του Περούλη παραθέτει η Μ. Χαρτουλάρη, «Μήπως είμαστε η δουλειά μας;».

[9] Έ. Γιαννοπούλου, «Ο άνθρωπος είναι το επάγγελμά του (;)», https://left.gr/news/o-anthropos-einai-epaggelma-toy, 28/03/2016 (πρόσβαση: 28/01/2017).

[10] S. Ε. Baker, Bernard Shaw's Remarkable Religion: Faith that Fits the Facts. Miami: University Press of Florida 2002, 83–84.

[11] Κ. Περούλης, «Στα τέσσερα», 99.

[12] P. Smith, Πολιτισμική θεωρία: Μια εισαγωγή, μτφ. Ν. Μπουμπάρης. Αθήνα: Κριτική 2006, 344-345.

[13] M. K. Bloodsworth, «Queer Identity», λήμμα στο: T. Murphy (επιμ.), Reader's Guide to Lesbian and Gay Studies. London: Routledge 2013, 487-488. Η λέξη «queer» που χρησιμοποιείται υπονομευτικά και κοροϊδευτικά στα αγγλικά υπονοώντας τον «ανώμαλο» θεωρείται από τον Warner ότι περιλαμβάνει τον κάθε έναν του οποίου τα συμφέροντα απειλούνται.

[14] Ο Jameson αναλύει το μεταμοντέρνο, στο ομώνυμο πασίγνωστο βιβλίο του, ως την «πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού». Πολλοί νεομαρξιστές βλέπουν το μεταμοντέρνο όχι απαραίτητα ως παράγωγο του καπιταλισμού αλλά ως μια αισθητική έκφραση με ρόλο «μπαλαντέρ», θα έλεγε κανείς, που από τη μία μπορεί δυναμικά να απειλήσει το σύγχρονο πολιτικό σύστημα της (νεο-)φιλελεύθερης καπιταλιστικής δημοκρατίας, αμφισβητώντας τις σταθερές που τη θεμελιώνουν, και από την άλλη να καταλήγει να την ενδυναμώνει, λόγω της έλλειψης συνοχής και της μαζικότητας που το χαρακτηρίζουν. Βλ. ειδικά F. Jameson, Το μεταμοντέρνο, ή η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού, μτφ. Γ. Βάρσος. Αθήνα: Νεφέλη 1999.

[15] Μ. Warner (επιμ.), Fear of a Queer Planet: Queer Politics and Social Theory. Minneapolis: University of Minnesota Press 1993, xxii-xxviii· η μετάφραση εδώ, και όπου δε δηλώνεται διαφορετικά, είναι δική μου. Ο Warner παραθέτει ένα χαρακτηριστικό σχόλιο της Monique Witting: «Το να ζει κανείς σε μια κοινωνία σημαίνει να ζει στην ετεροφυλοφιλία… Η ετεροφυλοφιλία είναι πάντοτε παρούσα σε όλες τις πνευματικές κατηγορίες. Έχει εισχωρήσει στη διαλεκτική σκέψη (ή τη σκέψη των διαφορών) ως βασική της κατηγορία». Με αφορμή αυτό παρουσιάζεται καχύποπτος απέναντι στον μαρξισμό ως αναπαραγωγή των ετεροκανονικών στερεοτύπων με διαφορετικό απλώς κοινωνικό συμβόλαιο. Στην ίδια ανθολογία, στο δοκίμιο «Identity and Politics in a “Postmodern” Gay Culture», ο Steven Seidman υποστηρίζει μία «πολιτική της εναντίωσης με πρόθεση τη θεσμική και πολιτισμική αλλαγή, χωρίς, όμως, να συνδυάζεται με ένα μακροπρόθεσμο [=millennial] όραμα. […] [Είναι] λιγότερο υπομονετικός με τη γενίκευση και συστηματοποίηση “θεωριών” στην παράδοση του Μαρξισμού και του ριζοσπαστικού φεμινισμού. Τέτοιες προσπάθειες προωθούν μια κοινωνική ιεραρχία και πολιτικές αποκλεισμού». Σε κάθε περίπτωση, την πρωταρχική αυτή ανθολογία queer θεωρίας ακολούθησαν ποικίλες προσπάθειες γεφύρωσης του χάσματος μέσω νεο-μαρξιστικών («Queer Marxism») και αναρχικών («anarcho-queer») προσεγγίσεων που διαπλέκουν σωματικό και οικονομικό λόγο. Μια τέτοια σύζευξη επιχειρείται και στο παρόν δοκίμιο, που, παρεμπιπτόντως, θεωρεί ότι λόγω αυτής της σύζευξης το λεγόμενο «gay-for-pay» φαινόμενο αποτελεί μια έκφανση της queer (αντι-)ταυτότητας.

