BLG – Minimalistic Theme Focused on Readability

EN

Βιβλικά υπερ-κείμενα (hypertextes) εκτός "Εποχής": Μια ανίχνευση

Μάριος-Κυπαρίσσης Μώρος

Ένα ξανακερδισμένο στοίχημα (;). Η μελέτη αυτή αποτελεί συνέχεια ανακοίνωσης που εκφωνήθηκε σε ημερίδα μεταπτυχιακών και υποψηφίων διδακτόρων του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του Α.Π.Θ. με τίτλο «Λογοτεχνία και Θεολογία: το παράδειγμα της ελληνικής μεταπολεμικής ποίησης: Ντίνος Χριστιανόπουλος»· εκεί, αναζητούσαμε τη σχέση που αναπτύσσει ο Ντίνος Χριστιανόπουλος με τη βιβλική και τη γενικότερη εκκλησιαστική παράδοση στην πρώτη του συλλογή, Εποχή των ισχνών αγελάδων. Εδώ, επεκτείνουμε την αναζήτηση αυτή και στις επόμενες συλλογές.

Ποιο είναι λοιπόν το στοίχημα που βάζουμε; Μάλλον, πρέπει να μιλήσουμε για δύο στοιχήματα: Το πρώτο μικρό, περιορίζεται αποκλειστικά στην ανεύρεση των εκκλησιαστικών τόπων και τρόπων που ενσωματώνει ο Χριστιανόπουλος στα ποιήματά του. Το δεύτερο, όμως, στοίχημα είναι παράλληλα και μία πρόκληση για τις δύο επιστήμες της Φιλολογίας και της Θεολογίας και αφορά τη μεταξύ τους σχέση: Αναλογιζόμενοι πως η Αγία Γραφή και η (παρ)εκκλησιαστική γραμματεία ήταν ένα από τα βασικότερα αναγνώσματα των ανθρώπων της εποχής του Χριστιανόπουλου, πρέπει να απαλλαγούμε από τυχόν προκαταλήψεις σχετικά με τον τρόπο που η ποίηση προσεγγίζει το εκάστοτε εκκλησιαστικό υπο-κείμενό της και να δούμε, πέραν από μία φαινομενική “διαστρέβλωσή” του, τη γόνιμη σχέση των δύο επιστημών που βαδίζουν παράλληλα και έχουν τόσα να προσφέρουν η μία στην άλλη.

Προλογικά. Στην πρώτη του συλλογή, την Εποχή των ισχνών αγελάδων (11950), ο Ντίνος Χριστιανόπουλος (1931) χρησιμοποίησε εκκλησιαστικά κείμενα, είτε αυτά προέρχονταν από την Αγία Γραφή, είτε από την ευρύτερη χριστιανική παράδοση, ακόμα και από την ηθικοπλαστική καθολική «θρησκευτική λογοτεχνία», ως προποιητικό υλικό για τη σύνθεση των ποιημάτων· άλλα από αυτά ανταποκρίνονταν στις εκκλησιαστικές προδιαγραφές, άλλα παράλλασσαν το αρχικό υλικό και το επανέγγραφαν σε νέο συγκείμενο, άλλα άλλαζαν τα κίνητρα που υπαγόρευαν στους αρχικούς πρωταγωνιστές ορισμένες κινήσεις (transmotivation)[1]. Γνώστης του προποιητικού αυτού υλικού, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος κινήθηκε άνετα στις σελίδες της χριστιανικής γραμματείας στην οποία παρέπεμψε από στήθους πολλές φορές, αλλοιώνοντας (;) ή επανασηματοδοτώντας το υπο-κείμενο (hypotexte)[2]. Την πρακτική αυτή, ωστόσο, εγκατέλειψε στη δεύτερη συλλογή του Ξένα γόνατα, στην οποία αρμός με τη χριστιανική αυτή παράδοση μένει το ποίημα «Μυστικός Δείπνος».

