BLG – Minimalistic Theme Focused on Readability

EN

Ένας “ανθρώπινος” Βιζυηνός στη μικρή οθόνη: «Η σιωπή των αγγέλων» και οι (μυθο)βιογραφικές πηγές της

Εύα Γανίδου

Δραματική ή ταραγμένη, μυθιστορηματική ή τραγική, όπως κι αν χαρακτηρίσει κανείς τη ζωή του Γ. Μ. Βιζυηνού (1849-1896), το βέβαιο είναι πως αυτή ενέπνευσε κι εξακολουθεί να εμπνέει πλήθος λογοτεχνών και καλλιτεχνικών δημιουργών από την εποχή του ώς και τις μέρες μας[1]. Όπως είναι αναμενόμενο, τα έργα που προέκυψαν από τη διαχρονική ενασχόληση των διαφόρων μυθοβιογράφων με τη ζωή και τη δράση του θρακιώτη λογοτέχνη παρουσιάζουν έντονη ποικιλία ως προς την υφή και την ειδολογική τους κατάταξη. Ωστόσο, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για μυθιστορηματική βιογραφία –παραδοσιακή ή μεταμοντέρνα–, για μυθοπλαστικό αφήγημα με βιογραφικές αξιώσεις, για θεατρικό έργο, κινηματογραφική ταινία ή τηλεοπτική σειρά, η συγκομιδή και η συνεξέταση των έργων που έχουν ως βάση ή αφορμή την ελκυστική περίπτωση του Γεωργίου Βιζυηνού οδηγούν στο συμπέρασμα πως, ανάμεσα στις άλλες ομοιότητές τους, τα δημιουργήματα αυτά αναδεικνύουν όψεις ενός πάνω από όλα “ανθρώπινου” καλλιτέχνη, ίσως, μάλιστα, και του πιο “ανθρώπινου” των γραμμάτων μας. Έτσι, γίνεται φανερό ότι ο Βιζυηνός συνδέεται με την πολύσημη έννοια του “ανθρώπινου” τόσο μέσω της εργογραφίας του –και δη της διηγηματογραφικής του παραγωγής–, όπου ο ανθρώπινος παράγοντας διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο και τίθεται στο επίκεντρο, όσο και μέσω της βιογραφίας του, η μυθοπλαστική ανάπλαση της οποίας αποκαλύπτει έναν άνθρωπο που τον χαρακτηρίζουν η ευγένεια των αισθημάτων, η ευαισθησία και εν γένει μια τρυφερή και εύθραυστη ιδιοσυγκρασία[2]. Ομολογουμένως, αποφασιστικής σημασίας για την κατασκευή αυτού του “ανθρώπινου” Βιζυηνού στάθηκε και η ισχυρή ταύτιση ανάμεσα στον άνθρωπο και τον δημιουργό Βιζυηνό, όπως και ο –παρά τις ενστάσεις της φιλολογικής επιστήμης– αμφίδρομος συσχετισμός της ζωής και του έργου του, ο οποίος οφείλεται τόσο στον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα του βιζυηνικού έργου[3] όσο και στην πυκνή μυθική άλω που διαβρώνει ευρύτερα την εργο-βιογραφία του.

Ενδεικτικό παράδειγμα ενός αμιγώς “ανθρώπινου” Βιζυηνού, όπως επίσης και των κυρίαρχων βιογραφικών τάσεων ή των στερεοτύπων που συνοδεύουν συστηματικά την απεικόνιση του πορτρέτου του, αποτελεί η τηλεοπτική μυθοβιογραφία με τίτλο Γεώργιος Βιζυηνός: Η σιωπή των αγγέλων, τα δέκα επεισόδια της οποίας προβλήθηκαν στην κρατική τηλεόραση (ΕΤ1) από τον Φεβρουάριο του 2000 ώς τον Απρίλιο του ίδιου έτους. Το σενάριο της εν λόγω βιογραφικής σειράς υπογράφει ο Γιάννης Τζιώτης[4], ενώ η σκηνοθετική επιμέλεια ανήκει στον Χριστόφορο Χριστοφή. Τον τηλεοπτικό Βιζυηνό ενσαρκώνει ο ηθοποιός Αντώνης Θεοδωρακόπουλος, ενώ την αγαπημένη του Μπετίνα Φραβασίλη υποδύεται η Πέγκυ Τρικαλιώτη. Η ηθοποιός Μπέτυ Αρβανίτη κρατά τον ρόλο της μητέρας της Μπετίνας[5], ενώ ειδική εμφάνιση πραγματοποιεί η Βέρα Κρούσκα, η οποία υποδύεται το πνεύμα μιας γυναίκας που υπήρξε νεανικός έρωτας του Βιζυηνού και που δεν σταμάτησε ποτέ να τρέφει αισθήματα για αυτόν. Το καστ της σειράς εμπλουτίζεται από τη Ράνια Οικονομίδου στον ρόλο της μητέρας του Βιζυηνού, Δεσποινιώς ή Μιχαλιέσσας, και τον Δημήτρη Καμπερίδη, ο οποίος εμφανίζεται ως παππου-Γιωργάκης, ενώ συχνή, αν και μάλλον ήσσονος σημασίας, είναι η εμφάνιση άλλων μελών της οικογένειας Μιχαηλίδη, φίλων του Βιζυηνού ή γιατρών και τροφίμων του Δρομοκαΐτειου. Πρωταγωνιστικό ρόλο έχει και ο ηθοποιός Αιμίλιος Χειλάκης, ο οποίος υποδύεται τον γιατρό Κίμωνα Ροϊλίδη, ψυχίατρο του Βιζυηνού στο Δρομοκαΐτειο. Το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν είναι υπαρκτό, αλλά επινοημένο, καθώς δεν εντοπίζεται πουθενά στη βιζυηνική βιβλιογραφία, ωστόσο φαίνεται να διαδραματίζει κομβικό ρόλο στην εν λόγω σειρά και μάλιστα ταυτίζεται με τον αντεραστή του πρωταγωνιστή Βιζυηνού.