[16] Κ. Κανάκης, «Γλώσσα, αρσενικότητα και σεξουαλικότητα στο διαδίκτυο», στο: Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα 28, 2008, 159-170, 159. (http://www.ins.web.auth.gr/images/MEG_PLIRI/MEG_28_159_170.pdf [πρόσβαση: 04/02/2017]).

[17] Κ. Κανάκης, «Γλώσσα, Αρσενικότητα και Σεξουαλικότητα στο Διαδίκτυο», 162-164 και Κ. Κανάκης, «Εκφράζοντας ανδρικές ομοερωτικές επιθυμίες και υποκειμενικότητες στο διαδίκτυο», 79-80 και 83. Ο Κανάκης παρουσιάζει και επιχειρεί να γεφυρώσει τις διαφορές μεταξύ των «θεωρητικών της ταυτότητας» και των «θεωρητικών της επιθυμίας» μελετώντας τη γλώσσα της ομοερωτικής επιθυμίας ως μέσο κατασκευής ή και αποποίησης της σεξουαλικής υποκειμενικότητας που «ερωτικοποιεί» και «ερωτικοποιείται». Καθοριστικό ρόλο σε κάθε περίπτωση παίζει ο ετεροφυλόφιλος εξουσιαστικός λόγος, στον οποίο έμφαση δίνεται και στο δοκίμιο αυτό που επιλέγει την queer οπτική για να μιλήσει για θέματα ταυτότητας και επιθυμίας.

[18] Κ. Περούλης, «Στα τέσσερα», 90-91.

[19] R. Henessey, Profit and Pleasure: Sexual Identities in Late Capitalism. New York and London: Routledge 2000, 6-7.

[20] Κ. Περούλης, «Στα τέσσερα», 97.

[21] Κ. Περούλης, «Στα τέσσερα», 97.

[22] M. V. Pruitt, «Online Boys: Male-for-Male Internet Escort», Sociological Focus 38, 2005, 189–203 (www.jstor.org/stable/20832268 [πρόσβαση: 30/01/2017]).

[23] Κ. Περούλης, «Στα τέσσερα», 94.

[24] R. Henessey, Profit and Pleasure: Sexual Identities in Late Capitalism, 56-58.

[25] K. Floyd, The Reification of Desire: Toward a Queer Marxism. London and Minneapolis: Minnesota University Press 2009, 17 και 25.

[26] Μ. Χορκχάιμερ & Τ. Αντόρνο, «Η βιομηχανία της κουλτούρας: ο Διαφωτισμός ως εξαπάτηση των μαζών», στο: Τ. Αντόρνο, Λ. Λόβενταλ, Χ. Μαρκούζε & Μ. Χορκχάιμερ, Τέχνη και μαζική κουλτούρα, μτφ. Ζ. Σαρίκας. Αθήνα: Ύψιλον 1984, 69-121, 92-94.

[27] Κ. Περούλης, «Στα τέσσερα», 98.

[28] P. Smith, Πολιτισμική θεωρία: Μια εισαγωγή, 352: Ως «μακντοναλντοποίηση» [=MacDonaldization], πάντως, ορίζονται εννοιολογικά από τον κοινωνιολόγο George Ritzer «οι οργανωτικές αρχές, που διέπουν τα καταστήματα φαστ-φουντ, [...] [και] είναι οι εξής: αποτελεσματικότητα, ικανότητα υπολογισμού και πρόβλεψης και άσκηση ελέγχου». Ως αρνητικά στοιχεία ο ίδιος επισημαίνει: «[την] εργαλειακή ορθολογικότητα, που δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση ευρύτερων κοινωνικών στόχων, [την] απο-ειδίκευση των εργαζομένων και [την] απλοποίηση των διάφορων εργασιών, [την] προσφορά προκατασκευασμένων και τυποποιημένων προϊόντων, [την] αμείλικτη εφαρμογή των αρχών της αγοράς».