Στον Αλλήθωρο, ωστόσο, θα συμπεριληφθεί το ποίημα «Βαλτάσαρ», το οποίο θα στηριχτεί στη γνωστή αφήγηση της Παλαιάς Διαθήκης για τον βασιλιά Βαλτάσαρ, γιο του Ναβουχοδονόσορα, και το χέρι που γράφει στον τοίχο «μανή, θεκέλ, φάρες», φράση την οποία ο Χριστιανόπουλος θα διαβάσει σε ένα εντελώς διαφορετικό συμφραστικό πλαίσιο. Στα Μικρά ποιήματα έξι ολιγόστιχα ποιήματα θα γεννηθούν από στίχους των Ψαλμών, συνεχίζοντας την παράδοση ορισμένων της Εποχής, του Ευαγγελίου και των ύμνων (εδώ της Νεκρώσιμου Ακολουθίας, την οποία ο Χριστιανόπουλος έχει μεταφράσει)[3]. Μέσω αυτών ο ποιητής θα προχωρήσει σε έναν διάλογο με το εκκλησιαστικό κείμενο, το οποίο θα χρησιμοποιήσει, άλλοτε ως μομφή στους επικριτές του, άλλοτε ως προάσπιση των “πιστεύω” του κι άλλοτε μεταφορικά, προβάλλοντας επάνω του την ατομική του περίπτωση.

Στην παρούσα μελέτη, τα επτά αυτά ποιήματα, προερχόμενα από δύο βασικές κατηγορίες των ποιημάτων του Χριστιανόπουλου, τα καθ’ εαυτό ποιήματα τα οποία εντάσσει σε ένα συνολικό σώμα υπό τον γενικό τίτλο Ποιήματα και τα Μικρά ποιήματα, θα διαβαστούν σε συνάρτηση με το χωρίο από το οποίο προήλθαν και θα αναζητηθούν οι τρόποι με τους οποίους ο Χριστιανόπουλος συνεχίζει τη γνωστή από την Εποχή των ισχνών αγελάδων πρακτική της επανάγνωσης εκκλησιαστικών κειμένων. Στόχος είναι να αναδειχθούν οι δεσμοί της πρώτης αυτής συλλογής με το υπόλοιπο σώμα του έργου του Χριστιανόπουλου, να εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο αυτή η πρακτική της επανεγγραφής χωρίων, συγκεκριμένα της χριστιανικής γραμματείας, οδήγησε στη μεταμόρφωσή τους σε ποιήματα, με την αρχή στη δεκαετία του 1950 και τελευταίο, ένα «μικρό ποίημα», γραμμένο το 2006.

Ι. «Βαλτάσαρ»: ένα «εποχιακό» ποίημα (;). Στο «Βαλτάσαρ» η παλαιοδιαθηκική ιστορία εντάσσεται σε συμφραζόμενα ερωτικά, όπως συμβαίνει και με πολλά άλλα χωρία που γεννούν τα ποιήματα της Εποχής· το ποιητικό υποκείμενο απευθύνεται στον βασιλιά Βαλτάσαρ και διαβάζει εκ του παραλλήλου την προσωπική του ιστορία με τη βιβλική:

«Βαλτάσαρ»

Το χέρι που ερήμωσε την ξενοιασιά σου

γράφοντας μυστικά στον τοίχο επάνω

το κρυπτογράφημα της συμφοράς,

πόσες φορές κι εγώ δεν το αντίκρισα,

όχι σε τοίχο ή σε οθόνη αλλά στα μάτια

εκείνων που είναι επικίνδυνοι φεγγίτες

της ομορφιάς.

                       Μα δεν το εξήγησα ποτέ μου

ούτε επιδίωξα ποτέ να το εξηγήσω,

ίσως γιατί τα κοκαλιάρικα αυτά δάχτυλα

μου λένε πιο πολλά κι απ’ όσα γράφουν.[4]

Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην Εποχή, στο «Βαλτάσαρ» ο ομιλών δεν ταυτίζεται με τον βιβλικό ήρωα, διαφοροποιείται από τον τελευταίο και του απευθύνει τον λόγο, αντιπαραβάλλοντας την κυριολεκτική ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης στη μεταφορική του προσωπικού βιώματός του, ενδύοντας τη σύγχρονη κατάσταση με ένα «παρωχημένο περίβλημα», μέσω του αναχρονισμού, αφού το ποίημα πραγματοποιεί μία κίνηση εκκρεμούς από την εποχή της Βίβλου στο σήμερα. Έχουμε να κάνουμε, δηλαδή, με μία ακόμα αλλαγή στο χωρο-χρονικό πλαίσιο της αρχικής ιστορίας (transposition diégétique)[5], αλλά και με μία βασική αλλαγή στο ενεργόν υποκείμενο, το οποίο δίνει τώρα τη θέση του στο ποιητικό υποκείμενο (transposition pragmatique)[6]. Στο «Βαλτάσαρ», πέραν του ονόματος-φορέα της υπο-κειμενικότητας, είναι εύκολο να διακρίνουμε το κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης από τις αναφορές του Χριστιανόπουλου στο ακατάληπτο του νοήματος της γραφής, στην προσπάθεια ερμηνείας, στο «κοκαλιάρικο χέρι» και στην τελική συμφορά, την οποία βιώνει τόσο ο βιβλικός ήρωας, όσο και το ποιητικό υποκείμενο.