Η τηλεοπτική αφήγηση της εν λόγω μυθοβιογραφίας εκκινεί in medias res, τη νύχτα της 14ης Απριλίου, οπότε και πρόκειται να πραγματοποιηθεί, εν αγνοία του Βιζυηνού, η επίσημη εισαγωγή του στο φρενοκομείο. Ειδικότερα, για την απόδοση των κρίσιμων ωρών που προηγήθηκαν του εγκλεισμού, ο Γιάννης Τζιώτης φαίνεται πως βασίζεται στις σχετικές πληροφορίες που παρέχει ο λογοτέχνης και δημοσιογράφος Δ. Ι. Καλογερόπουλος στο λυρικογράφημά του με τίτλο «Ο έρως του ποιητού»[6], το οποίο δημοσιεύθηκε στην Ποικίλη Στοά του Ιωάννη Αρσένη το έτος 1898, δηλαδή δύο χρόνια μετά τον θάνατο του Βιζυηνού, στις 15 Απριλίου 1896. Το συγκεκριμένο αφήγημα, παρά τις ποικίλες παραλλαγές που παραδίδονται για τον τρόπο με τον οποίο γράφτηκε «η λίγο πριν από την έκβαση κορύφωση της πλοκής στο μυθιστόρημα της ζωής του Βιζυηνού»[7], έμελλε να σταθεί ένα από τα κείμενα αναφοράς σε ό,τι αφορά τη βιογράφηση του λογοτέχνη, καθώς όχι μόνο αποτέλεσε γόνιμη πηγή άντλησης υλικού για τους κατοπινούς βιογράφους του, αλλά φαίνεται πως έθρεψε και τη μυθοπλαστική φαντασία των μυθοβιογράφων και των δημιουργών του ευρύτερου καλλιτεχνικού χώρου.

Σύμφωνα, λοιπόν, με την αφήγηση του Καλογερόπουλου, τη νύχτα της 14ης Απριλίου ο διευθυντής του Ωδείου Αθηνών, Γεώργιος Νάζος, μετά από έκκληση της μητέρας της Μπετίνας, συνοδευόμενος από έναν ψυχίατρο κι έναν αστυνομικό επισκέπτεται το σπίτι του Βιζυηνού με σκοπό να τον οδηγήσουν στο άσυλο ανιάτων. Οι τρεις άντρες εισέρχονται στο ανθοστολισμένο σπίτι του ποιητή και τον αντικρίζουν καλοντυμένο με γαμπριάτικο κοστούμι να τελεί “φανταστικούς γάμους”. Καταφέρνουν εν τέλει να τον πείσουν πως ήρθαν να τον πάρουν για να τον οδηγήσουν στην εξοχή, όπου και θα τελεστεί ο γάμος του με την αγαπημένη του Μπετίνα, ενώ στην πραγματικότητα η άμαξα στην οποία επιβαίνουν έχει προορισμό το Δρομοκαΐτειο Θεραπευτήριο, από το οποίο ο Βιζυηνός δεν θα βγει παρά νεκρός. Έτσι, κατ’ αναλογία με την αφήγηση του Καλογερόπουλου, το πρώτο επεισόδιο της σειράς ξεκινά με την άμαξα, στην οποία επιβαίνει ο Γεώργιος Νάζος και τρεις ακόμη επιστήθιοι φίλοι του Βιζυηνού, να κατευθύνεται στο σπίτι της οδού Σόλωνος, όπου ο φρενοβλαβής ποιητής ντυμένος γαμπρός ανάβει τις λαμπάδες και προβάρει τα στέφανα του γάμου του. Συνοδεία των φίλων του και παρουσία ενός υπαστυνόμου ο βιογραφούμενος πρωταγωνιστής επιβαίνει μετά μουσικής υπόκρουσης στην άμαξα που τον οδηγεί στο ψυχιατρείο, έχοντας την ψευδαίσθηση πως πρόκειται να ενωθεί με τα ιερά δεσμά του γάμου με την αγαπημένη του κι έχοντας σκοπό μετά το μυστήριο να διαφύγει μαζί της στο χωριό του, τη Βιζύη της ανατολικής Θράκης, από όπου θα στείλει σε όλους τη γαμήλια φωτογραφία του νεόνυμφου ζεύγους.

Ωστόσο, η εμφατική τοποθέτηση του συγκεκριμένου ενσταντανέ στην έναρξη της αφήγησης δεν αποτελεί πρωτότυπη σύλληψη του συγκεκριμένου σεναριογράφου, αλλά πρόκειται μάλλον για γενικευμένη προτίμηση και κυρίαρχη τάση των μυθοβιογράφων του Βιζυηνού, οι οποίοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία απομονώνουν το κρίσιμο αυτό περιστατικό, επιλέγοντας να ξεδιπλώσουν από αυτό το νήμα της βιογράφησής του[8]. Γίνεται, έτσι, φανερό ότι η σκηνή του εγκλεισμού διαδραματίζει τον πλέον νευραλγικό ρόλο στη μυθολογία του Βιζυηνού και, ως εκ τούτου, αναδεικνύεται μέσα από το σύνολο των μυθοπλαστικών βιογραφιών του ως η στιγμή της «τραγικής ανατροπής»[9] του βίου του, καθώς συνιστά τη ρωγμή που τέμνει αιφνιδιαστικά τη ζωή του. Θα λέγαμε, λοιπόν, ότι η συγκεκριμένη επιλογή του Τζιώτη είναι χαρακτηριστική της εστίασης των μυθοβιογράφων στον “ανθρώπινο” Βιζυηνό και δη στα πάθη του, δηλαδή στον παράφορο έρωτά του για τη νεαρή Μπετίνα και στη διανοητική του διαταραχή. Μάλιστα, στη Σιωπή των αγγέλων τα δύο αυτά πάθη συμπλέκονται εξαρχής με τρόπο που τα καθιστά δυσδιάκριτα όχι μόνο γιατί ο έρωτας για την Μπετίνα χρησιμοποιείται ως δόλωμα για τη μεταφορά του Βιζυηνού στο φρενοκομείο, αλλά κυρίως εξαιτίας του ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της σειράς αφήνεται να εννοηθεί ότι το ερωτικό πάθος είναι αυτό που οδήγησε στο διανοητικό, ενώ υπάρχουν συχνοί υπαινιγμοί στην αφήγηση ότι ο εγκλεισμός στο Δρομοκαΐτειο είναι κατ’ ουσίαν μια κοινωνική τιμωρία για τον “ανάρμοστο” έρωτα του βιογραφούμενου προς μια παιδίσκη.

