BLG – Minimalistic Theme Focused on Readability

EN

το στοίχημα: έξι μικρο-διηγήματα

Για το άνοιγμα αυτού του τεύχους σάς προσκαλέσαμε να γράψετε μικρο-διηγήματα (θέτοντας ως όριο τις 350 λέξεις) με θέμα το στοίχημα, τόσο για να το εντάξουμε, εκ νέου, στη λογοτεχνία όσο και για να δούμε πώς (με πόσους διαφορετικούς τρόπους) το αντιλαμβάνεστε. Αποφασίσαμε να δώσουμε έμφαση στους νέους αυτή τη φορά –ορισμένοι από τους διηγηματογράφους μας μάλιστα είναι πρωτοεμφανιζόμενοι. Πριν σας παρουσιάσουμε τα στοιχήματά τους, δίνουμε τον λόγο στον Δημήτρη Μίγγα, που μας έκανε την τιμή να μοιραστεί μαζί μας τις σκέψεις του για αυτό που λέμε «στοίχημα». Κοιτάζοντας κριτικά την επικαιρότητα, είναι αυτός που μας ανοίγει τον δρόμο.

Ακολουθούν έξι μικρο-διηγήματα.

 

 

Τα λεξικά πληροφορούν πως στοίχημα (από το στοιχώ = είμαι στην ίδια γραμμή) σημαίνει συμφωνία ανάμεσα σε πρόσωπα που υποστηρίζουν αντίθετες εκδοχές ή προβλέψεις για κάποιο ζήτημα, κατά την οποία εκείνος του οποίου η άποψη θα αποδειχθεί ορθή παίρνει από τον άλλο ένα προσυμφωνημένο ποσό ή δέχεται κάποια άλλη παροχή. Επίσης η λέξη στοίχημα χρησιμοποιείται ενίοτε για να περιγράψει αναδείξει στόχους μακροπρόθεσμους και αισιόδοξους που η επίτευξή τους ανάγεται στο απώτερο μέλλον με αβέβαια, ωστόσο, αποτελέσματα.

Παράδειγμα για την κατανόηση της δεύτερης εκδοχής: Οι γενιές που σιγά σιγά αποχωρούν πίστευαν πως θα κερδίσουν το στοίχημα της ευημερίας σπαταλώντας περισσότερους πόρους από όσους τους αναλογούσαν.

Δείγμα της πρώτης και εκ των πραγμάτων καθοριστικής ερμηνείας: Οι επόμενες γενιές πρέπει αναγκαστικά να πορευτούν συνετά και ισορροπημένα στοιχηματίζοντας για τον σκοπό αυτό την ίδια τους την επιβίωση.

Δημήτρης Μίγγας

 

 

Χωριστά μαζί

Για ένα στοίχημα ίσως χρειαστεί ένα πλοίο για Κέρκυρα· πρωινό ή βραδινό.

Αγνοώντας τον άνεμο που έμπλεκε τα μαλλιά της, έτρεχε για να προλάβει. Αγνοώντας τα λασπόνερα, που κατέστρεφαν τα αθλητικά του, έτρεχε για να προλάβει. Αυτή για να κερδίσει· αυτός για να χάσει.

Τελικά πρόλαβε.

Κάτω από τη σκιά ενός δένδρου, σε ένα παγκάκι της Σπιανάδας, περίμενε την Κορνηλία να φανεί. Της υποσχέθηκε· θα κινούσε γη και ουρανό, θα αγνοούσε κάθε εμπόδιο... Και στεκόταν εκεί για ώρες… κοιτώντας τον κόσμο να περνά…

Στεκόταν εκεί για ώρες, αλλά ο Σπύρος ακόμη να φανεί. Θυμήθηκε πώς γνωρίστηκαν… Πέρσι, στο λεωφορείο, υπήρχε μόνο μία θέση κενή. Κάθισε δίπλα του. Του χαμογέλασε. Της χαμογέλασε και αυτός. Περπατώντας μαζί στα καντούνια, κάτω από το φως των φαναριών, κατάφερε να τον ερωτευτεί. Του έπιασε το χέρι. Αυτός δεν το άφησε.