Παραθέτω τα ενδεικτικά αποσπάσματα από το βιβλικό χωρίο, τα οποία θα διευκολύνουν την επιχειρούμενη ανάγνωση:

Δανιήλ, 5,1-5,31: Βαλτάσαρ ο βασιλεύς εποίησε δείπνον μέγα τοις μεγιστάσιν αυτού χιλίοις, και κατέναντι των χιλίων ο οίνος. […] (5,5) εν αυτή τη ώρα εξήλθον δάκτυλοι χειρός ανθρώπου και έγραφον κατέναντι της λαμπάδος επί το κονίαμα του τοίχου του οίκου του βασιλέως, και ο βασιλεύς εθεώρει τους αστραγάλους της χειρός της γραφούσης. τότε του βασιλέως η μορφή ηλλοιώθη, και οι διαλογισμοί αυτού συνετάρασσον αυτόν, και οι σύνδεσμοι της οσφύος αυτού διελύοντο, και τα γόνατα αυτού συνεκρούοντο. και εβόησεν ο βασιλεύς […] ος αν αναγνώ την γραφήν ταύτην και την σύγκρισιν γνωρίση μοι πορφύραν ενδύσεται […] (5,25) [μιλάει ο προφήτης Δανιήλ] και αυτή η γραφή απεστάλη αστράγαλος χειρός και την γραφήν ταύτην ενέταξε. Και αυτή η γραφή εντεταγμένη· μανή, θεκέλ, φάρες. Τούτο το σύγκριμα του ρήματος· μανή, εμέτρησεν ο Θεός την βασιλείαν σου και επλήρωσεν αυτήν· θεκέλ, εστάθη εν ζυγώ και ευρέθη υστερούσα· φάρες, διήρηται η βασιλεία σου, και εδόθη Μήδοις και Πέρσαις. […] (5,30) εν αυτή τη νυκτί ανηρέθη ο βασιλεύς ο Χαλδαίων [ενν. τον Βαλτάσαρ].

Στο παραπάνω βιβλικό απόσπασμα, ο Θεός επιλέγει με το ακατάληπτο τριπλό «μανή, θεκέλ, φάρες» να δηλώσει στον βασιλιά Βαλτάσαρ το τέλος της βασιλείας του και τον επικείμενο θάνατό του, λόγω της προσκύνησης ψεύτικων θεών-ειδώλων. Στο «Βαλτάσαρ» του Χριστιανόπουλου η βιβλική αφήγηση συμπυκνώνεται στους τρεις πρώτους στίχους («Το χέρι που ερήμωσε την ξενοιασιά σου/ γράφοντας μυστικά στον τοίχο επάνω/ το κρυπτογράφημα της συμφοράς»)· το υπόλοιπο ποίημα μεταφέρει τον συμβολισμό του «κρυπτογραφήμα[τος]» στο παρόν της αφήγησης, και μάλιστα σε αύξουσα κλίμακα («πόσες φορές δεν το αντίκρισα»). Το ποιητικό υποκείμενο, σε αντίθεση με τον βιβλικό πρόγονό του, δεν προσπαθεί να ορίσει το περιεχόμενο του μηνύματος, γραμμένο «όχι σε τοίχο ή οθόνη», αλλά στα μάτια του ερωτικού συντρόφου. Ωστόσο, οι τελευταίοι δύο στίχοι υποδεικνύουν τη βασικότερη διαφορά ποιήματος και υπο-κειμένου: ο Χριστιανόπουλος ανάγει σε κεντρικό στοιχείο της αφήγησης τα ίδια τα χέρια που γράφουν, μέρος αντί του όλου σώματος, τα οποία εμφανίζονται ως φορείς ερωτισμού και σε άλλα ποιήματα (π.χ. «Να σου γλείψω τα χέρια» από το ποίημα «Έρωτας» του Ανυπεράσπιστου καημού). Αν στον Βαλτάσαρ ήταν ο Θεός που έγραφε, στον Χριστιανόπουλο είναι ο ερωτικός σύντροφος που προειδοποιεί για την επερχόμενη καταστροφή, άρρηκτα συνδεδεμένη με την ομορφιά («επικίνδυνοι φεγγίτες/ της ομορφιάς»)[7]. Εδώ, φαίνεται ότι το μήνυμα, κλειδί για την ανάγνωση του βιβλικού κειμένου, περιέρχεται σε δεύτερη μοίρα, αφού το ποιητικό υποκείμενο δε ζητά ερμηνεία, και τη θέση του παίρνει ο γραφέας, όχι ο Θεός, αλλά ο εκάστοτε ανώνυμος ερωτικός σύντροφος.