Αξιοσημείωτο είναι πάντως ότι στη σειρά που εξετάζουμε, η φρενοβλάβεια του Βιζυηνού αποδίδεται κατά περιστάσεις όχι μόνο στο ερωτικό του ντελίριο, αλλά και σε άλλους παράγοντες, όπως, λόγου χάρη, στην πίεση που άσκησαν στον Βιζυηνό οι δανειστές του, στην αδιαφορία των ομοτέχνων του, στα κακοήθη σχόλια της κοινωνίας που δεν έπαψε να τον θεωρεί «τουρκομερίτη εκ Θράκης», «παράσιτο των Αθηνών» ή «ποιητή εκ του προχείρου», στις αντίξοες συνθήκες διαβίωσης που γνώρισε στο ψυχιατρείο, αλλά και σε ιατρικά αίτια, όπως κάποια οργανική νόσος του μυελού των οστών ή η σεξουαλικώς μεταδιδόμενη σύφιλη. Η εκδοχή που προτείνεται στην έκβαση του σεναρίου σε σχέση με τον θάνατο και τη φρενοβλάβεια του Βιζυηνού είναι πως ο ίδιος ήταν εχέφρων και η όποια απροσάρμοστη συμπεριφορά του οφειλόταν στα αχαλιναγώγητα αισθήματά του για την Μπετίνα και σε κάποια σωματική ασθένεια, την οποία είχαν διαγνώσει ελβετοί γιατροί. Ωστόσο, ο βίαιος εγκλεισμός του και οι άθλιες συνθήκες μεταχείρισης που βίωσε στο φρενοκομείο, όπου τον είχαν αλυσοδεμένο και απομονωμένο, διατάραξαν ανεπανόρθωτα την ψυχική του ισορροπία, τον έκαναν να απολέσει τα λογικά του και τον οδήγησαν πλησίστιο στο τέλος. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με το σενάριο του Τζιώτη, ο «φονεύς» του Βιζυηνού, ο πραγματικός υπαίτιος που προκάλεσε την τρέλα και τον θάνατο αυτού του «άγιου» και «σπουδαίου ανθρώπου», όπως συχνά χαρακτηρίζεται ο Βιζυηνός στη σειρά, δεν ήταν η σύφιλη από την οποία έπασχε στην πραγματικότητα, αλλά η κοινωνία, που με την παραγνώρισή της τον οδήγησε στον όλεθρο. Χαρακτηριστική είναι άλλωστε και η ατάκα της κυρίας Φραβασίλη προς τον γιατρό Κίμωνα Ροϊλίδη, όταν αυτή επισκέπτεται το Δρομοκαΐτειο λίγο πριν πεθάνει ο Βιζυηνός: «Δυστυχείς ήμεθα εμείς, κύριε Ροϊλίδη. Όσοι τουλάχιστον συναισθανθήκαμε ότι υπήρξαμε η πραγματική αιτία για το μεγάλο κακό που τον βρήκε».

Η οικογένεια Φραβασίλη, η οποία απαρτίζεται από την κυρία Φραβασίλη και τις κόρες της Μπετίνα και Λαλούλα[10], εμφανίζεται από την πρώτη κιόλας σκηνή της σειράς. Οι τρεις ηρωίδες, όπως και η γιαγιά των δύο αδερφών, η νόνα, αποτελούν εξέχοντα πρόσωπα τόσο για την πλοκή της τηλεοπτικής σειράς όσο και για την τελευταία πράξη της ζωής του Βιζυηνού και θα ήταν αδύνατο να απουσιάζουν από μια μυθοπλαστική βιογραφία που εστιάζει στη χρονιά του εγκλεισμού του. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το σενάριο του Τζιώτη, η μητέρα της Μπετίνας παρουσιάζεται σαν μια εξαιρετικά αυστηρή και ανάλγητη γυναίκα, η οποία επιθυμεί διακαώς την ταχύτατη απομάκρυνση και τον εγκλεισμό του Βιζυηνού στο φρενοκομείο, επαναλαμβάνοντας πως «πρόκειται περί επικινδυνοτάτου παράφρονος». Μάλιστα, η ίδια φέρεται να έχει εξαιρετικά κακή σχέση με τη μικρότερη κόρη της, την οποία διαρκώς υποτιμά, γεγονός που ανταποκρίνεται στα αληθινά βιογραφικά δεδομένα της οικογένειας Φραβασίλη[11]. Αντιθέτως, η σχέση των δύο αδερφών αναπαρίσταται στη σειρά του Τζιώτη ως εξαιρετικά θερμή, όπως πρέπει να ήταν και στην πραγματικότητα.

Αναφορικά με τις σχέσεις ανάμεσα στις γυναίκες της οικογένειας, ο Γιάννης Τζιώτης φαίνεται να αντλεί πληροφορίες κατά βάση από το ρομάντζο Μπεττίνα, το οποίο εκδόθηκε το 1931 από την αδερφή της Μπετίνας, Ίταλα Φραβασίλη. Από το ίδιο βιβλίο μάλιστα πρέπει να ανασύρει, πέρα από τις διάφορες βιογραφικές λεπτομέρειες που αφορούν τις δύο αδερφές, και τη σκηνή του γάμου της Μπετίνας, για την τηλεοπτική μεταφορά της οποίας ακολουθεί με μεγάλη πιστότητα την αφήγηση της Ίταλα[12]. Ωστόσο, αυτό που δεν φαίνεται να έχει καμία ανταπόκριση σε πραγματικά γεγονότα, καθώς δεν τεκμαίρεται από καμία βιογραφική πηγή, είναι η έντονη αντίδραση των αδερφών Φραβασίλη στην ανακοίνωση της φρενοβλάβειας του Βιζυηνού. Σύμφωνα με το τηλεοπτικό σενάριο, οι δυο τους παρουσιάζονται να έχουν εξαιρετικά καλή σχέση με τον Βιζυηνό, ο εγκλεισμός του οποίου τους προκαλεί ταραχή, αναστάτωση και βαθιά θλίψη. Επιπρόσθετα, αμφότερες αρνούνται να δεχτούν ότι ο προσφιλής τους ποιητής είναι παράφρων και είναι πεπεισμένες ότι έχει σώας τας φρένας και πρόκειται περί παρεξήγησης ή σκευωρίας. Ιδιαίτερα η Μπετίνα, πάντα σύμφωνα με την μυθοπλαστική εκδοχή του υπό εξέταση σεναρίου, υποβάλλει τον εαυτό της σε πεισματική σιωπή και αφωνία κι έτσι αρνείται να επικοινωνήσει με οποιονδήποτε, φέρεται σαν κωφάλαλη και βυθίζει τον εαυτό της σε βαθιά μελαγχολία, καθώς, όπως διαφαίνεται ήδη από την αρχή της σειράς, είναι ερωτευμένη με τον Βιζυηνό[13]. Μάλιστα, ακολουθώντας τις συμβάσεις μιας μελοδραματικής πλοκής, το αμοιβαίο ερωτικό αίσθημα των δύο πρωταγωνιστών ευοδώνεται στην καταληκτική σκηνή του τελευταίου επεισοδίου της σειράς, οπότε και οι ψυχές τους συναντιούνται και συνδέονται μετά θάνατον[14]