Περπάτησε κάτω από το φως, μήπως και τη διακρίνει κάπου. Τη γνώρισε μόνο για λίγο, ήξερε ότι έπρεπε να χωριστούν· αλλά δεν θα χώριζαν. Είπε ότι θα της στέλνει. Και από τότε, κάθε πρωί και μια ειδοποίηση για ένα νέο μήνυμα· ένα μήνυμα γεμάτο συναισθήματα, ικανό να σβήσει οποιαδήποτε απόσταση. Κάθε πρωί και μια νέα απάντηση· μια απάντηση που μέσα της έμοιαζε να περιέχει χιλιάδες «Σ’ αγαπώ», «Σε θέλω», σαν ειπωμένα από στόματα. Και τώρα την περιμένει πάλι στο ίδιο σημείο. Είχανε πει πού, αποκλείεται να ξέχασε... Άρχισε να ακούγεται μουσική…

Αυτή η μουσική άρχισε να τη ζαλίζει… Πού να ’ναι; Θυμάται πώς του πρότεινε το στοίχημα να ξαναβρεθούν ένα χρόνο μετά. «Πιστεύω θα κερδίσω». «Ελπίζω να κερδίσεις» του απάντησε και ο χαμένος κερνούσε τον καφέ... Έκλεισε τα μάτια της και φαντάστηκε ότι γυρίζει το χρόνο πίσω... Το βράδυ κρύωνε και αυτός την είχε αγκαλιάσει.

Το βράδυ κρύωνε και την είχε αγκαλιάσει. Πόσο να περίμενε ακόμη; Άφησε τον καφέ με το όνομά της στο παγκάκι. Έχασε το στοίχημα. Αλλά ούτε αυτή το κέρδισε.

Προτού ανεβεί στο λεωφορείο άκουσε μια συζήτηση παρέας δίπλα του.

Προτού ανεβεί στο λεωφορείο άκουσε μια συζήτηση παρέας δίπλα της.

Πλέον ήξερε γιατί δεν ήρθε η Κορνηλία.

Πλέον ήξερε γιατί δεν ήρθε ο Σπύρος.

Στο βραδινό πλοίο συνέβη ένα δυστύχημα.

Κωνσταντίνος Καραΐσκος

 

 

Το απελπισμένο βήμα

Πρώτα οφείλουμε να πούμε ότι αυτή δεν είναι μια ιστορία, αλλά ένα στοίχημα για το αν η ιστορία μπορεί να ειπωθεί σε λιγότερες από τριακόσιες πενήντα λέξεις.

Η γη κοντά στη θάλασσα σπάει σε απότομες πλαγιές που φτάνουνε μέχρι το νερό σε πεζούλες κατάφυτες με λιόδεντρα. Το ξέφωτο βρίσκεται στην άκρη ενός γκρεμού, ένας επίπεδος δίσκος πατημένου χώματος με διάμετρο περίπου εξήντα βήματα. Λιγότερα αν τρέχεις. Ο ήλιος λάμπει από ψηλά σε κύβους αόρατου χρυσού στοιβαγμένους μέχρι τον ουρανό. Η κυκλική κατασκευή βρίσκεται στο χείλος, με διάμετρο κάπου δώδεκα βήματα, αν μπορούσες να περπατήσεις πάνω της για να τη μετρήσεις. Όμως δεν μπορείς. Οι πλευρές της υψώνονται περίπου ένα μέτρο από το έδαφος γύρω της. Ίσως λίγο παραπάνω. Μόλις που φτάνει για να ανακόψει το απελπισμένο βήμα. Εκατέρωθεν είναι τα σοβαρά πρόσωπα των εφήβων. Τα αγόρια κάθονται στη δυτική πλευρά, τα κορίτσια στην ανατολική. Τα μάτια τους κοιτούν σταθερά το νότιο χείλος του πηγαδιού. Αν αυτός είναι ο σκοπός του. Ένας καυτός αέρας φυσάει από την πλευρά της θάλασσας.