Σε αντίθεση με τα ποιήματα της Εποχής, στο «Βαλτάσαρ», ο εστιακός χαρακτήρας δεν προέρχεται από ευρύτερο πλαίσιο δράσης του υπο-κειμένου· η «αφηγηματική φωνή» (voix narrative)[8], δεν ανήκει στον βασιλιά Βαλτάσαρ, ούτε στον μοναδικό συμπρωταγωνιστή του, τον προφήτη Δανιήλ, παρά στο σύγχρονο ποιητικό υποκείμενο. Μιλάμε για μεταφορά του βιβλικού συμβολισμού, μέσω των αναχρονισμών, πρακτική που ο Χριστιανόπουλος εφάρμοσε κατά κόρον στην Εποχή (π.χ. η οθόνη του στίχου 5), στο παρόν. Και ο «Βαλτάσαρ», λοιπόν, μας καθιστά σαφές το υπο-κείμενό του, τόσο μέσω του τίτλου του, όσο και μέσω της θεματοποίησης του αρχικού υλικού. Μόνο που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η εξής διαφοροποίηση από τα ποιήματα της Εποχής: ο «Βαλτάσαρ» δεν ονομάζεται από τον πρωταγωνιστή του, όπως συμβαίνει με τη «Μαγδαληνή», ή τον «Δημά» της Εποχής· ο τίτλος λειτουργεί συμβολικά, ανάγοντας τον βασιλιά των Χαλδαίων σε σύμβολο, με χαλαρούς δεσμούς, εκείνων που πρόκειται να καταστραφούν, εδώ, ερωτικά. Διαφέρει, επίσης, από τα ποιήματα της πρώτης συλλογής του Χριστιανόπουλου και ως προς το ότι στον «Βαλτάσαρ», το υπο-κείμενο δίνει απλά την αφορμή για τη γραφή και στο βασικό υλικό του μπορούμε να διαβάσουμε τον προσωπικό τρόπο ανάγνωσης που προτείνει ο ποιητής.

Ο «Βαλτάσαρ» είναι ένα ποίημα το οποίο έλκει πολλά στοιχεία από τα ποιήματα της Εποχής των ισχνών αγελάδων, από όπου, όμως, και απομακρύνεται αρκετά. Οι αναχρονισμοί, η αναφορά στο βιβλικό υπο-κείμενο, η λειτουργία του συμβόλου το καθιστούν συγγενές με αυτά και συνάμα το απομακρύνουν, αφού εδώ έχουν διαφορετική λειτουργία. Αυτό που μπορούμε, ωστόσο, εύκολα να διακρίνουμε είναι αρμοί, εσωτερικά νήματα που συνδέουν το σύνολο της ποίησης του Χριστιανόπουλου, τα οποία ξεκινούν από τη «βιβλική μέθοδο»[9] της Εποχής και φτάνουν μέχρι τα Μικρά ποιήματα.

ΙΙ. Έξι «μικρά ποιήματα» και η Αγία Γραφή. Στα έξι ποιήματα που ακολουθούν, ο Χριστιανόπουλος προχωράει σε έναν διάλογο με βάση τις ευαγγελικές επιταγές και το προσωπικό πάθος, το οποίο δε μπορεί να καθυποτάξει. Άλλοτε ένα χωρίο του Ευαγγελίου, άλλοτε ένας ψαλμικός στίχος, δίνουν στον ποιητή την ευκαιρία να εγγράψει επάνω τους το προσωπικό του βίωμα, να λειτουργήσει, δηλαδή, με τρόπο ανάλογο του «Βαλτάσαρ». Εδώ, το αρχικό χωρίο πλαγιογραφείται, αφήνοντας τους στίχους που προσθέτει ο ποιητής να λειτουργήσουν σαν σχόλιο στον ευαγγελικό, κατά βάση, λόγο.