Με τη βίαιη είσοδο του Βιζυηνού στο Δρομοκαΐτειο εμφανίζεται στη σειρά και ο νεαρός πλην διακεκριμένος ψυχίατρος Κίμων Ροϊλίδης[15], ο οποίος, αναλαμβάνει τη θεραπεία και την παρακολούθηση του Βιζυηνού κι ευθύς εξ αρχής εκδηλώνει αισθήματα αντιπάθειας και αντιζηλίας προς το πρόσωπό του, ενώ δηλώνει “πραγματιστής” και αντιμετωπίζει με ειρωνεία τους ποιητές, όπως ο ασθενής του, καθώς πιστεύει ότι «η ποίησις είναι το καταφύγιο των αδυνάτων». Ωστόσο, τα βαθύτερα αίτια της ζηλότυπης και ανταγωνιστικής στάσης του ψυχιάτρου αποκαλύπτονται σε κατοπινά επεισόδια και φαίνεται να εκκινούν από ιδιοτελή ελατήρια. Έτσι, η εκ πρώτης όψεως ακατανόητη συμπεριφορά του οφείλεται αφενός στα ερωτικά αισθήματα και τον ιδιαίτερο θαυμασμό που νιώθει κι εκείνος για την Μπετίνα Φραβασίλη και αφετέρου στο γεγονός ότι ταυτίζει τα συμπτώματα του Βιζυηνού με εκείνα του συφιλιδικού πατέρα του. Ειδικότερα, βάσει του σεναρίου, ο πατέρας του Ροϊλίδη έπασχε από σύφιλη, την οποία απέκτησε χάρη στις συχνές επαφές του με τις γυναίκες κάποιου οίκου ανοχής, γεγονός που τον οδήγησε προοδευτικά σε παράλυση του νευρικού συστήματος και στη συνακόλουθη φρενοβλάβεια. Το περιστατικό αυτό φαίνεται ότι στιγμάτισε τον ήρωα, τραυμάτισε ανεπανόρθωτα την ψυχοσύνθεσή του και τον οδήγησε σε μια οιδιπόδεια σχέση με τη μητέρα του, ακόμη και μετά τον θάνατό της[16], ενώ στάθηκε και η ουσιαστική αιτία για την επιλογή της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας. Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο Κίμων Ροϊλίδης, αν και μυθοπλαστικό πρόσωπο, πέρα από το “αντίπαλο δέος” του Γεωργίου Βιζυηνού συνιστά κατά κάποιον τρόπο και το alter ego του, καθώς εκδηλώνει ανάλογα αισθήματα πάθους προς το πρόσωπο της Μπετίνας, ιδιαίτερη σχέση με τη μητρική φιγούρα, εξίσου ενοχοποιημένο ψυχισμό και μάλλον αποκλίνουσα συμπεριφορά. Μάλιστα, προς το τέλος της σειράς είναι εμφανές ότι οι ρόλοι των δύο ηρώων αντιστρέφονται, καθώς ο Βιζυηνός είναι αυτός που διεισδύει στη ψυχή του Ροϊλίδη, αναγνωρίζει τους εφιάλτες που τον βασανίζουν κι επιχειρεί να τον ψυχαναλύσει και να τον λυτρώσει. Ενδιαφέρον ως προς την ιδιότυπη σχέση των δύο ηρώων παρουσιάζει και το τελευταίο επεισόδιο της σειράς, σύμφωνα με το οποίο μετά τον θάνατο του Βιζυηνού ο Ροϊλίδης, παρά την κακή σχέση που διατηρούσε μαζί του όσο εκείνος ήταν εν ζωή, σπεύδει να επισκεφθεί εν είδει προσκυνήματος την πατρική γη και το σπίτι του ασθενούς του για να αποτίσει φόρο τιμής. Έτσι, στο τελευταίο πλέον επεισόδιο σημειώνεται μια μεταστροφή στην μέχρι πρότινος απάνθρωπη συμπεριφορά τόσο του γιατρού Κίμωνος Ροϊλίδη όσο και της κυρίας Φραβασίλη, καθώς αμφότεροι νιώθουν ένοχοι για την καταδίκη του ποιητή.

Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί ότι όλα τα προαναφερθέντα πρόσωπα και περιστατικά αφορούν μόνο το ένα από τα τρία συνολικά επίπεδα διάρθρωσης της τηλεοπτικής αφήγησης, τα οποία διαπλέκονται και εναλλάσσονται διαρκώς μεταξύ τους. Έτσι, το πρώτο χρονικό επίπεδο της σειράς είναι αυτό που διεκτραγωδεί τα γεγονότα από τον εγκλεισμό του Βιζυηνού στο Δρομοκαΐτειο ψυχιατρείο μέχρι και τον θάνατο της Μπετίνας, λίγους μήνες μετά το τέλος του Βιζυηνού. Σ’ αυτό το επίπεδο, το οποίο συνιστά και τον κύριο αφηγηματικό κορμό του τηλεοπτικού εγχειρήματος, το ενδιαφέρον εστιάζεται κυρίως στις διιστάμενες απόψεις των ηρώων, αλλά και στη διχογνωμία των γιατρών σχετικά με το αν ο Βιζυηνός είναι πράγματι τρελός ή όχι, καθώς και στην ανίχνευση των αιτίων που οδήγησαν στη διασάλευση της ψυχικής του υγείας.

Το δεύτερο χρονικό επίπεδο της σειράς εμπλέκει στην τηλεοπτική αφήγηση το πνεύμα μιας παλιάς ερωμένης του Βιζυηνού, η οποία δεν έπαψε ποτέ να τον αγαπά, παρά το ότι η μεταξύ τους σχέση έληξε άδοξα. Η ανώνυμη ηρωίδα δεν αποτελεί αποκύημα της φαντασίας του σεναριογράφου, αλλά πρέπει να ταυτιστεί με την Κύπρια Ελένη Φυσεντζίδη-Στεφάνη, την οποία γνώρισε ο Βιζυηνός κατά την παραμονή του στην Κύπρο (1868-1872) και στην οποία είχε αφιερώσει αρκετές από τις πρωτόλειες ποιητικές συνθέσεις του, ενώ φαίνεται ότι την είχε ζητήσει σε γάμο και διατηρούσε μαζί της θερμή αλληλογραφία, μέχρι που σταδιακά το αίσθημα από την πλευρά του ατόνησε. Έτσι, η εμφάνιση της συγκεκριμένης ηρωίδας συνοδεύεται συνήθως από κάποιο σχόλιο για τη ζωή και τη δράση του Βιζυηνού, ενώ η παρουσία της είναι φευγαλέα, μάλλον σαν είδος ιντερμέδιου, όπως ακριβώς υπήρξε και ο βραχύβιος δεσμός του βιογραφούμενου μαζί της.