Το σημαντικότερο στοιχείο είναι η γωνία πρόσκρουσης στο νότιο χείλος. Συχνά, το πέλμα ή η κνήμη σπάει στα δύο, το γόνατο καταρρέει, και τότε το στοίχημα κρίνεται με βάση την ορμή, τη γωνία πρόσκρουσης και την ταχύτητα του ανέμου.

Θα μπει στο ξέφωτο από τη βορεινή πλευρά, τρέχοντας κόντρα στον άνεμο. Μέσα από τα πυκνοφυτεμένα δέντρα. Τα κλαδιά θα τον χτυπούν στο πρόσωπο. Δεν θα μπορέσει να αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα. Μετά, περίπου σαράντα βήματα που φεύγουν γρήγορα, σαν νερό πάνω στην άμμο. Μετά, το πρώτο κρίσιμο άλμα πάνω στο βορεινό χείλος της κατασκευής. Μετά, η πτήση πάνω από το κενό του κύκλου. Εκεί ακριβώς, στη μέση του άλματος, θα αισθανθεί επιτέλους ότι κάπου ανήκει. Αν είναι τυχερός, λίγο παραπάνω από δώδεκα βήματα. Αν όχι, λίγο λιγότερο. Μετά, το πόδι θα χτυπήσει στο νότιο χείλος. Μύες, κόκαλα, ορμή, άνεμος. Μετά, το στοίχημα θα έχει κριθεί.

Προς το παρόν, ο δρομέας στέκεται μόνος ανάμεσα στα δέντρα. Ο καυτός αέρας αναδεύει τα κλαδιά γύρω του. Μπροστά μπορεί να δει μόνο τα δέντρα. Το πηγάδι, αν αυτός είναι ο σκοπός του, βρίσκεται κάπου πιο πέρα. Παίρνει μια βαθιά ανάσα. Ας δούμε.

Παναγιώτης Κεχαγιάς

 

 

Η αρκούδα

«Αϊ στο διάολο και συ και τα λουλούδια σου». Έτσι της λέει και την σπρώχνει μες στο παρτέρι. Η γριά πέφτει και κλαίει. Αυτός κρύβει τον ήλιο κι είν’ όλος ένα μαύρο πράγμα. «Να σε φάει η μαρμάγκα και σένα και τη γυναίκα σου», του φωνάζει και τα λόγια της είναι τα λόγια του φόβου. Ο άντρας της φτάνει μ’ ένα σκεπαρνάκι στο χέρι και βλέπει τον αδερφό του να του βρίζει τη γυναίκα. Ο αδερφός του, μόλις πατημένα εξήντα, με τη γριά κανονισμένη στα χώματα τον γκρεμίζει κι αυτόν πάνω στην Κερασιά. Αυτός είναι εβδομήντα τριών. Η Κερασιά πιο νέα απ’ όλους.

«Τους έκλεψε στη μοιρασιά», λένε στο χωριό, «και τους βάρεσε κι από πάνω». Άλλοι λένε: «ο ένας δάσκαλος, ο άλλος στα κατσίκια. Ο δάσκαλος πιο μορφωμένος είναι, γράμματα ξέρει, τα ’φτιαξε τα χαρτιά και θα του μείνουν και τα σπίτια και τα χωράφια. Έτσι, απλά πράγματα».

Το βράδυ ο γέρος κατεβαίνει σαν τον γαλήνιο στο καφενείο. Καναδυό ύποπτοι του λένε να προσέχει. Άκουσαν αρκούδα να σκούζει στα μέρη του. Έχασε το μικρό της και κατέβηκε στα σπίτια χαμηλά. Αυτός κοιτάει το ποτήρι με το τράιο τσίπουρο ανέρωτο και λέει: «η αρκούδα δε σκούζει. Κλαίει. Κι αν τώρα κλαίει για το μικρό, θα κλάψει και για σας και για μένα». Φωνάζει ένας: «τι είπες ρε κερατά σκατόγερε; Τι είπες; Τράβα σπίτι σου που σ’ έχουν πιάσει κορόιδο και άσε μας εμάς. Άιντε από δω να πούμε». Ξανά γαλήνιος αποχωρεί.