Στο κάλεσμα του Αποστόλου Παύλου για θέωση μετά την Ανάσταση του Χριστού, όπου οι αναστημένοι πιστοί θα πρέπει να έχουν στραμμένο το βλέμμα τους μόνο στα υψηλά της εν Χριστώ ζωής και να απέχουν από κάθε σκέψη του γήινου κόσμου (Προς Κολοσσαείς 3.3: Ει ουν συνηγέρθητε τω Χριστώ, τα άνω ζητείτε, ου ο Χριστός εστιν εν δεξιά του Θεού καθήμενος, τα άνω φρονείτε, μη τα επί της γης), ο Χριστιανόπουλος αντιπαραθέτει την ομορφιά του τελευταίου, τη δύναμη που κρύβεται στη γη και την αδιαφορία που του προκαλεί ο υπέρλογος ουρανός. Το βιβλικό, δηλαδή, χωρίο προσλαμβάνεται σκοπίμως κυριολεκτικά από το ποίημα· τα επί γης, που ο Απόστολος Παύλος ζητά να απαρνηθούν οι Χριστιανοί γίνονται «βαρβάτα χωριά», σωματοποιούνται («λιχουδιές των σκελιών τους»), για να καταλήξει ο ποιητής να διακηρύξει: «εμένα δε με νοιάζει πια ο ουρανός».

τα άνω φρονείτε· μη τα επί γης

όμως η γη σου είναι τόσο όμορφη

τόσο βαρβάτα τα χωριά σου

η μοναξιά μου δε χορταίνει

τις λιχουδιές των σκελιών τους

εμένα δε με νοιάζει πια ο ουρανός[10]

Το ίδιο και με το δεύτερο παράθεμα από τον Απόστολο Παύλο, αυτή τη φορά από την Προς Κορινθίους Α΄ επιστολή, όπου ο Απόστολος απαριθμεί τις κατηγορίες εκείνες των ανθρώπων που εξαιτίας των επιλογών στη ζωή τους δεν θα κληρονομήσουν τη βασιλεία των ουρανών (Προς Κορινθίους 6.10-11: Ούτε πόρνοι ούτε ειδωλολάτραι ούτε μοιχοί ούτε μαλακοί ούτε αρσενοκοίται ούτε πλεονέκται ούτε κλέπται ούτε μέθυσοι, ου λοίδοροι, ουχ άρπαγες βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι).

πόρνοι και καταδόται

βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι

Θεέ μου

είναι τρομερό

να με βάζεις μαζί με τους χαφιέδες[11]

Βέβαια, εδώ, πρέπει να τονιστεί το εξής: ο Ντίνος Χριστιανόπουλος παραπέμπει σε κείμενα από στήθους, χωρίς πάντοτε να τα συμβουλευτεί· στην περίπτωση του αποσπάσματος της επιστολής του Παύλου, ο αναγνώστης δε θα συναντήσει πουθενά στο κείμενο της Καινής Διαθήκης τους «καταδότες». Το λάθος αυτό ήρθε στην επιφάνεια από τον Κίμωνα Φράιερ, όταν ζήτησε από τον ποιητή να τον παραπέμψει στο βιβλικό απόσπασμα για τις ανάγκες της μετάφρασης[12]· το «καταδόται», όντως, δεν ανήκε στον στίχο από την Προς Κορινθίους Α΄, αλλά προήλθε από λάθος εντύπωση του ποιητή. Παρά το γεγονός ότι ο Χριστιανόπουλος δηλώνει: «Με νοιάζει και με παρανοιάζει [η πιστότητα του χωρίου]»[13], το ίδιο λάθος θα επαναληφθεί και στο ποίημα «[έλαιον θέλω και ου θυσίαν]».