Το τρίτο χρονικό επίπεδο της σειράς βασίζεται ουσιαστικά σε αναλήψεις και οικοδομείται μέσα από τις αναδρομές που πραγματοποιεί ο ταραγμένος νους του έγκλειστου Βιζυηνού στο παρελθόν του με όχημα την ίδια τη διηγηματογραφική του παραγωγή. «Το αμάρτημα της μητρός μου», «Ποίος ήτον ο φονεύς του αδερφού μου» και «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον» αποτελούν εν προκειμένω μια τριπλέτα αυτοβιογραφικής δεξαμενής, από την οποία ο σεναριογράφος ανασύρει το υλικό που προωθεί τη συγκρότηση του τρίτου επιπέδου βιογράφησης του κεντρικού ήρωα. Ως εκ τούτου οι σκηνές αυτές, οι οποίες αποδίδονται μέσα από ασπρόμαυρο φίλτρο –κατά τη συνήθη κινηματογραφική τακτική του φλας μπακ– συνιστούν τηλεοπτική μεταφορά αυτούσιων αποσπασμάτων από τα παραπάνω διηγήματα του Βιζυηνού και παρά την αχαλίνωτη φαντασία που διαποτίζει ευρύτερα τη σειρά, στα συγκεκριμένα σημεία ο σεναριογράφος αναπαράγει με σχεδόν ευλαβική πιστότητα το πρωτότυπο κείμενο, ενώ οι όποιες αλλοιώσεις γίνονται για να εξυπηρετήσουν την οικονομία και κρίνονται αμελητέες. Ακόμη, στη σειρά διασπείρονται και ψήγματα από άλλα διηγήματα του Βιζυηνού, όπως λόγου χάρη το όνομα του ατμόπλοιου «Rio Grande» που εμφανίζεται στο διήγημα «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως», από το οποίο, μάλιστα, η Μπετίνα διαβάζει και ένα απόσπασμα, ενώ απαντά και μια χαρακτηριστική σκηνή από το υβριδικό κείμενο του Βιζυηνού «Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα».

Κοντά στα αποσπάσματα των προαναφερθέντων διηγημάτων στη Σιωπή των αγγέλων ακούγονται και στίχοι από ορισμένα ποιήματα του Βιζυηνού. Το ποίημα «Αφροδίτη, (Τ’ άστρον της αγάπης)», το οποίο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην Εικονογραφημένη Εστία (33) κατά το πρώτο εξάμηνο του 1892[17], εμφανίζεται, τόσο στο σενάριο του Τζιώτη όσο και σε άλλες μυθοπλαστικές βιογραφίες του Βιζυηνού[18], ως ποιητική σύνθεση εμπνευσμένη από τον έρωτά του για την Μπετίνα, ενώ στο σήριαλ αναφέρεται και το ποίημα με τίτλο «Πένθος προς την Α. Β. Μεγαλειότητα τον Βασιλέα Γεώργιον τον Α΄ ως φιλόστοργον και πενθούντα πατέρα», το οποίο χρονολογείται στις 23 Μαρτίου 1892 και γράφτηκε με αφορμή τον αδόκητο θάνατο της πριγκίπισσας Αλεξάνδρας (Σεπτέμβριος 1891)[19]. Επιπλέον, δεν είναι λίγες οι φορές στο σήριαλ που ο ίδιος ο Βιζυηνός ή οι φίλοι του αναφέρονται μετωνυμικά στην Μπετίνα με τη φράση «το ξανθό και γαλανό και ουράνιο φως», η οποία αποτελεί στίχο από το περίφημο ποίημα του Βιζυηνού «Το Φάσμα μου»[20], το οποίο, πράγματι, είχε διαβαστεί από τους οικείους του Βιζυηνού σαν σύνθεση που είχε ως πηγή έμπνευσης την αγαπημένη του. Αξιοσημείωτο μάλιστα είναι ότι στη σκηνή της επιθανάτιας κλίνης ο Βιζυηνός λίγο πριν εκπνεύσει απαγγέλλει στίχους από τη συγκεκριμένη σύνθεση. Ανάμεσα στις παραπάνω συνθέσεις ακούγεται και ένα δίστιχο από «Το όνειρο»[21], ποίημα που εντάσσεται στη συλλογή Ατθίδες Αύραι, η οποία κυκλοφόρησε για πρώτη φορά σε πολυτελή έκδοση τον Δεκέμβριο του 1883. Το ποίημα αυτό αγαπήθηκε ιδιαίτερα από τους μυθοβιογράφους του Βιζυηνού και συνδέθηκε έντονα με τη μυθολογία του, καθώς οι στίχοι του φαίνεται να προεξοφλούν την τραγική κατάληξη του δημιουργού τους. Κοντά στα παραπάνω στοιχεία αξίζει να σημειωθεί και η διπλή αναφορά του σεναρίου στη γνωστή βιτριολική κριτική που δημοσιεύθηκε εναντίον του Βιζυηνού στη στήλη «Φρου-Φρου» του περιοδικού Μη Χάνεσαι τον Μάιο του 1882[22], καθώς επίσης και η συνολικότερη οικείωση του εν λόγω συγγραφέα με το κλίμα και την εποχή του Βιζυηνού, το ευρύτερο πλαίσιο της οποίας επιχειρεί να αναβιώσει η σειρά.