Ξαπλώνει δίπλα στη γριά κι αυτή ροχαλίζει. Παλιά δε ροχάλιζε. Παλιά ήταν αλλιώς. Αλλά και τώρα εντάξει. Και τώρα μια χαρά ήταν. Κι ας μυρίζει πιο άσχημα κι ας ξεράθηκαν τα χέρια της κι ας έπεσαν τα μαλλιά της. Μια χαρά είναι όλα. Βουλιάζει ένα ρυτιδωμένο σβέρκο στο μαξιλάρι και στήνει αυτί. Απ’ το παράθυρο βλέπει μόνο λίγα έλατα κι έναν ουρανό ξάστερο. Περιμένει την αρκούδα. Θα την ακούσει να κλαίει; Ο θρήνος θα μοιάζει σίγουρα με σημάδι πρόνοιας κι αυτός στοιχηματίζει μες στη νύχτα υπέρ της ανταποδόσεως και υπέρ της ευταξίας του κόσμου.

Χρήστος Κολτσίδας

 

 

Πάμε στοίχημα

«Αλτ, τις ει;», όχι ότι νοιάζομαι και πολύ βέβαια. Κάθε λίγο και λιγάκι διάφοροι περνάτε απ’ εδώ κι ούτε που σας θυμάμαι. Λες κι είμαι ο μόνος που το κάνει αυτό τάχα ή μήπως αυτοί που περνάνε από την πύλη με σέβονται και καθόλου. Τις περισσότερες φορές δεν κοιτάνε καν, ούτε βέβαια χαιρετάν. Άντε στον κόρακα όλοι σας. Θα την κάνω κι ούτε θα σας θυμάμαι. Εσένα όμως παλιόβισμα λοχία θα σε κράξω και στις πέτρες. Ή τον άλλονα που μ’ άφηνε άγρυπνο ο αθεόφοβος. Να πάτε όλοι να πνιγείτε. Εμένα δε με νοιάζουν αυτά, θέλω την άδεια μου, αλλά πώς να μου την δώσουν; Με κατηγόρησαν ότι πάνω στην βάρδια μου κλάπηκαν καμιά ντουζίνα όπλα. Είκοσι μέρες φυλακή, από κοινού με τον άλλον που έλειπε από το πόστο. Να πήγε για μπάφο πάλι; Αμ δε που έγινε έτσι όμως. Έκτοτε τον συνάντησα και τι μου είπε το ρεμάλι. «Δε φαντάζεσαι» μου λέει, «τη μέρα που έγινε ο σαματάς δεν έλειπα για τσιγάρο». «Αλλά;», του λέω. «Κατέβηκα στο χωριό στο προποτζίδικο και έριξα καμιά κατοστάρα στοίχημα ρε, και το ’πιασα. Μιλάμε για πολλά λεφτά κι εύκολα φίλε. Ξαφανίστηκα, ούτε σκέφτηκα το στρατό. Πήγα σούμπιτο στο κοκκινοφάναρο, έριξα μια γρήγορη και έφυγα». Ήθελε και κοκό η χάρη του. «Τι ακολούθησε δε σου λέω φίλε». Σιγά που σ’ έχω και φίλο. «Και τώρα;», του λέω. «Τώρα σιγά ποιος νοιάζεται, σε ένα μήνα την κάνουμε και μη μας είδαν». Που να σε χέσω παλτό, φάγαμε καμπάνα για να παίζεις στοίχημα και να τσιλημπουρδίζεις.

κάμποσες μέρες μετά

-Παίξε και συ σου λέω, δε βλέπεις εγώ που έκανα την τύχη μου;

-Δεν παίζω εγώ παιχνίδια και σαχλαμάρες, δεν πιστεύω στην τύχη.

-Παίξε ρε σου λέω, κι άμα πιάσεις την καλή την κάνουμε για εξωτερικό.

-Δε με νοιάζουν εμένα αυτά, ούτε πρόκειται εξάλλου να κερδίσω, σας κοροϊδεύουν όλους και σεις πάτε και παίζετε χαζοπαίχνιδα.