Αναφέρθηκε πως ο Χριστιανόπουλος έχει μεταφράσει αποσπάσματα τόσο της Νεκρώσιμης Ακολουθίας, όσο και του Ευαγγελίου του Αποστόλου Ματθαίου[14], το οποίο έδωσε αφορμή για τη σύνθεση δύο μικρών ποιημάτων, όμοιων με τα παραπάνω· στο πρώτο, ο ποιητής αντιπαραθέτει δύο ευαγγελικές ρήσεις με αφορμή το πάθος του, η πρώτη από τον Ματθαίο και η δεύτερη από τον Μάρκο (Ματθαίος 18.7: Ουαί τω κόσμῳ από των σκανδάλων· ανάγκη γαρ εστιν ελθείν τα σκάνδαλα· πλήν ουαί τω ανθρώπῳ εκείνῳ δι᾿ ου το σκάνδαλον έρχεται. - 8, Μάρκος 9.47: και εάν ο οφθαλμός σου σκανδαλίζῃ σε, έκβαλε αυτόν· καλόν σοι εστι μονόφθαλμον εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεου, ή τους δύο οφθαλμούς έχοντα απελθείν εις την γέενναν του πυρός)[15]. Ο λόγος του Ευαγγελίου απέναντι στον λόγο των επικριτών του ποιητικού υποκειμένου:

ουαί τω ανθρώπω εκείνω

δι’ ου το σκάνδαλον έρχεται

λέει το ευαγγέλιο

λέτε κι εσείς

εάν ο οφθαλμός σου σκανδαλίζει σε

έκβαλε αυτόν

λέει το ευαγγέλιο

λέω κι εγώ[16]

Και το επόμενο ποίημα από τον Ματθαίο πάλι (Ματθαίος 9.13: πορευθέντες δε μάθετε τι εστιν έλεον θέλω και ου θυσίαν. ου γαρ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλὰ αμαρτωλοὺς εις μετάνοιαν· το ίδιο χωρίο απαντάται και στην Παλαιά Διαθήκη, στον Ωσηέ 6.6: διότι έλεος θέλω και ου θυσίαν και επίγνωσιν Θεού ή ολοκαυτώματα), και συγκεκριμένα από την προτροπή του Ιησού για την επίδειξη της αγάπης μέσω της γενικότερης στάσης ζωής και όχι διά της τέλεσης των θυσιών· κι εδώ, όπως και στην άλλη παραπομπή στον Απόστολο Παύλο, ο Χριστιανόπουλος παραφράζει τον ευαγγελικό στίχο και τη λέξη «έλεον» σε «έλαιον»:

έλαιον θέλω και ου θυσίαν

κι εμείς που θυσιαστήκαμε;

εμείς που δε λαδώσαμε;[17]

Βέβαια, η παράφραση αυτή εξυπηρετεί το τελικό αποτέλεσμα του ποιήματος και εκμεταλλεύεται τη μεταφορική σημασία της έννοιας του «λαδώματος», απέχει, όμως, πολύ από την προτροπή του Ιησού για αγάπη. Κι εδώ, λοιπόν, όπως συνέβη με τα προηγούμενα ποιήματα, η παράφραση λειτουργεί υποστηρικτικά στο τελικό νόημα, με τα νήματά της να εκτείνονται τόσο στο χιαστό του βιβλικού χωρίου και ποιήματος, όσο και στο γενικότερο νόημα: ποια η θέση των «άλλων», των θυσιασμένων; Είναι, πρέπει επίσης να σημειωθεί, μία από τις λίγες φορές που ο Χριστιανόπουλος χρησιμοποιεί το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, μιλώντας ως μέρος μιας ομάδας, ενός συνόλου που αρνείται να υπαχθεί στον μεταφορικά χειριζόμενο βιβλικό στίχο.

Το επόμενο ποίημα αντλεί το θέμα του από το Ευαγγέλιο του Ιωάννη και συγκεκριμένα από τον Γάμο της Κανά· όταν το κρασί τελειώσει και έρθει η μητέρα του Ιησού να τον πληροφορήσει, εκείνος θα της απαντήσει: Τι εμοί και σοι, γύναι; (Ιωάννης, 2.4· δηλαδή, «Τι επεμβαίνεις σ’ εμέ, γυναίκα;») και θα προχωρήσει στο γνωστό θαύμα της μεταποίησης του νερού σε κρασί. Πέρα από τον βιβλικό στίχο, καμία άλλη σχέση δεν έχει το ποίημα με τα συμφραζόμενά του· ούτε καν ως προς τη μετάφραση θα πρέπει να συγχέουμε τα δύο αποσπάσματα, ακόμη κι αν είναι αυτούσια. Ο Χριστιανόπουλος χρησιμοποιεί το ευαγγελικό τι εμοί και σοι; για να δείξει ότι καμία διαφορά δεν υπάρχει μεταξύ των δύο προσώπων στο ποίημα· ο υπόκοσμος σύντροφος, που εμφανίζεται σε πολλές εκδοχές στην ποίησή του, και ο απόκοσμος πρωταγωνιστής, αυτός που εκφέρει τα λόγια είναι ένα και το αυτό. Όπως και στο προηγούμενο ποίημα, έτσι κι εδώ, ο Χριστιανόπουλος εκμεταλλεύεται το χιαστό σήμα: «είσαι υπόκοσμος-τι εμοί/ είμαι απόκοσμος-και σοι»:

είσαι υπόκοσμος

είμαι απόκοσμος

τι εμοί και σοι;[18]

Το τελευταίο από τα έξι «μικρά ποιήματα» αντλεί το περιεχόμενό του από μία περιοχή, η οποία δεν έχει μελετηθεί ως προς τις διακειμενικές σχέσεις της με τη γενικότερη ποιητική παραγωγή, τους Ψαλμούς του Δαυίδ, βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης. Ωστόσο, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι ο Χριστιανόπουλος γνωρίζει το γνωστό χωρίο δίδαξόν με τα δικαιώματά σου, όχι τόσο από τους Ψαλμούς, όσο από τη Νεκρώσιμη Ακολουθία, στην οποία και ψάλλεται. Ασφαλής δείκτης γι’ αυτή την υπόθεση είναι η αναφορά στον «υμνογράφο» του δεύτερου στίχου και όχι στον προφητάνακτα Δαυίδ. Ο ψαλμικός, λοιπόν, στίχος στον Χριστιανόπουλο γίνεται αφορμή για να σχολιαστεί το σύγχρονό του γίγνεσθαι· τα δικαιώματα-διδάγματα του Κυρίου, μετωνυμικά συνδέονται με τα δικαιώματα για τα οποία κάνει λόγο ο συνδικαλισμός. Κι εδώ, η ειρωνεία, την οποία επικουρεί ο αναχρονισμός των συνδικάτων, είναι κατάφωρη. Θα μπορούσαμε, λοιπόν, και σε αυτό το ποίημα να αναζητήσουμε τα ίχνη του κοινωνικού προβληματισμού στον Χριστιανόπουλο: είναι οι συνδικαλιστές που τον κάνουν να ξεχνά τα δικαιώματά του, τα οποία εδώ του υπενθυμίζει ο υμνογράφος. Το ποίημα έχει ως εξής:

δίδαξόν με τα δικαιώματά σου

σ’ ευχαριστώ υμνογράφε που μου θύμισες

τα δικαιώματά Του∙

μέσα σε τόσους συνδικαλιστές

τα είχα ξεχάσει[19]

Επιλογικά. Με την Εποχή των Ισχνών Αγελάδων, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος εγκαινιάζει μία μέθοδο την οποία φαίνεται ότι εγκαταλείπει αργότερα, ανάλογη με τη «μυθική μέθοδο» του Σεφέρη, την οποία ο Δημήτρης Κόκορης ονομάζει «βιβλική», την άντληση, δηλαδή, προποιητικού υλικού από τη χριστιανική γραμματεία, υλικό το οποίο, στο μεγαλύτερο μέρος του, προέρχεται από την Καινή Διαθήκη. Τα επτά συνολικά ποιήματα που εξετάστηκαν παραπάνω έρχονται να επιβεβαιώσουν τη συνέχεια της επανάγνωσης του Ευαγγελίου, όμως, με άλλη μορφή και σκοπό· κανένα από τα επτά ποιήματα δεν αφορά τα πρόσωπα του υπο-κειμένου του, παρά στρέφονται στο πρόσωπο του αφηγητή τους, ανώνυμου, χωρίς, ωστόσο, κανένα δεσμό με τον υπο-κειμενικό χώρο. Και τα επτά μεταφέρουν το συμβολικό φορτίο των χωρίων από τα οποία προήλθαν στο παρόν του αφηγητή, ο οποίος διαλέγεται με το βιβλικό κείμενο, βρίσκει, θα έλεγε κανείς, στηρίγματα για να μιλήσει για τα ίδια τα πάθη του, να διαλεχθεί με τις επιταγές και τις ρήσεις του Ιησού. Θα μπορούσαμε, ίσως, να μιλήσουμε για μία διαφορετικού είδους προσέγγιση του βιβλικού υπο-κειμένου από εκείνη της Εποχής, μία προσέγγιση, που ναι μεν τηρεί τους αναχρονισμούς, που καθιστούν εμφανές το κείμενο από το οποίο προέρχονται, αλλά αναφέρεται απροκάλυπτα στο πάθος του ομιλούντος υποκειμένου.