Έτσι, γίνεται εμφανές ότι στη Σιωπή των αγγέλων ο βιογραφούμενος δεν είναι ένας “χάρτινος” Βιζυηνός ή μια μαριονέτα, αλλά ένας άνθρωπος, ο οποίος παρουσιάζεται με όλα εκείνα τα πάθη και τις αδυναμίες που συνθέτουν εν γένει την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση[23]. Το γεγονός ότι το κέντρο βάρους στο εν λόγω βιογραφικό εγχείρημα μετατοπίζεται από τον λογοτέχνη και τον επιστήμονα, στον άνθρωπο Βιζυηνό πιστοποιείται και από την αξιοποίηση των διηγημάτων του ως αυτοβιογραφικών τεκμηρίων. Πέρα όμως από το υλικό που παρέχει το ίδιο το διηγηματογραφικό σύμπαν του Βιζυηνού, ο Τζιώτης, όπως και οι άλλοι δημιουργοί που δοκίμασαν να αναμετρηθούν με την ακαταμάχητη περίπτωσή του, φαίνεται ότι ανατρέχουν και σε ορισμένες επιστημονικές βιογραφίες ή βιογραφικές μελέτες που αφορούν τη ζωή και το έργο του, ενώ πλην ελαχίστων εξαιρέσεων[24] είναι συνήθως έκδηλη η παντελής απουσία αρχειακής έρευνας από την πλευρά του μυθοβιογράφου. Ο Τζιώτης, ακολουθώντας άλλη μια συνήθη τάση της βιογράφησης του Βιζυηνού, εστιάζει τη ματιά του κυρίως στην τελευταία περίοδο της ζωής του, επιμένοντας εμφατικά στα πάθη και τις εμμονές του, πιστοποιώντας για άλλη μια φορά ότι η τελευταία φάση της ζωής του είναι αυτή που άσκησε τη μεγαλύτερη γοητεία στους δημιουργούς των μυθοπλαστικών βιογραφιών του με προεξάρχουσα μάλιστα την κομβική ημέρα που πραγματοποιήθηκε ο εγκλεισμός του στο Δρομοκαΐτειο και ο βίαιος χωρισμός από το αντικείμενο του πόθου του. Κάτι ακόμα που είναι οπωσδήποτε αξιοπρόσεχτο –και το συναντά κανείς πολλές φορές στην εξέταση αυτών των έργων– είναι το γεγονός ότι όλοι οι μυθοβιογράφοι αρέσκονται στο να συντηρούν τη μυθική αχλή που δορυφορεί τη βιζυηνική εργοβιογραφία, παρά την επίμονη προσπάθεια της φιλολογικής επιστήμης να την απομακρύνει. Έτσι, στις περισσότερες μυθοπλαστικές βιογραφίες του Βιζυηνού, όπως και στην τηλεοπτική σειρά που εξετάσαμε, δεν δυσκολεύεται κανείς να διαγνώσει την επιβίωση μύθων, όπως ότι ο βιογραφούμενος ήταν ένας καλλιτέχνης παραγνωρισμένος  που δεν μπόρεσε να τον κατανοήσει η κοινωνία και η εποχή του[25], ότι ο ανεκπλήρωτος έρωτάς του στάθηκε η αφορμή για την εκδήλωση της φρενοβλάβειάς του ή ότι γνώρισε τις πλέον δημιουργικές στιγμές του μέσα στην παραφροσύνη του, γεγονός που δεν προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση, εφόσον είναι γνωστό ότι η μυθική σκέψη τροφοδοτείται από την εικόνα του φρενοβλαβούς καλλιτέχνη και θέλει τον ποιητή τρελό, ερωτόληπτο, παρία της επιστημονικής και λογοτεχνικής κοινότητας, αδικημένο από την κοινωνία και εκτοπισμένο στο περιθώριό της, να προσεγγίζει το απόγειο της τέχνης του μέσα στο ντελίριο της παραφροσύνης του. Τέλος, άλλο ένα κοινό γνώρισμα που παρουσιάζει το σενάριο του Τζιώτη με τις υπόλοιπες μυθοπλαστικές βιογραφίες του συγκεκριμένου λογοτέχνη είναι ότι εικονογραφούν ένα πορτρέτο του Βιζυηνού, το οποίο, όντας αρκετά εξιδανικευτικό ή ωραιοποιημένο, τελικά αναπαράγει τις στερεοτυπικές βιογραφικές εικόνες του θύματος και του μάρτυρα, καθώς στην πλειονότητά τους οι δημιουργοί επιμένουν να αναδεικνύουν έναν καλλιτέχνη αδικημένο, ταπεινό και εύθραυστο, θύμα της κοινωνίας και της εποχής, αποσιωπώντας εντέχνως ορισμένες πτυχές του βιογραφούμενου, όπως ο ισχυρός εγωισμός, η τολμηρή του φιλοδοξία, η προκλητική στάση του απέναντι στις αρνητικές κριτικές, οι υψηλοί και μεγαλεπήβολοι στόχοι κ.ά.

Καταληκτικά, λοιπόν, θα λέγαμε πως το σενάριο της Σιωπής των αγγέλων κομίζει τις δικές του πινελιές στην προσωπογραφία του Γεωργίου Βιζυηνού, καθώς προσφέρει μια ακόμη εκδοχή της ζωής και της φυσιογνωμίας του, φιλοτεχνώντας ένα “ανθρώπινο” βιογραφικό πορτρέτο. Ένα πορτρέτο που, παρά τις έκδηλες αδυναμίες ή και εσωτερικές αντιφάσεις του, προσθέτει μια ψηφίδα στο μυθοβιογραφικό μωσαϊκό του θρακιώτη λογοτέχνη και ως εκ τούτου πρέπει να συμπεριληφθεί στην πλούσια προσωπική του πινακοθήκη.

 

Η Εύα Γανίδου είναι Υποψήφια Διδάκτορας Φιλολογίας του Α.Π.Θ.

 

 


[1] Αναλυτικά για τις μυθοπλαστικές βιογραφίες του Γ. Μ. Βιζυηνού βλ. τη σχετική διπλωματική μεταπτυχιακή μου εργασία Μυθοπλαστικές βιογραφίες του Γ. Μ. Βιζυηνού (1898-2005). Α.Π.Θ., Τμήμα Φιλολογίας, Θεσσαλονίκη, 2015, https://ikee.lib.auth.gr/record/270072/files/GRI-2015-14731.pdf (πρόσβαση: 25/1/2016).

[2] Χαρακτηριστικούς μιας τέτοιας προσέγγισης βρίσκω και τους τίτλους ορισμένων μυθοπλαστικών βιογραφιών, όπως του Στέφανου Δάφνη, «Γεώργιος Βιζυηνός, “ο ραψωδός της Θράκης”: Η μυθιστορηματική ζωή και το τραγικόν τέλος του ποιητού των Ελληνικών θρύλων, του Έρωτος, της Φιλίας και όλης της συγχορδίας του ανθρωπίνου πόνου» (Ο Τύπος, 12/6/1939-12/8/1939), καθώς και του Δημήτρη Παπαχρήστου Γεώργιος Βιζυηνός: Ο τρυφερόκαρδος κύριος Γ. Β. (Αθήνα: Ηλέκτρα 2005).

[3] Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι αυτοβιογραφικές ενδείξεις διασπείρονται στο σύνολο της βιζυηνικής εργογραφίας. Έτσι, πέρα από τα έξι γνωστά διηγήματα, ψήγματα αυτοβιογράφησης εντοπίζονται στα δύο υβριδικά κείμενα, την «Πρωτομαγιά» και το «Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα», αλλά και σε αρκετά ποιήματά του. Βλ. ενδεικτικά τα ποιήματα «Ο φιλομαθής πτωχός», «Επί του τάφου του πατρός μου» (Ε. Κουτριάνου (επιμ.), Τα ποιήματα, τ. 1. Αθήνα: Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη 2003, 250 και 254) καθώς επίσης και το αυτοβιογραφικό τετράστιχο του Βιζυηνού (Μ. Ξηρέας, Άγνωστα βιογραφικά στοιχεία και κατάλοιπα του Βιζυηνού. Λευκωσία 1949, 35): «Βλάστησε τα γονικά μου/ καρβουνασβεστάδων ρίζα./ Γιώργη λένε τ’ όνομά μου,/ το φτωχό χωριό μου Βίζα».