-Μπες μωρέ άνθρωπε, δεν ξέρεις καμιά φορά.

Βρε με χαϊβάνι που ’χουμε μπλέξει. Θα μπω αλλά να ξέρουνε το κρίμα στο λαιμό τους.

μία ώρα μετά

Και πάνω που μου ’χαν δώσει ελπίδες τα χαζοκούδουνα.

Βαγγέλης Μπριάνας

 

 

Σπαθόλουρο

Γι’ αυτόν τον άνθρωπο ειπώθηκε, όταν πέθανε, ότι ήταν μανιώδης του στοιχήματος, κι αυτό ήταν που του κόστισε τη ζωή του, αφού πρώτα κατέστρεψε τη ζωή της οικογένειάς του, παρότι η οικογένειά του παρευρέθηκε σύσσωμη στην κηδεία και δεν έλειψαν μάλιστα και τα δάκρυα («Τι να κάνουν κι αυτοί» σχολίασε κάποια κυρία· ήθελε να προσθέσει ότι και τα καθάρματα όλο και κάποιος βρίσκεται να τα πενθήσει, εφόσον για κάποιους δεν ήταν καθάρματα ή τέλος πάντων ήταν τα δικά τους καθάρματα, δεν πρόλαβε όμως να το πει επειδή κάποιος από παραδίπλα ξερόβηξε κοιτάζοντάς τη με νόημα· έπρεπε να τηρηθεί η ευπρέπεια που ο μακαρίτης είχε μέχρι τέλους αποφασίσει να μην τηρεί, ακόμα και μετά θάνατον να μην του γίνει το χατίρι). Το τελευταίο στοίχημα το είχε βάλει με τον εαυτό του (αυτό, βεβαίως, δεν το γνώριζαν οι μακαρίως ή άλλως πώς πενθούντες): πόσο θα ζήσω ακόμα· ξαπλωμένος στο κρεβάτι του κοιτούσε εναγωνίως το ρολόι στον τοίχο ενώ δίπλα του η γυναίκα του ακολούθησε το βλέμμα του και μετά γύρισε στον γιο του (τον μεγάλο, ο μικρότερος είχε πάει στην κουζίνα να πιει νερό) «Πάει, χάθηκε»· εννοούσε ότι ο άντρας της είχε πια χάσει την επαφή με τον κόσμο τούτο (τη λίγη που είχε, τέλος πάντων) και ό,τι στερνές κουβέντες είχαν να του πουν θα πήγαιναν στον βρόντο (όπου, βεβαίως, είχαν πάει και όλες οι προηγούμενες)· στον ίδιο βρόντο θα έπρεπε να πάνε, μπαίνοντας από το ένα αφτί και βγαίνοντας από το άλλο, τυχόν στερνές κουβέντες που είχε εκείνος να πει σε αυτούς· όσο για τον τότε ετοιμοθάνατο και νυν μακαρίτη, για λίγο νόμισε πως η γυναίκα του ήξερε τα περί στοιχήματος και αυτό εννοούσε πως είχε χαθεί· πράγμα που δεν ήταν αλήθεια (ότι το ήξερε, αλλά κυρίως το ότι είχε χαθεί), είχε ήδη ζήσει μάλιστα και σχεδόν μισό λεπτό παραπάνω· οπότε, «Όχι» είπε, και με αυτό το όχι τους άφησε, ευχαριστημένος· «Οχιά» είπε ο γιος του, μα ο πατέρας του αυτό δεν το άκουσε.

Μαρία Ξυλούρη

 

 

Interpretation

Στοιχηματίζω σ’ έναν θεό πατέρα παντοκράτορα. Έτσι είπε. Ήταν πίσω απ’ τα σύρματα, δεν μιλούσε ελληνικά, κανείς δεν γνώρισε τις λέξεις που βγήκαν απ’ το στόμα του. Μόνο το νόημά τους ήταν εκ προοιμίου γνωστό. Το φώναζε το πρόσωπο του ξένου. Ίδιο θεού.

Γιώτα Τεμπρίδου