 

Ο Μάριος-Κυπαρίσσης Μώρος είναι Μεταπτυχιακός φοιτητής Νεοελληνικής Φιλολογίας του Α.Π.Θ.

 

 

 


[1] G. Genette, Palimpsestes: La littérature au second degree. Paris: Seuil 1982, 372-383. Για τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκε η «αλλαγή κινήτρων» στην Εποχή, βλ. Μ. Ιατρού, Η Εποχή των ισχνών αγελάδων του Ντίνου Χριστιανόπουλου: Ανίχνευση διακειμενικών σχέσεων. Θεσσαλονίκη: Βάνιας 1996, 97-112.

[2] Α. Νικολαΐδης, «Η δυτική χριστιανική παράδοση στην Εποχή των ισχνών αγελάδων», Μικροφιλολογικά τετράδια 18 (Αφιέρωμα στον Ντίνο Χριστιανόπουλο), 2015,  15-19.

[3] Ν. Χριστιανόπουλος, Από τη νεκρώσιμο ακολουθία. Παιανία: Μπιλιέτο 2010.

[4] Ν. Χριστιανόπουλος, Ποιήματα. Θεσσαλονίκη: Ιανός 2012, 110.

[5] G. Genette, Palimpsestes: La littérature au second degree, 341.

[6] G. Genette, Palimpsestes: La littérature au second degree, 372.

[7] Η ομορφιά συνδεδεμένη με την ερωτική συντριβή εμφανίζεται και σε άλλα ποιήματα του Χριστιανόπουλου. Αναφέρεται ενδεικτικά ο στίχος «Προκοπή από τους όμορφους δεν έχει» από το ομώνυμο ποίημα του Ανυπεράσπιστου καημού.

[8] G. Genette, Palimpsestes: La littérature au second degree, 67 κ.ε.

[9] Ο όρος ανήκει στον Δημήτρη Κόκορη, ο οποίος τον δημιουργεί σε αντιστοιχία με τον όρο του Νάσου Βαγενά «μυθική μέθοδος» για την ποίηση του Γ. Σεφέρη· Δ. Κόκορης, «Μανόλης Αναγνωστάκης – Ντίνος Χριστιανόπουλος: πέραν των ανομοιοτήτων», στο: Ποιητικός ρυθμός: Παραδοσιακή και νεωτερική έκφραση. Σκόπελος: Νησίδες 2006, 172. Η γενικότερη λειτουργία της «βιβλικής μεθόδου» στον Χριστιανόπουλο αποτελεί εργασία εν προόδω.

[10] Ν. Χριστιανόπουλος, Μικρά ποιήματα. Θεσσαλονίκη: Ιανός 2013, 40.

[11] Ν. Χριστιανόπουλος, Μικρά ποιήματα, 99.

[12] Βλ. το «Πόρνοι και καταδόται» στο  Ν. Χριστιανόπουλος, Δοκίμια. Παιανία: Μπιλιέτο 1999, 127-128.

[13] Ν. Χριστιανόπουλος, Μικρά ποιήματα, 128.

[14] Ν. Χριστιανόπουλος, Το άγιο και ιερό Ευαγγέλιο κατά τον Ματθαίο. Θεσσαλονίκη: Ιανός 2012.

[15] Η δεύτερη περικοπή προέρχεται από το Ευαγγέλιο του Αποστόλου Μάρκου κι όχι από εκείνο του Ματθαίου, μιας και στον τελευταίο στη θέση του ρήματος «έκβαλε» απαντάται το «έξελε».

[16] Ν. Χριστιανόπουλος, Μικρά ποιήματα, 72.

[17] Ν. Χριστιανόπουλος, Μικρά ποιήματα, 81.

[18] Ν. Χριστιανόπουλος, Μικρά ποιήματα, 87.

[19] Ν. Χριστιανόπουλος, Μικρά ποιήματα,171.