[4] Ο Γιάννης Τζιώτης (Σάμος, 1936) είναι σεναριογράφος και ιδρυτικό μέλος της Ένωσης Σεναριογράφων Ελλάδος, στην οποία έχει επί μακρόν διατελέσει μέλος του διοικητικού συμβουλίου στη θέση του προέδρου και του αντιπροέδρου, ενώ υπήρξε ακόμη μέλος της Επιτροπής Κρίσεων του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου και εκλεγμένο μέλος του Διοικητικού του Συμβουλίου. Το 2006 τιμήθηκε από την Ένωση Σεναριογράφων Ελλάδος και το 47ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για το σύνολο της προσφοράς του στον ελληνικό κινηματογράφο. Πέρα από την τηλεοπτική σειρά Η σιωπή των αγγέλων (2000) έχει γράψει σενάρια για την τηλεόραση, καθώς και για κινηματογραφικές ταινίες μεγάλου μήκους, με υπολογίσιμη θητεία στη συγγραφή σεναρίων που αφορούν τη μυθοπλαστική ανάπλαση βίων καλλιτεχνικών δημιουργών (Αθάνατες ιστορίες αγάπης: Άγγελος Σικελιανός-Εύα Σικελιανού (1976) κ.ά.).

[5] Η μητέρα της Μπετίνας ονομαζόταν Σοφία Φραβασίλη, ωστόσο στο σενάριο του Τζιώτη αναφέρεται αποκλειστικά ως «κυρία Φραβασίλη».

[6] ΔΙΚ (= Δ. Ι. Καλογερόπουλος), «Ο έρως του ποιητού», Ποικίλη Στοά 13, 1898, 136-144.

[7] Βλ. Β. Αθανασόπουλος, Οι μύθοι της ζωής και του έργου του Γ. Βιζυηνού. Αθήνα: Καρδαμίτσα 1996, 83-86.

[8] Μάλιστα, πέρα από τη Σιωπή των αγγέλων, ανάλογη εναρκτήρια σκηνή συναντά κανείς και στην κινηματογραφική ταινία του Λάκη Παπαστάθη Το μόνον της ζωής του ταξείδιον (2001). Στην ταινία η πρώτη σεκάνς, η οποία περιλαμβάνει και τους τίτλους αρχής, εκκινεί από την ημέρα που πραγματοποιήθηκε ο εγκλεισμός του Βιζυηνού στο Δρομοκαΐτειο και βασίζεται επίσης στην αφήγηση του Καλογερόπουλου. Με αντίστοιχο τρόπο αρχίζει και η μυθιστορηματική βιογραφία του Δημήτρη Παπαχρήστου Γεώργιος Βιζυηνός: Ο τρυφερόκαρδος κύριος Γ. Β., όπως και η κατά πολύ προγενέστερη του Στέφανου Δάφνη, «Γεώργιος Βιζυηνός, “ο ραψωδός της Θράκης”: Η μυθιστορηματική ζωή και το τραγικόν τέλος του ποιητού των Ελληνικών θρύλων, του Έρωτος, της Φιλίας και όλης της συγχορδίας του ανθρωπίνου πόνου».

[9] Για την επαναλαμβανόμενη χρήση του μοτίβου της «τραγικής ανατροπής» (tragische Umkehr) στις βιογραφίες καλλιτεχνών βλ. J. A. Gaertner, «Myth and Pattern in the Lives of Artists», Art Journal 30, 1970, 29.

[10] Το πραγματικό όνομα της αδερφής της Μπετίνας ήταν Ίταλα Φραβασίλη, στο σενάριο του Τζιώτη ωστόσο η ηρωίδα εμφανίζεται με το όνομα Λαλούλα.

[11] Αν και αγνοούμε τις αιτίες που οδήγησαν σε ρήξη τις δύο γυναίκες, γνωρίζουμε ότι η Ίταλα Φραβασίλη δεν είχε καλή σχέση με τη μητέρα της, ούτε και με τον γιο της, Βασίλη Παπαδάκη, ο οποίος την έκλεισε στη νευρολογική κλινική του Κωνσταντίνου Κατσαρά το 1928, για τρεις και πλέον μήνες. Σχετικά βλ. Ί. Φραβασίλη, Μπεττίνα. Αθήνα: Τυπογραφείον Παρασκευά Λεώνη 1931· Ι. Δ. Κανδήλης, «Η τραγική ζωή του Βιζυηνού και της αγαπημένης του Μπετίνας Φραβασίλη», Νέα Εστία 1535, 1991, 818· Β. Αθανασόπουλος, Οι μύθοι της ζωής και του έργου του Γ. Βιζυηνού, 97, σημ. 96.

[12] Αξιοσημείωτο είναι ότι στη σειρά που εξετάζουμε ο θάνατος της Μπετίνας συντελείται την ημέρα του γάμου της, αμέσως μετά την τελετή. Σύμφωνα όμως με τα πραγματικά δεδομένα η Μπετίνα Φραβασίλη παντρεύτηκε τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου στις 28 Σεπτεμβρίου 1896 και απεβίωσε, προς τραγική και μοιραία σύμπτωση, την 1η Οκτωβρίου του ίδιου έτους, μόλις μισό χρόνο μετά τον θάνατο του Γεωργίου Βιζυηνού. Άλλη μια μυθοπλαστική “εκτροπή” του σεναριογράφου εν προκειμένω αποτελεί και το ότι η Μπετίνα δεν παντρεύεται τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, ο οποίος απουσιάζει εντελώς, αλλά ένα επινοημένο πρόσωπο, τον Ευγένιο.

[13] Στις περισσότερες απόπειρες μυθοπλαστικής αναπαράστασης της βιογραφίας του Βιζυηνού το ερωτικό αίσθημα για την Μπετίνα παρουσιάζεται μονόπλευρο. Ωστόσο, στο σενάριο του Τζιώτη, όπως και στις μυθοπλαστικές βιογραφίες του Σπύρου Ακροπολίτη «Το σπαρακτικό τραγούδι ενός αγνού έρωτος. Μπετίνα Φραβασίλη», Ελληνικό Μέλλον, 6/9/1936-1/12/1936 και του Δημήτρη Παπαχρήστου, Γεώργιος Βιζυηνός: Ο τρυφερόκαρδος κύριος Γ. Β., το ερωτικό αίσθημα εμφανίζεται αμοιβαίο.

[14] Η σκηνή με τη μεταθανάτια ένωση των δύο ερωτευμένων, θα μπορούσε να “διαβαστεί” και σαν υπαινιγμός ή έμμεση αναφορά στο διήγημα του Βιζυηνού «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας», στο οποίο οι ερωτευμένες ψυχές των κεντρικών ηρώων, του Πασχάλη και της Κλάρας, σμίγουν μετά τον θάνατό τους.

[15] Πιθανόν το επινοημένο επώνυμο Ροϊλίδης να μην αποτελεί τυχαία επιλογή, αλλά να κατασκευάζεται από τον σεναριογράφο της σειράς με απώτερο στόχο να ανακαλέσει στον νου του τηλεθεατή τον Εμμανουήλ Ροΐδη, ο οποίος αποτέλεσε το αντίπαλο δέος του Βιζυηνού στη λογοτεχνική κονίστρα της εποχής τους και μόνο μετά τον θάνατο του δεύτερου έδειξε να υιοθετεί μια μετριασμένη και ηπιότερη στάση απέναντί του. Χαρακτηριστικό είναι μάλιστα και το σχετικό απόσπασμα από τη μυθοπλαστική βιογραφία του Μισέλ Φάις Ελληνική αϋπνία (Αθήνα: Πατάκης 2004), 51: «Καταδικασμένος εις θάνατον εξ ασιτίας, γράφει, στηλιτεύοντας –για τα μάτια του κόσμου– την ανάλγητη κοινωνία που σας περιθωριοποίησε μαζί μ’ άλλους “αναντικατάστατους” (Ασμοδαίος, 15.4.1896). Αυτή είναι η πιο ανθρώπινη κουβέντα που χύνεται από την πένα του Θεοτούμπη, αφότου φυσικά του κάνατε τη χάρη να του αδειάσετε τη γωνιά».

[16] Ειδικότερα, ο εν λόγω ήρωας φαίνεται πως συνεχίζει να κατοικεί στο σπίτι της μητέρας του, διατηρώντας ανέπαφα τα πράγματά της και επιμένοντας να συντρώει με το σερβίτσιο που αντιστοιχούσε σε εκείνη, τοποθετώντας μάλιστα τα ρούχα της στο τραπέζι.

[17] Βλ. Γ. Μ. Βιζυηνός, Τα ποιήματα, τ. 3, 225 και Λ. Βαρελάς, Μετά θάρρους ανησυχίαν εμπνέοντος: Η κριτική πρόσληψη του Γ. Μ. Βιζυηνού (1873-1896). Θεσσαλονίκη: University Studio Press 2014, 171.

[18] Βλ. ενδεικτικά Σ. Ακροπολίτης, «Το σπαρακτικό τραγούδι ενός αγνού έρωτος. Μπετίνα Φραβασίλη», Ελληνικό Μέλλον, 9/9/1936.

[19] Βλ. Γ. Μ. Βιζυηνός, Τα ποιήματα, τ. 2, 215-217.

[20] Για περισσότερα στοιχεία γύρω από την εκδοτική κακοπάθεια του συγκεκριμένου ποιήματος και την πιθανότητα το πασίγνωστο δίστιχο του Βιζυηνού να μην προέρχεται αποκλειστικά από δική του έμπνευση βλ. τη σχετική εργασία μου «Ξαναπιάνοντας τον μύθο γύρω από “Το Φάσμα μου” του Γ. Μ. Βιζυηνού», Πόρφυρας 142, 2012, 425-436.

[21] Γ. Μ. Βιζυηνός, Τα ποιήματα, τ. 1, 419.

[22] «Φρου-Φρου», Μη Χάνεσαι, 292, 2-3.

[23] Το γνώρισμα των “ανθρώπινων” χαρακτήρων συνιστά και ένα από τα χαρακτηριστικά των ευρωπαϊκών μυθιστορηματικών βιογραφιών. Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. G. A. Johnston, «The New Biography: Ludwig, Maurois and Strachey», The Atlantic Monthly 143, 1929.

[24] Βλ. Μ. Φάις, Ελληνική αϋπνία· Μεταξύ λόγου και πάθους: Η Μάρω Δούκα ανθολογεί Γεώργιο Βιζυηνό. Αθήνα: Μπάστας-Πλέσσας 1995· Η Μάρω Δούκα διαβάζει Γεώργιο Βιζυηνό. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα 2005.

[25] Σχετικά βλ. Π. Μουλλάς, «Το νεοελληνικό διήγημα και ο Γ. Μ. Βιζυηνός», στο: Γ. Μ. Βιζυηνός, Νεοελληνικά Διηγήματα, Αθήνα: Εστία 1980, νζ΄: «Δυστυχώς, ο μύθος του επιμένει ώς σήμερα πεισματικά στο απλοϊκό χωριατόπουλο της Βιζώς (στον τόπο μας ο γνήσιος δημιουργός πρέπει προπάντων να είναι αμόλυντος από τη σκέψη και τη γνώση), αλλά και στον παραγνωρισμένο επιστήμονα που έζησε αγνοημένος στην Αθήνα μετά το 1884, ώσπου έχασε τα λογικά του. Αδιάφορο αν, όπως λέει ο Ροΐδης “το να μείνη τις άγνωστος εν Ελλάδι είναι σχεδόν κατόρθωμα”, και η επιστροφή του Βιζυηνού στην Αθήνα αναγγέλλεται από τις εφημερίδες. Αδιάφορο επίσης αν ο Ξενόπουλος τον μνημονεύει στο πρωτόλειό του ως γνωστή προσωπικότητα και, τον ίδιο πάνω-κάτω καιρό, το Υπουργείο Εξωτερικών αναθέτει “εις τον καθηγητήν κύριον Βιζυηνόν εν συνεργασία μετ’ άλλων ειδικών εκ των παρ’ ημίν λογίων ανδρών […] την σύνταξιν δημοτικών ασμάτων και κεχωρισμένως αυτών διηγημάτων, ειλημμένων εκ της ειδικής ιστορίας των υπό τον τουρκικόν ζυγόν ελληνικών επαρχιών…”». Τον ίδιο μύθο της παραγνώρισης του Βιζυηνού κλονίζουν και τα ερευνητικά στοιχεία γύρω από την πρόσληψη του Βιζυηνού, τα οποία φέρνει στο φως η μελέτη του Λάμπρου Βαρελά, Μετά θάρρους ανησυχίαν εμπνέοντος: Η κριτική πρόσληψη του Γ. Μ. Βιζυηνού (1873-1896).